Change font size

Welcome
Τώρα που μας βρήκες θα ανακαλύψεις την Αλήθεια που μας κρύβουν επιμελώς
Tα θέματα πονάνε κάποιους που επιθυμούν να επιβάλουν την νέα τάξη και να συντηρούν τον κόσμο σε μια διαρκείς ύπνωση και ένα βαθύ σκοτάδι, προκειμένου να μην αντιδράσει στις προθέσεις τους και στο διεστραμμένο σχέδιό τους.

Πολλά συμβαίνουν γύρο μας, ακόμα και οι ποιο δύσπιστοι αντιλαμβάνονται οτι κάθε μέρα γίνονται αλλαγές και πολλές φορές ακατανόητες απο κοινούς ανθρώπους.

Κάτι δεν πάει καλά.

Κάποια θέματα θα σας προβληματίσουν, αν δεν έχετε προβληματιστεί ακόμα.

Κάποια τα έχετε απλώς ακούσει αλλά δεν δώσατε σημασία ή σας τα πέρασαν με μαεστρία ώστε να μην αντιδράσετε.

Εμείς προσπαθούμε να Εμβαθύνουμε στα θέματα αυτά.
Πιστεύουμε οτι μας αφορούν όλους και οτι δεν μας ρωτάνε όταν παίζουν με το μέλλον το δικό μας και των παιδιών μας.

Η γνώση είναι προς όλους και όχι μόνο για τον εαυτό μας.

Τα συμπεράσματα τα αφήνουμε σε εσάς μιας και όλα τα συμπεράσματα είναι υποκειμενικά.

Επιθυμούμε να μας βοηθήσετε στην προσπάθεια να μεγαλώσουμε την θεματολογία μας και να συμβάλετε με τους προβληματισμούς σας, με την γνώση σας και τη γνώμη σας στην ελεύθερη έκφραση των ιδεών.

Γίνε μέλος στο φόρουμ και βοήθησε να διαδοθούν και οι δικές σου αλήθειες, γνώσεις και εμπειρίες!


Post a new topicPost a reply Page 1 of 1   [ 15 posts ]
Author Message
 Post subject: ΑΡΜΑΤΩΛΟΙ ΚΑΙ ΚΛΕΦΤΕΣ
Unread postPosted: 19 Mar 2010, 12:54 
Forum Legend
Forum Legend

Joined: 30 Oct 2007, 09:47
Posts: 1331
Location: Εδεσσα
Has thanked: 0 time
Have thanks: 5 time
Highscores: 19
ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Στη μακρά πορεία του ελληνικού έθνους εντοπίζονται ορόσημα που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ιδιαίτερα σημαντικά για την ε¬ξέλιξη τους.

Στον ιστορικό του πλου ανά τους αιώνες ο Ελλη¬νισμός βρέθηκε αντιμέτωπος με γεγονότα που δια¬μόρφωσαν και καθόρισαν τη μετέπειτα ταυτότητα του. Το ταξίδι αυτό, περιπετειώδες και ενίοτε με δρα¬ματικό τρόπο, σημαδεύτηκε από χρόνια μεγαλείου, αλλά και καταστροφής.

Η άλωση της Κωνσταντινούπολης αποτέλεσε ένα τέτοιο κομβικό σημείο αναφοράς στην πορεία του ελ¬ληνικού έθνους με τεράστιες και πολυσχιδείς επιπτώ¬σεις. Μετά από 1.000 και πλέον χρόνια ένδοξου μεγα¬λείου η Βυζαντινή αυτοκρατορία απώλεσε το σημείο αναφοράς της, την πρωτεύουσα της, την «πόλη των πόλεων», την Κωνσταντινούπολη, καταρρέοντας οριστικά.

Η αυτοκρατορία, εξελληνισμένη ήδη στους πρώ¬τους αιώνες της μακράς της πορείας, υποτάχθηκε στους Οθωμανούς Τούρκους και το γένος των Ελλή¬νων έχασε οριστικά την πολιτική και εθνική του ανε¬ξαρτησία.

Ο κυρίως ελλαδικός χώρος δοκιμάστηκε σκληρά και μετά την πτώση της «βασιλεύουσας», αφού βρέ¬θηκε στη δίνη μακρών και ανελέητων βενετοτουρκικών συγκρούσεων. Εκτεταμένες παραλιακές ζώνες και τα περισσότερα νησιά παρέμειναν για δύο ακόμη αιώνες υπό την κυριαρχία της Γαληνότατης Δημοκρα¬τίας του Αγίου Μάρκου. Η λατινοκρατία στις περιοχές στις οποίες διατηρήθηκε αποδείχθηκε εξίσου σκλη¬ρή και στυγνή με την κυριαρχία των Τούρκων. Υπό συνθήκες επαχθούς δουλείας το γένος πάλεψε να διατηρήσει την ταυτότητα του, προσανατολισμένο στην Εκκλησία, φάρο και μοναδική του ελπίδα. Μόνη παρηγοριά στο 6αθύ σκοτάδι της σκλαβιάς ήταν η Ορθόδοξη πίστη και οι αναμνήσεις του ένδοξου πα¬ρελθόντος, που μέσα από τους θρήνους της Αλωσης και τα ακριτικά τραγούδια, διαδόθηκαν από γενεά σε γενεά.

Οι πρακτικές των κατακτητών χαρακτηρίστηκαν από βαναυσότητα και βιαιότητα: μαζικές μετακινή¬σεις χριστιανικών πληθυσμών, βαριά φορολογία, εκτεταμένος εποικισμός ελληνικών περιοχών με Τούρ¬κους, διωγμοί και βασανιστήρια. Μεγαλύτερες όμως απειλές αποδείχθηκαν το παιδομάζωμα, για τη στελέ¬χωση των γενιτσαρικών ταγμάτων, καθώς και οι συνε¬χείς πιέσεις για εξισλαμισμό. Αντίστοιχη συμπεριφο¬ρά επέδειξαν και οι Βενετοί στην Κύπρο, την Κρήτη, την Πελοπόννησο και αλλού, όπου επιδόθηκαν σε με¬θοδική προσπάθεια εκλατινισμού των Ελλήνων.

Και όμως, το υπόδουλο γένος άντεξε έχοντας θο¬λή ή, σύμφωνα με άλλους, πλήρη συνείδηση της οντό¬τητας και της καταγωγής του και οι σκλαβωμένοι ραγιάδες αρνήθηκαν να ζήσουν όπως οι νεόκοποι αφέ¬ντες όρισαν. Λίγα μόνο χρόνια μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης και της αυτοκρατορίας εκδηλώ¬θηκαν οι πρώτες τοπικού χαρακτήρα εξεγέρσεις. Τα κινήματα αυτά κάλυψαν το σύνολο σχεδόν του υπό κατοχή ελληνικού χώρου, από την Κύπρο έως τη Χειμάρρα της Ηπείρου. Στους αιώνες που ακολούθησαν δεκάδες μικρές και μεγάλες επαναστάσεις συγκλόνι¬σαν τον τουρκοκρατούμενο Ελληνισμό, με σαφή εθνικοαπελευθερωτικό προσανατολισμό, καταρρίπτο¬ντας τους πρόσφατα χαλκευμένους μύθους περί «αρ¬μονικής συνύπαρξης εντός της Οθωμανικής αυτο¬κρατορίας», «ανοχής των κατακτητών» και «έλλειψης εθνικής ταυτότητας» των υπόδουλων. ΄Οποιος ζει αρ¬μονικά με τον κατακτητή του δεν επαναστατεί. Και οι απελπισμένοι ραγιάδες, μη έχοντας τίποτα πλέον να χάσουν, αμφισβήτησαν εξαρχής τους Ασιάτες σφετε¬ριστές της ελευθερίας τους, της αξιοπρέπειας τους και της τιμής τους.

Η Τουρκοκρατία σημαδεύτηκε από διαρκείς εξε¬γέρσεις και επαναστάσεις. Πότε προσβλέποντας σε παροδικούς συμμάχους, όπως τους Βενετούς ή τους Ρώσους, πότε μόνοι, αλλά πάντα πιστοί στην ιδέα της ελευθερίας, οι ΄Ελληνες αγωνίστηκαν σε στενά και θάλασσα κατά του δυνάστη. Επιβεβαίωσαν έτσι τη διαρκώς ηρωική στάση της φυλής ανά τους αιώνες και συνέχισαν, κρατώντας αλώβητες τις προγονικές επιταγές, αυτό που είθισται να καλείται «ηρωική ηθι¬κή». Πρωτοπόροι στους ένοπλους αγώνες του κατα¬κτημένου γένους, αυτοί που βγήκαν πρώτοι στα βου¬νά για να αναπνεύσουν αέρα ελευθερίας, οι κλέφτες και οι αρματολοί. Ανυπότακτοι και άτακτοι οι πρώτοι, στην υπηρεσία των κατακτητών οι δεύτεροι. ΄Ομως στην πορεία οι δύο θεσμοί συναντήθηκαν με τον τρό¬πο που μόνο η ιστορική νομοτέλεια γνωρίζει. ΄Αξιοι συ¬νεχιστές των Σπαρτιατών και των Βυζαντινών ακρι¬τών, οι κλέφτες και οι αρματολοί συναποτέλεσαν τα ένοπλα τμήματα του υπόδουλου Ελληνισμού. Στα πρόσωπα τους οι ραγιάδες είδαν τους υπερασπιστές της ζωής και της τιμής τους, την ελπίδα για αντίστα¬ση και δικαίωση. Γιατί αυτό αντιπροσώπευαν οι ένο¬πλοι του γένους, τον ασίγαστο πόθο για ελευθερία. Εάν Εκκλησία και κοινοτισμός διατήρησαν την πίστη και τη συλλογική οργάνωση αντίστοιχα, ήταν οι κλέ¬φτες και οι αρματολοί που διατήρησαν δυνατές τις καρδιές και ακέραιο το φρόνημα. Οδήγησαν έτσι, με αξιοθαύμαστη συνέχεια αγώνων και έργων, ως κατα¬λύτες στο ηρωικό 1821 και στην ελευθερία.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ
ΣΤΗΝ ΠΡΩΙΜΗ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ
Εκτεταμένες περιοχές του ελληνικού χώρου κατακτήθηκαν ήδη πριν το 1453. Η σε βαθιά πα¬ρακμή παραπαίουσα αυτοκρατορία δεχόταν τα αλλεπάλληλα κτυπήματα των Τούρκων, οδηγούμενη . Το Βυζάντιο όδευε προς το τέλος, παράγοντες εκείνοι που θα μπο¬ρούσαν να αναστρέψουν την κατάσταση. Η προέ¬λαση των Οθωμανών Τούρκων μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης υπήρξε ραγδαία. Το 1470 κα¬τέλαβαν την Εύβοια, ακολούθησαν σκληρές βενετοτουρκικές συγκρούσεις στην Πελοπόννησο και το Αιγαίο και το 1522 καταλήφθηκε η Ρόδος. Το 1571 κατέλαβαν την Κύπρο και το 1669 ολοκλήρω¬σαν την κατάκτηση της Κρήτης.

Λίγες δεκαετίες μετά την πτώση της Κωνστα¬ντινούπολης είχε πλέον παγιωθεί μία νέα τάξη πραγμάτων, με εντελώς διαφορετικούς παρονομαστές. Οι χριστιανοί, που ήταν τώρα υπήκοοι μίας νέας αυτοκρατορίας, αντιμετωπίστηκαν από τους κατα¬κτητές ως «ζιμήδες» δηλαδή υποταγμένοι. ΄Οφειλαν να εισφέρουν σε είδος ή ακόμα και σε αίμα, με την πρακτική του παιδομαζώματος. Στερήθηκαν των δι¬καιωμάτων τους, ενώ πλεόναζαν οι υποχρεώσεις, από¬λυτα εναρμονισμένες με τις αξιώσεις των κυριάρχων τους. Οι ραγιάδες θεωρούντο κατώτεροι από τους Μουσουλμάνους και όφειλαν να μη τους προκαλούν. Απαγο¬ρευόταν να οικοδομούν εκκλησίες και να ασκούν δημο¬σίως τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, ενώ η διάκριση α¬ποτυπωνόταν παντού, ακόμα και στην ένδυση.

Επαχθέστατο βάρος συνιστούσε η φορολογία, νόμι¬μη και παράνομη (μπαξίσι, δωροδοκία). Το πλέον επώδυ¬νο βάρος, όμως, που άγγιζε τα όρια του απάνθρωπου, συνιστούσε ο εκτουρκισμός των νεαρών παιδιών.

Το παιδομάζωμα διενεργείτο συνήθως ανά πενταετία και ήταν υποχρεωτικό. Οι ραγιάδες δεν είχαν δικαίωμα άρνησης ή αντίστασης. Εξαιρούντο μόνο οι οικογένειες των οποί¬ων ο γιος ήταν μοναχοπαίδι
Το παιδομάζωμα αποτέλεσε πραγματική αιμορραγία και αφαίμαξη του καλύτερου ανθρώπινου δυναμικού του γένους, επεκτάθηκε δε σε ολόκληρη τη Βαλκανική. Μέσω του απάνθρωπου αυτού θεσμού συγκροτήθηκαν και αν
ανέλαβαν δράση τα περίφη¬μα γενιτσαρικά τάγματα.
Αυτά παρήγαν φανατισμένους στρατιώτες και μαχητές της μουσουλμανικής πίστης. Ορισμένοι από αυτούς, οι ικανότεροι, προωθούντο και εξελίσσονταν σε στρατιωτικούς σταδιοδρομίας. Είναι ενδεικτικό ότι 48 γενίτσαροι ανήλθαν ως το αξίωμα του Μεγάλου Βεζίρη. Από αυτούς 11 ήταν Σέρβοι και έξι ΄Ελληνες, αναλογία που αποδεικνύει την έκταση του παιδομαζώματος μεταξύ των ορθόδοξων χριστιανικών πληθυσμών.

Τα στρατολογημένα παιδιά διακρίνονταν σε δύο κα¬τηγορίες: η πρώτη ήταν έφη¬βοι και εκπαιδεύονταν κυρίως στην στρατιωτική τέχνη,
για να στελεχώσουν το σώμα των γενίτσαρων. Η δεύτερη ομάδα ήταν παιδιά έως δέκα ετών και εξαι¬τίας της ηλικίας τους πολύ πιο εύπλαστα. Ανατρέφονταν στο σουλτανικό περιβάλλον λαμβάνοντας και θεωρητι¬κές γνώσεις για τη στελέχωση του διοικητικού μηχανι¬σμού της αυτοκρατορίας. Για την αυτοκρατορία το παιδομάζωμα συνεπαγόταν διπλά όφελος: προσέφερε νέοκαι σφριγηλό δυναμικό στην τουρκική φυλή από τη μία
πλευρά και αποδυνάμωνε και αποψίλωνε πληθυσμιακάτον Ελληνισμό από την άλλη,; αφού τα νέα παιδιά χάνο¬νταν για πάντα :από το γένος. Οι σημερινές πληθυσμια¬κές αναλογίες Ελλήνων και Τούρκων θα ήταν τελείως
διαφορετικές εάν η αύξηση τους ακολουθούσε φυσιο¬λογικούς ρυθμούς και δεν εφαρμόζονταν το παιδομάζωμα και οι βίαιοι εξισλαμισμοί.

Η αναφορά στο παιδομάζωμα γίνεται, διότι ο τρόμος που προκαλούσε στους υπόδουλους ραγιάδες συνέτεινε στην έξοδο των ελληνικών πληθυσμών στα ορεινά. Αυτό με τη σειρά του οδήγησε στη δημιουργία των πρώ¬των πυρήνων ένοπλης αντίστασης, τους κλέφτες. Υπήρχε όμως και ένας δεύτερος παράγοντας: οι χιλιάδες Τούρκοι που μεταφέρθηκαν ως έποικοι από την ανατολι¬κή Μικρά Ασία. Ο εντατικός εποικισμός διαδραμάτισε τον δικό του καθοριστικό ρόλο, ωθώντας πυκνούς ελλη¬νικούς πληθυσμούς να^ αναζητήσουν νέες εστίες στην ορεινή Ελλάδα, αφού δεν ήθελαν ή και δεν άντεχαν τη; συμβίωση με το νέο, σύνοικο στοιχείο.
Ολόκληρες περιοχές, όπως οι Σέρρες, τα Γιαννιτσά, η Κοζάνη και η Πτολεμαϊδα κατακλύστηκαν από' εποίκους, τους λεγόμενους Γιουρούκους (από το ρήμα γιουρούκ = περπατώ). Τους Γιουρούκους, που εγκατα¬στάθηκαν στις παραπάνω περιοχές λίγο πριν το 1400, α¬κολούθησαν λίγες δεκαετίες αργότερα (1430 - 1450) οι Κονιάροι, Τούρκοι από την περιοχή Ικονίου. Αυτοί εγκαταστάθηκαν νοτιότερα, κυρίως στη θεσσαλική πεδιάδα., Οι συνέπειες στη δημογραφία και όχι μόνο υπήρξαν καταλυτικές.

Οι εύφορες πεδιάδες της κεντρικής Μακεδονίας και της Θεσσαλίας εγκαταλείφθηκαν από τους γηγενείς ελ¬ληνικούς πληθυσμούς και κατοικήθηκαν από Τούρκους εποίκους. Ο κορμός της Πίνδου, από τις Πρέσπες έως την Ευρυτανία, συγκροτήθηκε από νέα χωριά και οικισμούς, τους οποίους ίδρυσαν οι κατατρεγμένοι ραγιά¬δες. Κατά τον τρόπο αυτό ο δημογραφικός αλλά και ο κοινωνικός χάρτης μεταβλήθηκε άρδην ΄Ενδοξες πολιτείες κατάντησαν ερείπια ή ασήμαντα χωριά, όπως η Αθήνα και ο Μυστράς. Με τους εποικισμούς δημιουργή¬θηκαν νέες πόλεις, με υψηλό ποσοστό Μουσουλμάνων. Σε πολλά αστικά κέντρα της Θεσσαλίας και της Μακεδο¬νίας οι Τούρκοι αποτέλεσαν σύντομα την πλειοψηφία.

Οι βίαιες, μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών συνεχί¬στηκαν επί μακρόν. Αναφέρεται ενδεικτικά σουλτανικό φιρμάνι του 1705 προς τους μπέηδες της Καστοριάς, της ΄Εδεσσας και της Βέροιας, που επέσειε τον κώδωνα του κινδύνου. Διότι από τον «αναχωρητισμό» αυτόν των σκλαβωμένων Ελλήνων προς τα ορεινά η οθωμανική ε¬ξουσία έχανε φόρους και προσόδους. «Οι ραγιάδες του καζά της Φλωρίνης, αφού αναχώρησαν από τα παλιά τους χωριά, εγκαταστάθηκαν παράνομα στους υπό την εξοσαία σας καζάδες. ΄Οπως μας κοινοποιήθηκε, επήλ¬θε ελάττωση των προσόδων του δημοσίου, εκ της μη κα¬ταβολής φόρων από τους παραπάνω ραγιάδες... Μη εισακούοντας τις προφάσεις, τις εναντιωθείς και τις αι¬τιολογίες τους, να μεταφέρετε και κατοικήσετε αυτούς στα παλιά τους χωριά». Παρά τους εποικισμούς, οι υπό¬δουλοι ραγιάδες διαισθάνονταν σε όλη του την ένταση το αγεφύρωτο χάσμα που τους χώριζε από τους κατα¬κτητές, χάσμα θρησκευτικό και πολιτισμικό.

Συμπερασματικά, παγιώθηκε πλέον μια νέα πραγμα¬τικότητα, που αποτυπώθηκε παντού. Τίποτα δεν θύμιζε το πρόσφατο, ένδοξο παρελθόν. Διότι η πτώση της Κων¬σταντινούπολης και το τέλος της αυτοκρατορίας δεν σήμανε απλώς την απώλεια της ατομικής και συλλογικής ελευθερίας. ΄Ηταν η είσοδος σε έναν νέο κόσμο, στον ο¬ποίο χαράσσονταν νέες διαχωριστικές γραμμές και επέρχονταν καταλυτικές κοινωνικές τομές. Η βυζαντινή αριστοκρατία έδυσε και η νέα τάξη προσανατόλισε τα κατάλοιπα της, όπως τους μετέπειτα Φαναριώτες, στην υπηρεσία της διάδοχης αυτοκρατορίας. Βυζαντινά τα¬κτικά στρατιωτικά σώματα δεν υπήρχαν πλέον και οι νέ¬οι Ελληνες που κατέληγαν εκεί υφίσταντο τη μετάλλαξη του γενιτσαρισμού.

Παρά όσα λέγονται και γράφονται στις ημέρες μας, οι υπόδουλοι είχαν συνείδηση και εθνική αυτογνωσία. Μία αυθαίρετη νεωτεριστική «ιστορία» επιμένει να προ¬σπαθεί να πείσει ότι ο Ελληνισμός του 15ου αιώνα ήταν μία άμορφη εθνικά μάζα, αδιαμόρφωτη και συνειδησια¬κά ρευστή ως προς την ταυτότητα της. Η αλήθεια όμως είναι διαφορετική. Περί το 1300, το «Χρονικόν του Μωρέως» έκανε λόγο για τους «Ελληνες» που ήταν «πολύ αλαζονικοί για το όνομα τους και ακόμη το κρατούσαν...». Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, στην τελευ¬ταία του ομιλία, κατά τις παραμονές της ΄Αλωσης, κάλεσε τους υπερασπιστές της Πόλης να θυμη¬θούν πως ήταν «απόγονοι Ελλήνων» και τους προέ¬τρεψε να πολεμήσουν μέχρι εσχάτων, «... πρώτον μεν υπέρ της πίστεως και ευσέβειας, δεύτερον δε υ¬πέρ της πατρίδος». Ονόμασε δε την πολυθρύλητη «βασιλεύουσα» «ελπίδα και χαρά πάντων των Ελλή¬νων».

Δεκάδες πηγές καταμαρτυρούν το αν και σε ποι¬ον βαθμό είχαν «ταυτότητα» οι ΄Ελληνες της εποχής, τα οποία δεν είναι αντικείμενα εξέτασης του παρό¬ντος βιβλίου. Οπωσδήποτε είναι ιστορικά αυθαίρε¬το να λέγεται πως δεν υπήρχε συλλογική συνείδη¬ση στους ΄Ελληνες, όταν μετέπεσαν σε καθεστώς δουλείας. Αντίθετα, η σκλαβιά αναζωπύρωσε τη διάθεση για εθνική αυτογνωσία και αντίσταση, έστω και αν δεν υπήρχε πλέον πολιτική εξουσία.

Η ηγεσία της Εκκλησίας από την πλευρά της, διαι¬σθανόμενη την έλλειψη αντικειμενικών συνθηκών για δημιουργία κλίματος αντίστασης κατά τα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας, δέχθηκε τη δουλεία ως αναγκαίο κακό. Η Εκκλησία, που ήταν τώρα και πολιτικός εκφραστής του υπόδουλου γένους, συμβιβάστηκε με ένα εί¬δος «νομιμόφρονος υποταγής». Καλλιεργήθηκαν έτσι μεσσιανικές αντιλήψεις, που θεωρούσαν την υποδού¬λωση στους νέους κατακτητές αναπόφευκτη και ανα¬γκαία, προς εξιλέωση και εξαγνισμό των αμαρτιών του γένους. Η άρση της σκλαβιάς έμενε στη διακριτική ευχέ¬ρεια του Θεού. Η θεία πρόνοια θα επέλεγε πώς και πότε θα ερχόταν η λύτρωση.

Η καλλιέργεια τέτοιου κλίματος από πλευράς Εκκλησίας είχε τόσο θετικές όσο και αρνητικές προε¬κτάσεις. Από τη μία πλευρά συγκράτησε τις λαϊκές μά¬ζες από πρώιμα όσο και άκαιρα κινήματα κατά των Τούρ¬κων. Εξάλλου όπου εκδηλώθηκαν τέτοια, εύκολα οι κα¬τακτητές τα κατέστειλαν, καθώς η Οθωμανική αυτοκρα¬τορία βρισκόταν στην ακμή της. Θλιβερές συνέπειες ή¬ταν οι σφαγές και πρόσθετοι βίαιοι εξισλαμισμοί.

Από την άλλη πλευρά, η καλλιέργεια κλίματος «αυ¬τοσυγκράτησης» στη λογική του «πάλι με χρόνια, με καιρούς...» οδηγούσε στη μοιρολατρία, την ηττοπά¬θεια, καθώς και σε αντιλήψεις εσχατολογικού χαρακτήρα. Η όλη κατάσταση λίγες δεκαετίες μετά την παγίωση της οθωμανικής κυριαρχίας ήταν πραγματικά απελπιστική, καθώς όλοι οι συντελε¬στές ήταν σε βάρος του Ελληνισμού.

_________________
Ει Κύριος μεθ ημών, ουδείς καθ ημών

Ω ξήν, αγγέλεις Λακεδαιμονίοις, ότι τήδε κείμεθα, τοις κείνων ρήμασι (αεί) πειθόμενοι!


Top
 Profile  
 
 Post subject: Re: ΑΡΜΑΤΩΛΟΙ ΚΑΙ ΚΛΕΦΤΕΣ
Unread postPosted: 19 Mar 2010, 12:56 
Forum Legend
Forum Legend

Joined: 30 Oct 2007, 09:47
Posts: 1331
Location: Εδεσσα
Has thanked: 0 time
Have thanks: 5 time
Highscores: 19
«ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΙ»
ΟΙ ΠΡΟΔΡΟΜΟΙ ΚΛΕΦΤΩΝ ΑΡΜΑΤΟΛΩΝ









Η προέλαση των Οθωμανών Τούρκων, όπως προανα¬φέρθηκε, δεν κάλυψε ολόκληρη την ελληνική χερσόνη¬σο. Στρατηγικά σημεία, οχυρές θέσεις και παραλιακές πόλεις παρέμειναν στην κατοχή των Βενετών για δύο και πλέον αιώνες, ιδίως στην Πελοπόννησο και τη δυτική Ελλάδα. Οι υπόδουλοι ήταν εκ των πραγμάτων υποχρεω¬μένοι να συνδιαλλεγούν με τους Τούρκους, ώστε να αμ¬βλυνθούν, όσο ήταν δυνατόν, οι συνέπειες της κατάκτη¬σης. Είδη συνδιαλλαγής παρατηρήθηκαν ήδη στην πρώ¬ιμη Τουρκοκρατία.

Στα Μαντεμοχώρια της Χαλκιδικής, λόγω της ανάγκης εργατικών χεριών για την εξόρυξη του ορυκτού πλούτου της περιοχής, δεν ίσχυσε το παιδομάζωμα. Στα Δερβενοχώρια της Κορινθίας οι εντόπιοι υποχρεούντο να φυλάσσουν τα περάσματα της περιοχής, με αντάλλαγμα φοροαπαλλαγές. Ανάλογα παραδείγματα υ¬πήρξαν και σε άλλα μέρη. Αυτή η πρακτική αφορούσε βεβαίως τους φιλήσυ¬χους χωρικούς. Τα πιο ανήσυχα πνεύματα, οι δυναμι¬κότεροι νέοι, βλέποντας την προέλαση και την εγκα¬τάσταση των Τούρκων στις περιοχές τους, κινούντο ήδη σε λογική αντίστασης. Εύλογα αναζήτησαν στη¬ρίγματα στους Βενετούς, παρόλο που και αυτοί αντι¬προσώπευαν μία ξένη, συχνά στυγνή, κυριαρχία. Τα ε¬μπόδια στο να καταστεί μόνιμη και ανιδιοτελής αυτή η ιδιότυπη συνεργασία δεν έλειψαν. Η εκκλησιαστική ηγεσία σαφώς δεν ενίσχυσε τη σύμπραξη Ελλήνων και Βενετών στα πεδία των μαχών Στη θεώρηση της Εκκλησίας κυριάρχησε μία μεσσιανική ή και εσχατολογική αντίληψη, κατά την οποία η δουλεία ήταν περί¬που «θέλημα Θεού", μία διαδικασία εξαγνισμού του γένους για τα αμαρτήματα του. Η σχετική ανοχή των Οθωμανών ως προς την Ορθοδοξία ήταν προτιμητέα για την Εκκλησία από τον βίαιο εκλατινισμό τον οποίο επανειλημμένα επιχείρησαν οι Βενετοί.

Αυτοί πάντως που πήραν πρώτοι τα όπλα κατά των Τούρκων, συνεργαζόμενοι με τους Βενετούς αλ¬λά κινούμενοι συχνά κα ως αυτόνομοι, καθιερώθηκαν και αποτυπώθηκαν στην ιστοριογραφία ως «στρατιώται». ΄Ηταν οι πρώτοι οργανωμένοι ένοπλοι μαζί με τους ανοργάνωτους και άτακτους, τους κλέφτες, για τους οποίους θα γίνουν εκτενείς αναφορές στη συνέ¬χεια.

Οι «στρατιώται» απαντούν στις βενετικές πηγές με τον αντίστοιχο όρο «stratiotί», ανάλογες όμως ανα¬φορές υπάρχουν και σε παλαιότερα βυζαντινά κείμε¬να. Παράλληλα, βενετικά έγγραφα κάνουν λόγο για ανυπότακτους κλέφτες, πιστοποιώντας ότι από τα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας υπήρξε φυγή των ανυπότακτων προς τα ορεινά και ένοπλη δράση τους κατά της οθωμανικής εξουσίας. Οπωσδή¬ποτε, οι πρώτοι αυτοί οργανωμένοι ένοπλοι του υπό¬δουλου γένους βρήκαν πρόσφορο έδαφος δράσης στην Πελοπόννησο και άλλα σημεία, λόγω της παρου¬σίας βενετικών δυνάμεων. Αντίθετα, σε βόρειες επαρ¬χίες, που τελούσαν υπό τον πλήρη έλεγχο των Τούρ¬κων, όπως στη Θεσσαλία και στη Μακεδονία, δεν πι¬στοποιήθηκε ύπαρξη και δράση "στρατιωτών». Εκεί, στους ορεινούς όγκους των Χασίων, του Ολύμπου και του Βερμίου, οι ανυπότακτοι εκφράστηκαν μέσα από τον κλέφτικο βίο ζώντας απομονωμένοι σε δυσπρόσι¬τες πλαγιές και διενεργώντας επιδρομές ληστρικού χαρακτήρα. Στη συνείδηση τους κυριαρχούσε η ανά¬γκη της επιβίωσης, υπό συνθήκες εξαιρετικά σκλη¬ρές, σε αντίθεση με τους «στρατιώτας» του Νότου, που είχαν μία διαυγέστερη αντίληψη για την ανάγκη αποτίναξης του οθωμανικού ζυγού.

Οι «στρατιώται» βρήκαν πρόσφορο πεδίο δράσης μέσα από τις αλλεπάλληλες πολεμικές συγκρούσεις Τούρκων και Βενετών. Δέκα μόλις χρόνια μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης ξέσπασε ο πρώτος από τους πέντε συνολικά βενετοτουρκικούς πολέ¬μους, τον Ιούλιο του 1463. Οι «στρατιώται» ανέλαβαν αμέσως δράση, υπό τις σημαίες της Γαληνότατης Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν Πελοποννήσιοι και πολέμησαν στα μέ¬τωπα του νοτιοελλαδικού χώρου.

Σε αυτή την πρώιμη φάση της Τουρκοκρατίας δια¬σώθηκαν από διάφορες πηγές, κυρίως βενετικές, ο¬νόματα «στρατιωτών», εκείνων των πρώτων ουσιαστικά ενόπλων του υπόδουλου γένους. Οργανωμένοι από τους Βενετούς κατά οικογένειες και φάρες, άφη¬σαν τα αποτυπώματα τους στον 16ο αιώνα. Κατέστη¬σαν έτσι προάγγελοι των κλεφτών και των αρματο¬λών. Οι «στρατιώται» αποτέλεσαν κατά κάποιον τρό¬πο συνδετικό κρίκο με τους Βυζαντινούς μαχητές, γιατί με τη δράση τους συνέδεσαν το στρατιωτικό μεγαλείο του Βυζαντίου με την αντίσταση του υπόδου¬λου πια γένους.

΄Εφεραν τις πλούσιες περγαμηνές της αυτοκρατο¬ρίας, καθώς πολλοί από αυτούς ήταν γόνοι παλαιών βυζαντινών οίκων. Και από την άλλη πλευρά, ήταν οι πρόδρομοι των κλεφτών και των αρματολών.

Ο Ηλίας Οικονομόπουλος, στο βιβλίο του «Αρμα¬τολοί και κλέφται», ένα έργο του 1902, ονόμασε τους Πέτρο Μπόνα και Μιχαήλ Ράλλη ως «πρώτους και γνωστότατους μετά την άλωσιν ΄Ελληνες οπλαρχη¬γούς, αν και όχι ακόμη αλη&είς αρματολούς». Οι δύο προαναφερθέντες αντιπροσώπευαν τις πλέον ονομα¬στές οικογένειες πολεμιστών. Οι Ράλληδες, επιφανής οίκος της Πελοποννήσου, προσέφεραν γενναίους πο¬λεμιστές, με προεξάρχοντες, τους Νικόλαο, Εμμα¬νουήλ και Μιχαήλ Ράλλη. Στον τελευταίο, μάλιστα οι Βενετοί ανέθεσαν την οργάνωση όλων των «στρατιω¬τών» της Πελοποννήσου. ΄Αλλος οίκος που απέκτησε φήμη στα πεδία των μαχών ήταν οι Μπούες, με πρώ¬τους τους τρεις αδελφούς: τον Αλέξιο, τον Πέτρο και τον Γκίνη (ή Γκίνο) Μπούα. Η δράση του τελευταίου έ¬φθασε έως τα ηπειρωτικά παράλια και τη Χειμάρρα, Πιο γνωστός από όλους, όμως, αναδείχθηκε ο Κορκόδειλος Κλαδάς, καθώς και ο αδελφός του Μάρκος, με πλούσια στρατιωτική δράση σε ολόκληρη τη δυτική Ελλάδα. ΄Αλλη οικογένεια «στρατιωτών» υπήρξε αυτή των Παλαιολόγων, με γενάρχη τον Παύλο Παλαιολό¬γο. Δεν έχει πιστοποιηθεί εάν υπήρχε καταγωγή από τον βασιλικό οίκο του Μυστρά ή αν χρησιμοποιούσαν το όνομα για συμβολικούς λόγους.

Ο οπλισμός των «στρατιωτών», υποτυπώδης στην αρχή, ενισχύθηκε με τη συνδρομή των Βενετών. Στα πρώτα χρόνια της δράσης τους χρησιμοποιούσαν συ¬χνά το τόξο, ενώ έφεραν μακρύ δόρυ. Ο οπλισμός τους ήταν γενικά ελαφρύτερος από αυτόν των Βενε¬τών. Στην πορεία εξοικειώθηκαν με τη χρήση του ξί¬φους, εγκαταλείποντας το δόρυ.

Επικουρικά χρησιμοποιούσαν και δικά τους, αυτο¬σχέδια όπλα, όπως ρόπαλα και σφενδόνες. Η αμυντι¬κή τους θωράκιση ήταν υποτυπώδης. Σε αντίθεση με τους Βαρείς, σιδηρόφρακτους Δυτικούς ιππότες και τους ίδιους τους Βενετούς, οι «στρατιώται» έφεραν έναν ελαφρύ θώρακα. Σπάνια φορούσαν περικεφα¬λαία. Πολλοί από τους «στρατιώτες» διατηρούσαν ίπ¬πο και έδωσαν έτσι στους Βενετούς τη δυνατότητα να συστήσουν ομάδες ιππικού από εντόπιους.

Στα πεδία των μαχών οργανώθηκαν κατά «κομπα¬νίες», κατά το πρότυπο των σημερινών λόχων. Κάθε «κομπανία» αποτελείτο συνήθως από 50-60 «στρατιώτας». Αναφέρονται όμως και «κομπανίες» των 100 - ή και 200 ανδρών. Μία περιγραφή των «στρατιωτών» μας έδωσε το 1494 ο Φίλιππος ντε Κομέν, Ισπανός α¬ξιωματούχος. Τους περιέγραψε ως «γενναίους και υπομονετικούς, που έμεναν στην ύπαιθρο μαζί με τα άλονά τους και που το μόνο που σκέπτονταν ήταν η πο¬λεμική δράση».

Στην πολεμική τους δεξιότητα και τον καθημερι¬νό βίο εύκολα θα εντοπίσει ο ερευνητής τα στοιχεία εκείνα που χαρακτήρισαν αργότερα, σε διαχρονική βάση, τους κλέφτες: πολεμική δεξιότητα και δράση, εγκαρτέρηση στις κακουχίες, μεγάλα αποθέματα α¬ντοχής στην πείνα και στη δίψα, ικανότητα στο να δια¬νύουν δεκάδες χιλιόμετρα εντός ολίγων ωρών σε ε¬ξαιρετικά δύσβατες περιοχές.

Οι επαφές και οι συνεργασίες των Ελλήνων ενό¬πλων της πρώιμης Τουρκοκρατίας με τους Βενετούς και αργότερα τους Ισπανούς και τους Ρώσους είχαν ευκαιριακό χαρακτήρα και περιστασιακή διάρκεια. Επρόκειτο για μια σχέση στη συνολική της θεώρηση ερμαφρόδιτη, δίχως στρατηγικό σχεδιασμό και συνέ¬χεια. Για την εφήμερη συνεργασία Ελλήνων και Βενε¬τών ήταν υπαίτιος κατά βάση ο καιροσκοπισμός των δεύτερων. ΄Οταν οι αντιτουρκικές επιθέσεις των «στρατιωτών» πύκνωναν, προκαλείτο δυσφορία στους Βενετούς, εάν αυτοί διήνυαν περίοδο ειρήνης με τους Τούρκους. Οι σχέσεις Ελλήνων και Βενετών έφθαναν τότε έως και τη ρήξη. Οι «στρατιώται» ανακηρύσσονταν ληστές και, εάν συλλαμβά¬νονταν, καταδικάζονταν σε φυλάκιση ή εξορία. ΄Ετσι, πολλοί ΄Ελληνες ένοπλοι έγιναν φυγόδικοι. Κατέφευγαν σε αυτόνομες ζώνες, που γειτόνευαν με τα υπό βενετική κατοχή εδάφη: Πρέβεζα, Πάργα, Μάνη, Χειμάρρα και αλλού. Εκεί αναλάμβαναν την ιδιότητα των κλεφτών, απεγκλωβιζόμενοι από τις δεσμεύσεις τους προς τη Βενετία.
Είναι επιπλέον βέβαιο ότι η πειθαρχημένη ζωή των «στρατιωτών», όπως την εννοούσαν και την ορ¬γάνωσαν οι Βενετοί, προκαλούσε συχνά δυσαρέσκει¬ες στους ΄Ελληνες «στρατιώτας». Οι αντιδράσεις των τελευταίων και οι προστριβές με Βενετούς αξιωματι¬κούς ήταν συχνές. Ατίθασοι και απείθαρχοι, οι πρώτοι αυτοί ένοπλοι του γένους, ήταν «μη ευθυγραμμίσιμοι» προς τα δυτικά πρότυπα, διατηρώντας μια δική τους, προσωπική αντίληψη, περί ατομικής ελευθε¬ρίας. Θα ήταν εξαιρετικά παρακινδυνευμένο να προσ¬δώσει κανείς στους «στρατιώτας» ισχυρή εθνική συ¬νείδηση, τουλάχιστον όχι σε όλους. Αναμφίβολα, οι γνωστότεροι από αυτούς και όσοι ανέλαβαν ηγετι¬κά καθήκοντα είχαν αντίληψη του εθνικοαπελευθερωτικού τους ρόλου. Η περίπτωση του Γκίνη Μπούα είναι χαρακτηριστική. Οι οπλίτες, όμως, εντάχθηκαν στο πλευρά των Βενετών με συνείδηση περισσότερο μισθοφόρων, αφού μισθοδοτούντο από αυτούς. Αρκετοί ήταν κοινοί τυχοδιώκτες, με εμφανή την έλ¬λειψη πειθαρχίας. Αναφέρεται ενδεικτικά ότι «στρα¬τιώται» που υπηρετούσαν στη βενετική δύναμη που υπερασπιζόταν τη Μεθώνη επιχείρησαν το 1470 να αλλάξουν στρατόπεδο και να ενταχθούν στα τουρκι¬κά στρατεύματα, επειδή οι Βενετοί τους όφειλαν μι¬σθούς. Προσωπικές φιλοδοξίες οδήγησαν ακόμη και επώνυμους στην πλευρά των Τούρκων. Ο διαβόητος Κακαμούσας, πρώτος εξάδελφος του Γκίνη Μπούα, ή¬ταν ένας από αυτούς. Προσχώρησε και συνεργάστηκε με τους κατακτητές, αφού πρώτα δέχθηκε να εξισλα¬μιστεί.

Ψήγματα όμως εθνικής συνείδησης ήταν εμφανέ¬στατα στη δράση των πρώτων αυτών ενόπλων του γέ¬νους, που διαφαίνονταν πιο ενισχυμένα στους οπλαρ¬χηγούς τους. Σε έγγραφο του περί το 1510 Βενετός α¬ξιωματούχος έκανε λόγο για απειθαρχία του καπετά¬νιου Νικόλαου Παλαιολόγου, ο οποίος επικεφαλής «στρατιωτών» αρνήθηκε να υπακούσει στις διαταγές του και συμμάχησε με άτακτους ΄Ελληνες ενόπλους. Τέτοιες μαρτυρίες πιστοποιούσαν την εύλογη άποψη: κανένας συναισθηματικός δεσμός δεν έφερνε τους ΄Ελληνες «στρατιώτας» κοντά στους Βενετούς, ούτε και στους Τούρκους.
Οι πρώτοι ένοπλοι του σκλαβωμένου Ελληνισμού αντιμετώπισαν τις συμμαχίες αυτές συγκυριακά ή και ως αναγκαίο κακό, ώστε μέσα από τα αξιώματα και την πολεμική δράση να ισχυροποιηθούν οι ίδιοι. Σημασία έχει όμως αυτό που προεπισημάνθηκε: η συνείδηση πολλών «στρατιωτών» με πρόσφατη την πτώση της Κωνσταντινούπολης και της αυτοκρατορίας, εξέφράζε, εμμέσως πλην σαφώς, εθνικοαπελευθερωτικές προθέσεις ως προς τις ενέργειες τους. Τα παραδείγματα υπήρξαν πολλά: όταν το 1479 η Βενετία θέλησε να μεταφέρει Ελληνες «στρατιώτας» στην ιταλική χερσόνησο και να τους αξιοποιήσει στρατιωτικά εκεί, αυτοί αρνήθηκαν. Εκπρόσωποι τους παρουσιάστηκαν ενώπιον του συμβουλίου των δόγηδων δηλώνοντας ότι επιθυμούσαν «να φρουρούν την πα¬τρίδα τους». Βενετός αξιωματούχος χαρακτήρισε το 1494 τους «στρατιώτας» ως «κυματοθραύστες» της Πελοποννήσου. Υπήρξαν βέβαια και εξαιρέσεις κάποιων Ελλήνων πολεμιστών, που βρέθηκαν και πολέ¬μησαν στη Δύση. Από ένα λαϊκό στιχούργημα του σρατιώτου» Τζάννε Κορωναίου αντλούνται σημαντικές πληροφορίες για την πολεμική δράση του Μερκούρη Μπούα, φημισμένου οπλαρχηγού που πολέμησε και στη Δύση, υπό τη σημαία της Βενετίας. Ικανοποιημένη από τις μαχητικές ικανότητες των στρατιωτών» και τις πολεμικές τους επιδόσεις στον ιδικό χώρο, η Γαληνότατη Δημοκρατία του Αγίου Μάρκου ενθάρρυνε την απόσπαση τους σε άλλα πολεμικά μέτωπα. Φαίνεται πως κάποιοι επέλεξαν να συνεχίσουν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, δίνοντας μονιμότητα στην «επαγγελματική» τους σχέση με τους Βενετούς.

΄Ετσι, πολλοί «στρατιώται» πολέμησαν στην Ιταλία και αλλού, για λογαριασμό του παπικού κράτους, του πανικού Βασιλείου της Νεαπόλεως, των Αψβούργων και φυσικά της ίδιας της Βενετίας. Το αντάλλαγμα δεν ήταν μόνο ο μισθός, αλλά σε πολλές περιπτώσεις η παραχώρηση γης και η προσφορά τίτλων τιμής και ευγενείας. Στην ισπανοκρατούμενη νότια Ιταλία οι στρατιώται» αναφέρονται στις πηγές με την ισπανική τους ονομασία: "estradiotes". Οι Ισπανοί τους χρησιμοποίησαν σε όλα τα μέτωπα που διατηρούσε η κραταιά αυτοκρατορία τους, μέχρι τη Νορμανδία και τη Φλάνδρα. Τα σώματα των «στρατιωτών» που έδρασαν Δύση και μονιμοποίησαν την παρουσία τους εκεί επιβίωσαν με τη μία ή την άλλη μορφή επί αιώνες. Το Περίφημο «Βασιλικό Μακεδονικό Σύνταγμα», που έδρασε περί το 1780 νότια Ιταλία, δεν ήταν παρά ΄Ελληνες απόγονοι των estradiotes της Νεαπόλεως. Αξίζει στο σημείο αυτό μία α¬ναφορά στην ψυχολογία των αν¬δρών αυτών. Οι πρώτοι ένοπλοι ΄Ελληνες που τέθηκαν αυτόβου¬λα στην υπηρεσία των Βενε¬τών, ανεξάρτητα της ισχυρής ή μη εθνικής τους συνείδη¬σης, είχαν μεταξύ τους έναν κοινό παρονομαστή: μισούσαν θανάσιμα τους Τούρκους και την εξουσία τους. Το μίσος αυτό αποτυπώθηκε και εκφράστηκε με πολλούς τρό¬πους. Στο έργο του Γεωργίου Χορτάτζη «Κατζούρμπος», τυπι¬κό δείγμα της κρητικής λογοτεχνίας επί δενετοκρατίας, ένας Ελληνας «στρατιώτης» μιλά με πάθος για «σκότωση των Τούρκων» και εκδίκηση με αυτά τα λόγια:

«Κι ας ήμουν εδεκεί, να μπω να πολεμήσω,
σ 'ένα φουστίτο μοναχός, τρακόσους να ξεσκίσω,
σολδάδους και τσαούσηδες
και χίλιους γενιτσάρους...
και το σπαθί μου σε καρδιές πασάδων να χορτάσω».

Η σπουδαιότητα του θεσμού των «στρατιωτών» αναδείχθηκε με τη λήξη της παρουσίας των Βενετών στον ελλαδικό χώρο. Αυτό διότι πολλοί από αυτούς συνέχισαν τη δράση τους ως επαγγελματίες του πο¬λέμου, πλέον ως αρματολοί. ΄Αλλοι πάλι δεν αναζήτη¬σαν εργοδότη και επέλεξαν να ανέλθουν στα όρη ως ανυπότακτοι κλέφτες. ΄Ηταν λοιπόν οι ένοπλοι της πρώιμης Τουρκοκρατίας συστατικό στοιχείο για τη διασφάλιση μίας συνέχειας στην παραγωγή πολεμι¬στών. Αρκετοί κλέφτες ήταν πρώην «στρατιώται», που μετά την έξωση των Βενετών από τον ελλαδικό χώρο είχαν περάσει στην παρανομία. Ενίσχυσαν έτσι τη ληστρική παράδοση και την διαιώνισαν, μετατρε¬πόμενοι σε ανυπότακτους οπλοφόρους των ορέων και αργότερα σε αγωνιστές της ελευθερίας.

_________________
Ει Κύριος μεθ ημών, ουδείς καθ ημών

Ω ξήν, αγγέλεις Λακεδαιμονίοις, ότι τήδε κείμεθα, τοις κείνων ρήμασι (αεί) πειθόμενοι!


Top
 Profile  
 
 Post subject: Re: ΑΡΜΑΤΩΛΟΙ ΚΑΙ ΚΛΕΦΤΕΣ
Unread postPosted: 19 Mar 2010, 12:57 
Forum Legend
Forum Legend

Joined: 30 Oct 2007, 09:47
Posts: 1331
Location: Εδεσσα
Has thanked: 0 time
Have thanks: 5 time
Highscores: 19
ΕΞΕΓΕΡΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΔΥΤΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟ

Κατά τη δεκαετία του 1460 σημειώθηκαν οι πρώ¬τες σοβαρές πολεμικές ενέργειες των «στρατιωτών», ου υπερασπίστηκαν μαζί με τους Βενετούς την Πελοπόννησο. Απέναντι τους είχαν τις ισχυρές οθωμανικές δυνάμεις, που με επικεφαλής τον Μαχμούτ πασά, εισέβαλαν στην Αρκαδία, αφού πρώτα κατέστρεψαν το Αργός. Οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν με σφοδρότητα, ιδίως κατά το 1463. Υπό την αρχηγία των Μιχαήλ Ράλλη και Πέτρου Μπούα, με αναπεπταμένες τις βενε¬τικές σημαίες του Αγίου Μάρκου, οι ΄Ελληνες συγκρούστηκαν επανειλημμένα με τους Τούρκους, περιορίζοντάς τους στην Αργολίδα και την Κορινθία. Στον Ισθμό (τότε Εξαμίλιον) οι Τούρκοι επιδόθηκαν στην κατασκευή τείχους, στρατολογώντας ως εργάτες 30.000 εντοπίους, ώστε να απομονωθεί η Πελο¬πόννησος. Κατόπιν, οι Μαχμούτ και Ομάρ πασάς, έχο¬ντας δύναμη 10.000 ανδρών, συγκρούστηκαν με τις υ¬πέρτερες βενετικές δυνάμεις, αποτρέποντας από την κατάληψη της Κορίνθου, στη μάχη που έλαβε χώρα στις 20 Οκτωβρίου 1463. Τον Νοέμβριο νέες ενισχύ¬σεις έφθασαν στον Μαχμούτ πασά, ο οποίος προχώ¬ρησε και κατέλαβε το Αργός και το Ναύπλιο. Οι απώ¬λειες όμως των Τούρκων ανήλθαν σε 5.000 άνδρες. Αυτό εξηγεί και τη μανία τους, αφού την προέλαση τους συνόδευσαν ωμότητες και μαζικές εκτελέσεις. Στην Κωνσταντινούπολη στάλθηκαν σιδηροδέσμιοι 70 Βενετοί, ενώ 60 ΄Ελληνες «στρατιώται» που συνελήφθησαν εκτελέστηκαν. Επιπλέον 500 άμαχοι στάλθη¬καν επίσης στην Κωνσταντινούπολη, όπου, κατόπιν διαταγής του σουλτάνου, θανατώθηκαν.
Ενώ οι προελαύνοντες Τούρκοι προσπαθούσαν να εδραιωθούν στην Πελοπόννησο, μέσα από τις σκλη¬ρές μάχες που έλαβαν χώρα αναδείχθηκε η πλέον η¬ρωική μορφή εκείνης της περιόδου: ο περίφημος Μι¬χαήλ Ράλλης, που πρωταγωνίστησε στις σφοδρές συ¬γκρούσεις κατά των Τούρκων. ΄Ηταν από τους πλέον τολμηρούς και εμπειροπόλεμους οπλαρχηγούς, αποκαλείτο δε και «Ισης». Τον Αύγουστο του 1466, θέλο¬ντας να συνδράμει τους Βενετούς, ο Μιχαήλ Ράλλης πολιόρκησε την Πάτρα, έξω από την οποία συγκρού¬στηκε με τις δυνάμεις του Ομάρ πασά. ΄Οπως χαρακτη¬ριστικά γράφτηκε, ο Ράλλης «κατακερμάτισε τις οθωμανικές φάλαγγες, επιδειξάμενος μοναδικόν ηρωισμόν και τρέψας σε φυγήν τους εχθρους». Κατόπιν παρότρυνσης των Βενετών αξιωματικών, ο Μιχαήλ Ράλλης και οι «στρατιώται» του καταδίωξαν τους υπο¬χωρούντες Τούρκους. Αυτοί όμως παρέσυραν τους ΄Ελληνες και τους Βενετούς εντός στενωπού, ανασυ¬ντάχθηκαν και αντεπιτέθηκαν. Περισσότεροι από 100 Ελληνες φονεύθηκαν και εκατοντάδες άλλοι συνελή¬φθησαν, ανάμεσα τους και ο ίδιος ο Ράλλης. Οι Τούρ¬κοι προχώρησαν αμέσως σε εκτελέσεις. Ανάμεσα σε ε¬κείνους που βρήκαν μαρτυρικό θάνατο ήταν και οι αρ¬χηγοί: ο Μάρκος Κλαδάς, που γδάρθηκε ζωντανός και ο Μιχαήλ Ράλλης, που ανασκολοπίστηκε. Οι δυο τους, πρωτοπόροι πολέμαρχοι του υπόδουλου γένους, λίγα μόλις χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινούπο¬λης, εγκαινίασαν με τη θυσία τους μία μακραίωνη αλυ¬σίδα αγώνων, που έφθασε έως το 1821.

Ο Μιχαήλ Ράλλης δεν ήταν ο μόνος ήρωας της ο¬νομαστής οικογένειας. Λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1461, ο Γεώργιος Ράλλης, πιθανότατα εξάδελφος του, εστά¬λη από τους Βενετούς στη Μακεδονία επικεφαλής αντιπροσωπείας προς διαπραγμάτευση με τον σουλτά¬νο. Οι οθωμανικές Αρχές, όμως, τον έκλεισαν στις φυ¬λακές της Βέροιας, όπου και απεβίωσε από τα βασανι¬στήρια.

Ο Γεώργιος Ράλλης και ιδιαίτερα ο Μιχαήλ, αναδεί¬χθηκαν σε σύμβολα αντίστασης, σε πανελλήνια έκτα¬ση. Ο Μιχαήλ Ράλλης ήταν ο πρώτος μετά τον Κωνστα¬ντίνο Παλαιολόγο που υμνήθηκε από τους υπόδου¬λους ΄Ελληνες τόσο πολύ, η δε ανάμνηση του διατηρή¬θηκε ζωντανή επί μακρόν. Από το 1480 και εξής τη σκυτάλη των αγώνων ανέ¬λαβε ο Κορκόδειλος Κλαδάς. Οι Κλαδάδες, ονομαστή οικογένεια στρατιωτικών, είχαν ως βάση την ιδιαίτερη πατρίδα τους, τη Μάνη. Η καταγωγή τους ήταν από την ΄Ηπειρο, μετανάστευσαν όμως στη Λακωνία κατά την ύστερη βυζαντινή περίοδο. Ο Κορκόδειλος ήταν γιος του ονομαστού οπλαρχηγού Θεόδωρου Κλαδά.

΄Οταν οι Οθωμανοί Τούρκοι εισέβαλαν στην Πελο¬πόννησο, το 1459, ο Κορκόδειλος Κλαδάς παρέμεινε ανυπότακτος και συνέχισε τον αγώνα. Η αδυναμία των Τούρκων να τον συλλάβουν οδήγησε τον σουλτάνο Μωάμεθ Β' στην απόφαση να του παραχωρήσει μέρος της κοιλάδας του Ευρώτα, στην περιοχή Ελός, ως φέ¬ουδο, όπως τα κατοπινά αρματολίκια. Ο Κλαδάς δεν φαίνεται να συμβιβάστηκε με αυτή τη γενναιοδωρία, αφού στις συνεχιζόμενες βενετοτουρκικές συγκρού¬σεις της δεκαετίας του 1460 πολέμησε από κοινού με τους Βενετούς κατά των νέων κυριάρχων. Η συνέχεια όμως εξελίχθηκε διαφορετικά, μετά τη στροφή της Γα¬ληνότατης Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου.

΄Οταν, στο τέλος του 1479, οι Βενετοί ήλθαν σε συ¬νεννόηση με τους Τούρκους προς εκχώρηση της Μά¬νης στους δεύτερους, οι Κλαδάδες με επικεφαλής τον Κορκόδειλο αντέδρασαν. Αρνήθηκαν την πρόταση των Βενετών να εγκαταλείψουν τη Μάνη και να εγκα¬τασταθούν στην Κορώνη. Ο Κλαδάς φαίνεται πως συ¬νέλαβε σε εξαιρετικά πρώιμη φάση την επαμφοτερίζουσα τακτική των Βενετών και την αφερεγγυότητα τους απέναντι στην υπόθεση της ελευθερίας των Ελλήνων. Το 1479, λοιπόν, με την υπογραφή της βενετοτουρκικής συνθήκης ειρήνης που προαναφέρθηκε, παγιώθηκε μέσα του η αρνητική αντίληψη για τον ρό¬λο των Βενετών, που χρησιμοποιούσαν τους ΄Ελληνες ως αναλώσιμο έμψυχο υλικό στις μάχες, για να τους ξεχάσουν μετά, λόγω της προσέγγισης με τους Τούρ¬κους. Ο Κλαδάς, όπως και πολλοί άλλοι Πελοποννήσιοι πολέμαρχοι και συμπολεμιστές του, εξοργίστηκαν ό¬ταν οι Βενετοί επέμειναν να τους πείσουν να εγκατα¬λείψουν τη Μάνη. Τους πρότειναν μάλιστα ως εναλλα¬κτική λύση μεταφορά και εγκατάσταση στην Ιταλία. Οι σχέσεις, τεταμένες από καιρό, διερράγησαν πλήρως όταν οι Βενετοί συνέλαβαν και παρέδωσαν στους Τούρκους ορισμένους «στρατιώτας».

Τον Ιανουάριο του 1480 ισχυρές τουρκικές δυνά¬μεις προσέβαλαν τη Μάνη, όπου είχαν συγκεντρωθεί οι σπουδαιότεροι ΄Ελληνες οπλαρχηγοί της Πελοπον¬νήσου με αρχηγέτη τους τον Κορκόδειλο Κλαδά. Σε ε¬νίσχυση των αποκλεισμένων στη Μάνη προσέτρεξε ο Θεόδωρος Μπούας, επικεφαλής 60 «στρατιωτών».. Αφού συγκρούστηκε στο Αργός με τους Τούρκους και; αιχμαλώτισε 33 από αυτούς, κατήλθε στη Μάνη, όπου ενώθηκε με τις δυνάμεις του Κλαδά. Οι Τούρκοι, μία δύναμη 2.500 συνολικά ανδρών, έχοντας επικεφαλής τον διοικητή της Πελοποννήσου Σουλεϊμάν πασά, προσέγγισαν το Οίτυλο, από όπου θα επιχειρούσαν| προώθηση στο εσωτερικό της Μάνης. Στην αρχή ση¬μείωσαν κάποιες επιτυχίες, όπως την εκπόρθηση του πύργου του Τριγοφύλου, όπου συνέλαβαν 19 ΄Ελληνες, Κυρίευσαν επίσης το ίδιο το Οίτυλο, το Μεγαλοχώρι| και το χωριό Παπαφίγγος. Ο Κορκόδειλος Κλαδάς, αφού οπισθοχώρησε σε ασφαλέστερα, ορεινά σημεία, στη συνέχεια αντεπιτέθηκε με αποφασιστικότητα.

Η κρίσιμη μάχη έλαβε χώρα κοντά στο Οίτυλο στις 19 Ιανουαρίου 1481. Οι Τούρκοι συνετρίβησαν και απο¬σύρθηκαν στη Σπάρτη, αφήνοντας στο πεδίο της μά¬χης 700 νεκρούς. Η οργή του σουλτάνου υπήρξε μεγά¬λη: διέταξε να εκτελεστούν οι 19 που συνελήφθησαν στον πύργο Τριγοφύλου και τοποθέτησε ως νέο διοι¬κητή του τουρκικού εκστρατευτικού σώματος τον Αχμέτ Μπέη. Οι επιχειρήσεις προσέλαβαν διάρκεια. Ο Κορκόδειλος Κλαδάς, έχοντας πλάι του τον έμπειρο πολέμαρχο Θεόδωρο Μπούα, αντιστάθηκε με επιτυχία στην εισβολή των Τούρκων επί μήνες. Νέες όμως ενι¬σχύσεις κατέφθασαν και οι εισβολείς υπερέβαιναν πλέον τους 8.000. Στις 4 Απριλίου 1481 οι Τούρκοι κατέλαβαν τη δίοδο του Μαυροβουνίου. Ο Κλαδάς αντι¬στάθηκε στα ενδότερα, επιλέγοντας την οχυρή θέση της Καστανιάς, επέλεξε δε την τακτική των αιφνιδια¬στικών προσβολών. Σε μία περίπτωση από το τουρκικό εκστρατευτικό σώμα περισσότεροι από 1.000 άνδρες αιχμαλωτίστηκαν, όταν ο Κλαδάς επιτέθηκε μετωπικά εναντίον τους και τους εγκλώβισε εντός στενωπού.

Ο αγώνας ήταν όμως προδιαγεγραμμένος, αφού τα μεγέθη των εμπολέμων ήταν μη συγκρίσιμα. Η Μά¬νη είχε κατακλυστεί από τις ορδές των Οθωμανών, που προχωρούσαν σφάζοντας και καταστρέφοντας. Στο τέλος, υπό μυθιστορηματικές συνθήκες, ο Κορκό¬δειλος Κλαδάς και λίγες δεκάδες «στρατιώται», επιβι¬βάστηκαν σε τρεις γαλέρες του βασιλιά της Νεαπόλεως, στο Πόρτο Κάγιο. Μεταφέρθηκαν στην Ιταλία, απ' όπου σχεδόν αμέσως ο Κλαδάς αναχώρησε για τη Χειμάρρα. Είχε προς τούτο την υποστήριξη τον βασιλιά της Νεαπόλεως Φερδινάνδου και συμμαχητή του τον Ιωάννη Καστριώτη, γιο του θρυλικού Σκερντέμπεη, που είχε αναστατώσει την οθωμανική κυριαρχία λίγες δεκαετίες νωρίτερα.

Στις αρχές του θέρους του 1481 ολόκληρη η πε¬ριοχή της Χειμάρρας επαναστάτησε υπό την εμπνευ¬σμένη καθοδήγηση του Κορκόδειλου Κλαδά. Ισχυρή δύναμη 4.000 Τούρκων, υπό τον Σουλεϊμάν Αλή πασά, που έσπευσε από την Αυλώνα να αποκαταστήσει την οθωμανική κυριαρχία, εξοντώθηκε. Το φρούριο της Χειμάρρας, τελευταίο σημείο τουρκικής αντίστασης, εκπορθήθηκε τον Αύγουστο του 1481. ΄Εκτοτε, και για 11 ολόκληρα χρόνια, η Χειμάρρα και η γύρω περιοχή παρέμεινε ελεύθερη, υπό τη διοίκηση του Κλαδά. Η εύρωστη Οθωμανική αυτοκρατορία, όμως, προχωρού¬σε στην εξάλειψη των βενετικών και ελληνικών θυλά¬κων. Το 1492 ο ίδιος ο σουλτάνος Βαγιαζήτ Β' εισέβαλε στη Βόρειο ΄Ηπειρο με χιλιάδες στρατού. Η βοήθεια την οποία ο Κορκόδειλος Κλαδάς ανέμενε από τη Δύ¬ση δεν έφθασε ποτέ και οι δυνάμεις του δεν ήταν σε θέση να αντεπεξέλθουν σε μετωπική σύγκρουση με τον πολυάριθμο οθωμανικό στρατό. Η Χειμάρρα, επα¬ναστατικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής επί δεκαε¬τίες, καταστράφηκε. ΄Οσοι από τους κατοίκους της κα¬τάφεραν, διέφυγαν στην Κέρκυρα, ενώ οι υπόλοιποι έπρεπε να επιλέξουν ανάμεσα στην εξολόθρευση ή τον εξισλαμισμό τους. Ο Κλαδάς αιχμαλωτίστηκε και υπέστη μαρτυρικό θάνατο με αποτρόπαια βασανιστήρια. Οιγιοίτου, Θεόδωρος και Εμμανουήλ, συνέχισαν τους αγώνες του πατέρα τους στην περιοχή της Μεσσηνίας (τέλος 15ου - αρχές 16ου αι.).

Η δράση των «στρατιωτών» συνεχίστηκε και τα ε¬πόμενα χρόνια, σποραδικά όμως και ασυντόνιστα. Το 1499 προσέβαλαν αιφνιδιαστικά το Ναύπλιο και προ¬χώρησαν σε μαζική σφαγή των Τούρκων της περιοχής, με περισσότερα από 500 θύματα. ΄Ενα έτος αργότερα πολυάριθμοι «στρατιώται» υπό τη διοίκηση των Ράλληδων και των Παλαιολόγων υπερασπίστηκαν τη Μεθώνη και την Κορώνη. Οι δύο πόλεις, ναυτικές βάσεις των Βενετών με καίρια στρατηγική θέση και σημασία, εκπορθήθηκαν από τους Τούρκους τον Αύ¬γουστο του 1500. Οι εισβολείς επιχείρησαν προώθηση στη Μάνη, όπου οι Εμμανουήλ και Θεόδωρος Κλαδάς, γιοι του Κορκόδειλου, συνέχιζαν επάξια τους αγώνες του πατέρα τους.

Οι δύο εστίες αντίστασης του Ελληνισμού καθ’ όλη αυτή την περίοδο, παρέμειναν πεισματικά η Μάνη και η Χειμάρρα, που συνήλθε από την καταστροφή του 1490. Οι αδούλωτοι Χειμαρριώτες διατήρησαν κατά διαστήματα την αυτονομία τους, ενώ η οθωμανική λαίλαπα προχωρούσε βαθιά στη ΝΑ Ευρώπη. Το 1518, ό¬μως, διορίσθηκε γενικός διοικητής της Ηπείρου ο εξι¬σλαμισμένος Χειμαρριώτης Λιάζ πασάς. Αυτός κατά¬φερε να υπαγάγει τους συμπατριώτες του υπό τη σουλτανική κυριαρχία, με τυπική περισσότερο έννοια. Αυτό, διότι οι κάτοικοι τής Χειμάρρας πέτυχαν τη χο¬ρήγηση ισχυρών προνομίων: να οπλοφορούν ελεύθε¬ρα, να μη καταβάλλουν φόρους και άλλα πολλά, ώστε ουσιαστικά να πρόκειται για μία «υψηλή», πλην τυπι¬κού χαρακτήρα επικυριαρχία.

Οι ΄Ελληνες ένοπλοι επέστρεψαν στη δράση το 1530, όταν επαναλήφθηκαν οι συγκρούσεις Βενετών και Τούρκων. Το 1532, όταν ο Γενοβέζος ναύαρχος Ανδρέας Ντόρια εκπόρθησε την Κορώνη γιο Λογαρια¬σμό της Ισπανίας, ενισχύθηκε στην επίθεση του από ΄Ελληνες «στρατιώτας». Την πολιορκία της πελοπον¬νησιακής πολιτείας, με τη σύμπραξη ενόπλων Ελλή¬νων, περιέγραψε γλαφυρά ο ιστοριοδίφης Κωνσταντίνος Σάθας:
«Αφού απεβίβασε στρατό και έστησε κανονιοστοιχίες στην ξηρά, διέταξε ο αρχιναύαρχος ταυτόχρονη προσβολή από όλες τις μεριές. 150πυρο¬βόλα από Θαλάσσης και 14 από ξηράς αδιάκοπα κτυ¬πούσαν τα τείχη της πόλης, τα οποία σε πολλά σημεία ράγισαν και καταγκρεμίατηκαν. Τρεις έφοδοι έγιναν, τις οποίες γενναία απέκρου¬σαν οι αμυνόμενοι Τούρκοι, ρίχνοντας βέλη και σφαί¬ρες και καυτό νερό. Στην τέταρτη έφοδο οι εφορφώντες κατόρθωσαν να ανεβούν και να καταλάβουν το τείχος».

΄Ετσι, στις 22 Σεπτεμβρίου 1532 η Κορώνη κυριεύ¬θηκε χάρη στη σύμπραξη και τη γενναιότητα των Ελλήνων πολεμάρχων: του Θεοδώρου Αγιαποστολίτη, του Νικολάου Μαμουνά, του Μιχαήλ Καλόφωνου και του Θεοδώρου Βοσκίτη, ο οποίος έπεσε μαχόμενος μπροστά στα τείχη της πόλης.

Οι Ελληνες ένοπλοι εντατικοποίησαν τη δράση τους κατά το 1537, όταν οι Τούρκοι πολιόρκησαν το Ναύπλιο και τη Μονεμβασία, τελευταίες βενετικές κτήσεις στην Πελοπόννησο. Οι εισβολείς προσέβαλαν επίσης δύο κάστρα στη νότια απόληξη της αργολική χερσονήσου: το Καστρί και το Θερμήσι. Το Καστρί, ιδιοκτησία και φέουδο των Παλαιολόγων, αντιστάθηκι ι μέχρι τέλους, προτάσσοντας άμυνα μέχρι εσχάτων, τι δε Κάστρο του Θερμησίου παραδόθηκε κατόπιν συν θηκολόγησης.

Δυσμενείς υπήρξαν οι εξελίξεις και στο άλλο άκρο του Ελληνισμού. Το 1537 ισχυρές δυνάμεις του Οθωμανικού Στρατού, με επικεφαλής τον ίδιο τον σουλτάνο Σουλεϊμάν Α' Μεγαλοπρεπή και τον διοικητή της
Ρούμελης Λουτφί πασά, εξεστράτευσαν κατά της Βο¬ρείου Ηπείρου, με κύριο στόχο τη Χειμάρρα. Ταυτόχρο¬να, στο Ιόνιο περιπολούσε ο οθωμανικός στόλος, του οποίου ηγείτο ο διαβόητος Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσσα.

Στις επιχειρήσεις, που εξελίχθηκαν σε πόλεμο φθοράς εκ μέρους των εντοπίων και κυρίως των Χειμαρριωτών, αναδείχθηκε ως πολέμαρχος ο περίφημος Δαμιανός, «άνδρας καταφρονών τον κίνδυνον, αψηφών τον θάνατον και δεινός πολεμιστής», όπως γράφτηκε χαρα¬κτηριστικά. Ενώ οι Τούρκοι προήλαυναν λεηλατώντας και καταστρέφοντας τους Παξούς και την Πάργα, ο Δα¬μιανός οργάνωσε ένοπλο σώμα Χειμαρριωτών, που έδρασε παρενοχλώντας τους εισβολείς.

΄Ενα βράδυ του θέρους του 1537 ο Δαμιανός εκτέλεσε ένα παράτολμο σχέδιο. Με λίγους τολμηρούς άνδρες προσέγγισε το μεγάλο τουρκικό στρατόπεδο κοντά στην Παραμυθιά, όπου έδρευε το στρατηγείο και διανυκτέρευε ο ίδιος ο Σουλεϊμάν. Σκοπός του Δαμιανού ήταν να εντοπίσει και να φονεύσει τον σουλτάνο με αιφνιδιασμό, αφού οι Τούρκοι ουδέποτε θα υπο¬ψιάζονταν ότι λίγοι ριψοκίνδυνοι μαχητές θα τολμού¬σαν να διεισδύσουν στο στρατόπεδο. Στο παράτολμο εγχείρημα του ο Δαμιανός εντοπίστηκε από τους γενίτσαρους που φύλασσαν το στρατόπεδο. Το τέ¬λος του ήταν τραγικό: μετά από φρικώδη βασανι¬στήρια κατατεμαχίστηκε, ο δε σουλτάνος διέταξε την καταστροφή δεκάδων χωριών, από τη Θε¬σπρωτία έως τη Χειμάρρα. ΄Ετσι χάθηκε άλλος έ¬νας νεομάρτυρας, στον βωμό της ελευθερίας του γένους.

Η οθωμανική κυριαρχία αμφισβητήθηκε όταν, το 1570, επαναστάτησαν εκ νέου η Θεσπρωτία και η Χει¬μάρρα, με υποκίνηση των Βενετών. Επικεφαλής των Ελλήνων "στρατιωτών» ήταν οι Θωμάς Μουζάκης, Εμμανουήλ Μόρμορης και Πέτρος Λάντζας. Στις 10 Ιουνίου 1570 κατέλαβαν το φρούριο Σοποτό της Χει-μάρρας και η επανάσταση επεκτάθηκε νότια, στα θεσπρωτικά παράλια.

Παράλληλα με τους Θεσπρωτούς και τους Χειμαρριώτες επαναστάτησε και η Μάνη. Τον Αύγουστο του 1570 οι εντόπιοι οπλαρχηγοί κατέλαβαν το Πόρτο Κάγιο, το οποίο οι Τούρκοι είχαν οχυρώσει. Η αναταραχή επεκτάθηκε και στις γύρω περιοχές, τη Λακωνία, τη Μεσσηνία, ακόμα και την Αργολίδα. Η Υψηλή Πύλη δεν έμεινε άπραγη. Ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις διοχετεύθηκαν στον Βορειοδυτικό ελλαδικό χώρο υπό τον Αχμέτ πασά. Την επανάσταση καθοδηγούσαν στην πε¬ριοχή οι Γεώργιος Ρένεσης και Πέτρος Λάντζας. ΄Εως το τέλος του 1571 οι Τούρκοι κατέλαβαν την Πάργα, το Βουθρωτό και τη Χειμάρρα, όπου συνέλαβαν τραυμα¬τισμένο τον ηρωικό υπερασπιστή της Εμμανουήλ Μόρμορη,

Η επανάσταση συνεχίστηκε και στην Πελοπόννη¬σο, με ηγέτες τους αδελφούς Μελισσηνούς, τον Θεό¬δωρο και τον Μακάριο, τους οποίους συνέδραμαν ο¬πλαρχηγοί του Μυστρά και της Μονεμβασίας. Καμία Βοήθεια, όμως, δεν ήλθε από τη Δύση, όπως ανέμεναν οι Μελισσηνοί, ενώ οι σφαγές Χριστιανών έλαβαν μαζι¬κή μορφή, ως αντίποινα για την καταστροφή του οθω¬μανικού στόλου στην περίφημη ναυμαχία της Ναυπά¬κτου (Οκτώβριος 1571). Μεταξύ των χιλιάδων εκτελε¬σθέντων συγκαταλέγονταν οι μητροπολίτες Θεσσαλο¬νίκης και Πατρών, που ρίχτηκαν ζωντανοί στην πυρά, ενώ οι παραλιακοί πληθυσμοί υπέφεραν τα πάνδεινα από την τρομοκρατία του των υπολειμμάτων οθωμανι¬κού στόλου.
Στο τέλος του 1572 η αρμάδα του «Ιερού Συνασπισμού» αναχώρησε για την Κέρ¬κυρα, αφήνοντας τους ΄Ελληνες στο έλεος των Τούρ¬κων. Η βενετοτουρκική συνθήκη του 1573 έσβησε και τις τελευταίες ελπίδες των υπόδουλων Ελλήνων, που άρχισαν να συνειδητοποιούν ότι θα έπρεπε να στηρι¬χθούν πρωτίστως στις δικές τους δυνάμεις προς απο¬τίναξη του ζυγού. Παρ1 όλα αυτά, ως απόηχος συνεχί¬στηκαν μεμονωμένες αντιστάσεις και πράξεις ηρωϊσμού. Οι Μελισσηνοί κατέφυγαν στο Ναύπλιο, όπου το 1582 απεβίωσε ο Θεόδωρος και τρία χρόνια αργότε¬ρα ο Μακάριος.

Την άνοιξη του 1574 νέες συγκρούσεις Ελλήνων και Τούρκων σημειώθηκαν στην περιοχή της Χειμάρρας. Γνωστότερος οπλαρχηγός της περιοχής μνημο¬νεύεται κάποιος «Μανόλης». ΄Οταν ο οθωμανικός στό¬λος αποβίβασε χιλιάδες τακτικού στρατού στα βορει¬οηπειρωτικά παράλια, ο καπετάνιος Μανόλης οργάνω¬σε τους συντοπίτες του. ΄Οπως γράφτηκε χαρακτηρι¬στικά, «αντέστηααν γενναιότατα και εφόνευσαν 500 Τούρκους. Στο τέλος όμως ενέδωσαν στην δύναμη του εχθρού και παραδόθηκαν, όσοι δεν φονεύτηκαν. Αυ¬τοί, μαζί με τον οπλαρχηγό Μανόλη, εκτελέστηκαν».

Ενώ οι Βενετοί αποσύρονταν οριστικά από τον ελ¬ληνικό χώρο και η οθωμανική κυριαρχία απλωνόταν καταθλιπτικά, στη μακρινή Δύση άλλοι ΄Ελληνες «στρατιώται» συνέχιζαν να μάχονται, υπό ξένες σημαί¬ες και για ξένα συμφέροντα. Ορισμένων τα ονόματα διασώθηκαν και έφθασαν, θολά έστω, έως την εποχή μας. Στη Φλάνδρα πολέμησε ως καπετάνιος «στρατιω¬τών» περί το 1590-1600 ο Πελοποννήσιος Γεώργιος Μπάστας, ο οποίος δολοφόνησε τον ηγεμόνα της Βλαχίας Μιχαήλ τον Γενναίο, επίσης ελληνικής κατα¬γωγής. Το γεγονός καταδεικνύει ότι μεταξύ των Ελλή¬νων οπλαρχηγών που είχαν διασκορπιστεί στα πέρατα της Ευρώπης δεν έλειπαν οι ανταγωνισμοί και οι έρι¬δες, με αιματηρή ενίοτε κατάληξη.

Η εθνική αυτογνωσία αυτών των ξεχασμένων Ελλήνων και η αγάπη για τη σκλαβωμένη πατρίδα δια¬φαίνεται παντού. Ο καπετάνιος Θωμάς από το Αργός, διοικητής κομπανίας «στρατιωτών», μίλησε το 1546 με αυτά τα λόγια στους άνδρες του, σε μία μάχη στη μα¬κρινή Σκωτία:
«Ανδρες συστρατιώτες, φθάσαμε να κα¬τοικούμε στα έσχατα της οικουμένης. Δείξτε τώρα την πρέπουσα καρτερία, αυτήν που όλοι λένε πως έχουμε εμείς οι εξ Ελλάδος... Να πάρουμε τώρα την δόξα, ώ¬στε να κερδίσουμε την παντοτινή εύνοια του βασιλέα. Ελλήνων είμαστε παίδες και από το σμήνος των βαρβάρων δεν πτοούμαστε».

Την ίδια εποχή στα ελληνικά βουνά ανδρώνονταν πολεμώντας τον κατακτητή οι διάδοχοι των «στρατιω¬τών»: οι κλέφτες.

_________________
Ει Κύριος μεθ ημών, ουδείς καθ ημών

Ω ξήν, αγγέλεις Λακεδαιμονίοις, ότι τήδε κείμεθα, τοις κείνων ρήμασι (αεί) πειθόμενοι!


Top
 Profile  
 
 Post subject: Re: ΑΡΜΑΤΩΛΟΙ ΚΑΙ ΚΛΕΦΤΕΣ
Unread postPosted: 19 Mar 2010, 12:58 
Forum Legend
Forum Legend

Joined: 30 Oct 2007, 09:47
Posts: 1331
Location: Εδεσσα
Has thanked: 0 time
Have thanks: 5 time
Highscores: 19
ΚΛΕΦΤΕΣ
ΟΙ ΑΝΥΠΟΤΑΚΤΟΙ ΤΩΝ ΒΟΥΝΩΝ

΄Οπως προαναφέρθηκε, με την έναρξη της Τουρ¬κοκρατίας παρατηρήθηκε ρεύμα φυγής των ραγιά¬δων προς τα ορεινά, έτσι ώστε να περιορίζονται οι αυθαιρεσίες των κατακτητών σε 6άρος τους. Σε ορισμέ¬νες περιοχές η τάση αυτή προσέλαβε μαζικό χαρα¬κτήρα, όπως στις πεδιάδες της Θεσσαλίας και της κε¬ντρικής Μακεδονίας, που ερήμωσαν από τους γηγε¬νείς χριστιανικούς πληθυσμούς. Από τους παλαιούς ορεσίβιους κατοίκους, οι οποίοι εμπλουτίστηκαν με τους νεοφερμένους των κάμπων, αναδύθηκαν οι πρώτοι κλέφτες. Κλέφτης γινόταν οποιοσδήποτε ή¬θελε να αντιταχθεί στην τουρκική τυραννία ή την ε¬ντόπια εξουσία, που αντιπροσώπευαν αντίστοιχα Τούρκοι μπέηδες και αγάδες και ΄Ελληνες κοτζαμπάσηδες. Ονομάστηκαν, λοιπόν, κλέφτες εκείνοι οι ο¬ποίοι δεν άντεχαν τη σκλαβιά και την αυθαιρεσία του κατακτητή και ζούσαν μόνοι τους, σαν αγρίμια, στα όρη. Αναρχοαυτόνομοι αρχικά, οι κλέφτες ανταποκρί¬νονταν στα πρότυπα αυτού που είθισται να καλείται «ληστής», αφού έτσι μόνο εξασφάλιζαν την επιβίωση τους.
Η ληστεία ήταν εξάλλου πανάρχαια συνήθεια και όχι βέβαια μόνο στον ελληνικό χώρο. Ο Δημήτριος Ζώτος έγραψε ενδεικτικά το 1938: «Η ληστεία ήταν (στην Τουρκοκρατία) ένδοξο επάγγελμα, όπως ήταν και η πειρατεία. Τα παλληκάρια ετιμώντο. Αυτό ήταν το πνεύμα της εποχής, να τιμούνται οι ανδρείοι λη¬στές και πειρατές».

Οι πρώτες πηγές για τους κλέφτες είναι αραιές και όχι ιδιαίτερα σαφείς. Ελληνικό κείμενο του 1480 κάνει λόγο για "κλέπτες, ληστές και φυγάδες», που κυριαρ¬χούσαν στα ορεινά. Οι πρώτοι αυτοί ανυπότακτοι της Τουρκοκρατίας ζούσαν πρωτόγονα και η δράση τους περιοριζόταν σε εξαιρετικά μικρή γεωγραφική ακτίνα. Η συνεχής και ανελέητη καταδίωξη που υφίσταντο από τους Τούρκους, τους ανάγκαζε να στήνουν τα λη¬μέρια τους σε δυσπρόσιτα σημεία, βαθιά εντός ορει¬νών συμπλεγμάτων. Συνήθως υπήρχε κοντά οικισμός ή χωριό και οπωσδήποτε ποτάμι ή λίμνη, ώστε να έ¬χουν πρόσβαση σε πόσιμο νερό. Συνηθέστερο κατα¬φύγιο τους όπου διαβιούσαν ήταν ένα σπήλαιο, από αυτά που αφθονούν στα ορεινά της Ελλάδας. Κατά κανόνα το σπήλαιο βρισκόταν σε εξαιρετικά δυσπρό¬σιτο σημείο και μακριά από δρόμους ή δημοσιές που χρησιμοποιούσε ο τακτικός Οθωμανικός Στρατός. Δρομολόγια διαφυγής σε περίπτωση εντοπισμού του σπηλαίου ήταν προκαθορισμένα, όπως και τα σημεία που θα συγκεντρώνονταν εάν αναγκάζονταν να δια¬σκορπιστούν. Την είσοδο του κρησφύγετου κάλυπταν με κλαδιά δένδρων, ώστε να μη είναι ορατή. Συχνά το σπήλαιο είχε δύο ή και περισσότερες εξόδους, τις ο¬ποίες γνώριζαν μόνο οι κλέφτες ένοικοι του. ΄Ενα ένοπλο σώμα κλεφτών περιτριγυριζόταν από τους έμπιστους του πληροφοριοδότες και τροφοδό¬τες. Αυτοί ήταν συνήθως κτηνοτρόφοι που είχαν τα ποιμνιοστάσιά τους στην περιοχή. Κατά κάποιον τρό¬πο ήταν οι σύνδεσμοι των κλεφτών με τον έξω κόσμο. Οι πρώτοι κλέφτες φαίνεται πως συγκεντρώθηκαν στους ορεινούς όγκους της Πίνδου, του Ολύμπου και των Χασίων.

Ο Σοφοκλής Οικονόμος υποστήριξε ότι το 1489 εμφανίστηκε στον Ολυμπο ο πρώτος κλέφτης, ο λε¬γόμενος Καραμιχάλης: «Τότε ανεγνωρίσθη εν Θεσσαλία ο πρώτος οπλιτάρχης, ο Καραμιχάλης, ολύμπιος ανήρ. Καρά, δηλαδή μαύρον, ονόμαζαν αυτόν οι πολ¬λάκις συντριβέντες απ' αυτόν Τούρκοι». Χρόνια αργό¬τερα σε ένα χρονικό του 1534 αναφέρεται η λέξη κλέ¬φτης: "Αφησαν οι Φράγκοι την Κορώνη εν έτει 1534 και ήλθε τότε ένας φλαμπουριάρης... εις τον Μορέα... και έπιασε τους κλέπτες του Μορέως».

Από την πλη¬ροφορία αυτή πιστοποιείται ότι και στην Πελοπόννη¬σο, όμοια με τις βορειότερες περιοχές, δρούσαν στα όρη εκατοντάδες ανυπότακτοι ένοπλοι. Υπήρχαν βε¬βαίως, εκτός από τους κλέφτες αυτούς, οι διαχρονικά ανυπότακτοι γεωγραφικοί πυρήνες της Μάνης, του Σουλίου και της Χειμάρρας, που παρήγαν αδιάλειπτα γενεές εμπειροπόλεμων μαχητών. Στις κλειστές αυ¬τές κοινωνίες η παλληκαριά και η ανδρειοσύνη στη μάχη θεωρούντο ύψιστη αρετή. Θεμιτή και δίκαιη ή¬ταν ακόμη η λεηλασία, το λεγόμενο «πλιάτσικο».

Στις περιοχές αυτές βάση παραγωγής και επιβίω¬σης ήταν η κτηνοτροφία και, ανάλογα, το «κλέπτειν» θεωρείτο περίπου φυσιολογικό. Η ικανότητα στη ζωο-κλοπή θεωρείτο από τους Σουλιώτες ή τους Μανιά¬τες τιμητική δεξιότητα, στην οποία εκπαίδευαν τα παιδιά τους από μικρή ηλικία. Την ίδια αντίληψη έφε¬ραν και οι Σαρακατσάνοι, οι οποίοι ως νομάδες στερούντο κάθε άλλης οικονομικής δράσης πλην της κτηνοτροφίας.

Μία από τις γλαφυρότερες περιγραφές των ενό¬πλων της Μάνης μας έδωσε Γάλλος περιηγητής που βρέθηκε κοντά τους περί το 1600: «Οι ορεσίβιοι της Μάνης μένουν διαρκώς άγρυπνοι για να προασπίσουν την ελευθερία τους. Δεν θέλουν να αναγνωρίσουν κανέναν (ξένο) ως ηγεμόνα τους. Είναι φορτωμένοι με τόσα όπλα που μοιάζουν με σκαντζόχοιροι. Δεν τους φθάνει το πελώριο σπαθί, στον ώμο φέρουν ντουφέ¬κι και στα χέρια κρατούν τσεκούρι, ρόπαλο και μία κοντή λόγχη.
Οι Μανιάτες μάλιστα ανέπτυξαν αντίστοιχη δρά¬ση και στη θάλασσα. Μετά το 1680 με δικό τους πει¬ρατικό στόλο και πλοία που κυρίευαν στις καταδρομι¬κές τους επιχειρήσεις κατέστησαν το φόβητρο του ο¬θωμανικού ναυτικού. Οι επιδρομές των Μανιατών στόχευαν συχνά και νησιά στο Αιγαίο, με σκοπό τη λιφυραγώγηση. Πέρα από τη Μάνη και το Σούλι, στο ελληνικά βουνά, ενώ τα χρόνια κυλούσαν υπό το κατ; θλιπτικό βάρος της σκλαβιάς, οι κλέφτες πύκνωνα και η δράση τους αποκτούσε σταδιακά, εκτός από: ληστρικά, και εθνικοαπελευθερωτικά χαρακτηριστικά. Ιδιαίτερα έντονο αναπτύχθηκε το φαινόμενο στο Βορρά.

Το Βέρμιο, το Βούρινο, το Πάικο και οι εκτεταμένες οροσειρές της δυτικής Μακεδονίας ήταν γεμάτε από κλέφτες, που προκαλούσαν διαρκή αναστάτωση στην περιοχή. Ζώθηκαν ορισμένα ονόματα από προφορικές παραδόσεις και γραπτές πηγές. Ονομαστός κλέφτης ήταν ο Πρόδρομος, από το Γραμματίκοβο (σήμερα Γραμματικό) της Εορδαίας, του οποίου η δράση κάλυπτε τις περιοχές Κοζάνης και Καΐλαρίων (Πτολεμαίδας). Το Βέρμιο φαίνεται πως παρουσίαζε την πυκνότερη συγκέντρωση κλεφτών, που επέδρα-μαν στα γύρω χωριά ή και διέβαιναν τον Αλιάκμονα α¬ναζητώντας νοτιότερα τη λεία τους. Το 1667 αναφέρθηκε επιδρομή 70 κλεφτών στον ΄Αγιο Ιωάννη της Βέ¬ροιας κατά καραθανίου εμπόρων. Συχνά οι κλέφτες κατέρχονταν αιφνιδιαστικά από τις πλαγιές στις εύ¬φορες κοιλάδες που παρεμβάλλονται μεταξύ των μα¬κεδόνικων ορέων. Μία από αυτές, στη Ρεντίνα του Στρυμόνα, είχε καταλήξει να καλείται «κοιλάδα των κλεφτών» από τις συνεχείς επιδρομές τους στην πε¬ριοχή. Φυσικά, όσο αυξανόταν η δράση των κλεφτών, τόσο εντείνονταν και οι εναντίον τους διώξεις.

Το 1652 οργανώθηκε εκστρατεία από τον στρατιωτικό αξιωματούχο της Μακεδονίας Χαλίλ αγά κατά των κλεφτών που δρούσαν στα ορεινά της Δράμας του Πετριτσίου. χωρίς να επιτευχθεί η εξόντωση. Προπύργιο των κλεφτών στην ελλαδική χερσό¬νησο ήταν αναντίρρητα ο ΄Ολυμπος και δευτερευό¬ντως το Βέρμιο, Είναι αδιαμφισβήτητο ότι περί το 80 - 1700. οι κλέφτες είχαν αυξηθεί και πυκνώσει επικίνδυνα, δημιουργώντας οξύ πρόβλημα στους κατά τόπους Οθωμανούς στρατιωτικούς διοικητές. Χαρακτηριστική περίπτωση ήταν ο ονομαστός κλέφτης της Μακεδονίας Γούτας, από το χωριό Κατράνιτσα (σήμε¬ρα Πύργοι) της επαρχίας Εορδαίας. Αυτός συγκρότη¬σε ένοπλο σώμα 300 ανδρών και έδρασε μετά το 1740 στο Βέρμιο. Πολύτιμες πληροφορίες για τον καπετάνιο Γούτα διέσωσε μουσουλμανικό «χοτζέτι», έγγρα¬φη απόφαση, δηλαδή, την οποία εξέδωσε το μουσουλμανικό ιεροδικείο Βέροιας το 1747 Εκεί αναφέρεται η ένοπλη δράση του Γούτα. ο οποίος επικεφαλής εκατοντάδων κλεφτών διέτρεχε όχι μόνο τα ορει¬νά, αλλά και τον κάμπο της κεντρικής Μακεδονίας, μέχρι τις παρυφές της Θεσσαλονίκης.

Η ανεξέλεγκτη αύξηση, σταδιακά, του αριθμού των κλεφτών, η αδυναμία της Υψηλής Πύλης να τους Εξολοθρεύσει και η συνεχής φθορά της Οθωμανικής αυτοκρατορίας εκ μέρους τους ερμηνεύουν τη σκληρή αντίδραση των Τούρκων. ΄Οταν οι τελευταίοι συνελάμβαναν κάποιον κλέφτη, α¬κολουθούσαν σκληρά βασανιστήρια. Ο θάνατος ήταν αργός και βασανιστικός, η δε εκτέλεση γινόταν δημό¬σια, ώστε να τρομοκρατούνται οι ραγιάδες. Συνήθως, ,μετά τον βασανισμό ακολουθούσε απαγχονισμός. Στο τέλος, ο δήμιος απέκοπτε την κεφαλή του κλέ¬η, η οποία τοποθετείτο σε κεντρικό σημείο, εκτε¬θειμένη στην κοινή θέα.

΄Οσο δηλαδή τα χρόνια περνούσαν και οι κλέφτες αποκτούσαν συνείδηση του εθνικοαπελευθερωτικού τους ρόλου, η οθωμανική εξουσία ενέτεινε την καταδίωξή τους, που υπήρξε συνεχής και επίπονη. ΄Οταν αδυνατούσε να τους εξουδετερώσει, η τουρκική πλευρά επιχειρούσε να τους προσεγγίσει δελεάζοντας τους, Αυτό συνέβαινε συχνά, η συνήθης δε προσφορά των Τούρκων προς έναν κλέφτη καπετάνιο που θε¬ωρούσαν μη αντιμετωπίσιμο, ήταν το αρματολίκι ή μέ¬ρος αυτού. ΄Αλλοτε επιχειρούσαν την εξαγορά του, με απευθείας χρηματική προσφορά. Επαναλαμβάνεται -και είναι σημαντικό να κατανοηθεί - ότι στους δύο πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας οι κλέφτες αντα¬ποκρίνονταν με τη δράση τους περισσότερο στα πρό¬τυπα αυτού που σήμερα νοείται ως «ληστής» ή πιο ε¬ξωραϊσμένα «λησταντάρτης». Κυρίαρχο ένστικτο τους ήταν αυτό της επιβίωσης, η οποία στηριζόταν στην αρπαγή. Η ανάγκη εξασφάλισης τροφής στις ο¬ρεινές, μη καλλιεργήσιμες περιοχές στις οποίες δια¬βιούσαν, τους ωθούσε σε επιδρομές κατά των γύρω χωριών ή των ποιμνιοστασίων. Αυτή η αρνητική σχέση μεταβλήθηκε Βαθμιαία, αφού η σύγκρουση των κλε¬φτών με την εξουσία των Οθωμανών Τούρκων, τους εξύψωσε στα μάτια των ραγιάδων και τους κατέστησε σύμβολα αγωνιστικότητας και ελευθερίας. Ο συντε¬λεστής που καθόριζε τη σχέση κλεφτών - χωρικών, α¬πώλεσε έτσι βαθμιαία τον αρχικά αρνητικό χαρακτή¬ρα του.

Οι κλέφτες, όσο διέφευγαν από τον ληστρικό ρό¬λο και τρόπο ζωής. τόσο συμπαθέστεροι και τελικά α¬ποδεκτοί γίνονταν στους ορεινούς πληθυσμούς. Στο πρόσωπο τους οι ραγιάδες είδαν τους τιμωρούς και εκδικητές, και αυτή η οπτική αφορούσε βεβαίως τους κλέφτες που αντιμάχονταν αποκλειστικά ή έστω πρω¬τίστως τους κατακτητές, παρά τους καθαρόαιμους ληστές.

΄Ετσι, η σχέση κλεφτών και λαού, από αρνητική και ετεροβαρής, μετατράπηκε με τον καιρό σε αμφίδρο¬μη και συμπληρωματική. Η ζωή των κλεφτών θα ήταν ακόμη πιο δύσκολη εάν αυτοί δεν στηρίζονταν στους χωρικούς των ελληνικών βουνών. Η επιβίωση τους σχετιζόταν με τη διατήρηση καλών σχέσεων με το κο¬ντινότερο χωριό ή οικισμό, ώστε να εξασφαλίζουν εί¬δη πρώτης ανάγκης.

΄Οταν ένας κλέφτης συγκροτούσε δικό του ένοπλο σώμα και αποκτούσε αίγλη, επιδίωκε να κερδί¬σει την εκτίμηση και τον θαυμασμό των συντοπιτών του. ΄Ετσι, σταδιακά οι κλέφτες άρχισαν να προβαί¬νουν σε αγαθοεργίες, ώστε να θεωρούνται προστά¬τες του λαού και όχι τύραννοι του. Συνέδραμαν τους πτωχούς, προίκιζαν κορίτσια που ήταν ορφανά ή από άπορες οικογένειες, ενίσχυαν οικονομικά τα μονα¬στήρια της περιοχής τους ή την εκκλησία του χωριού.

Οι κλέφτες παρείχαν επίσης στους ραγιάδες προ¬στασία. Συχνά, για παράδειγμα, ένας χωρικός που δε¬χόταν απειλές από Τούρκους αξιωματούχους, είτε με τη μορφή οικονομικών απαιτήσεων, είτε σε βάρος της οικογενειακής του τιμής, κατέφευγε στους κλέφτες της περιοχής του, επιζητώντας στήριγμα. Αντίστοιχα, οι χωρικοί ενίσχυαν τους κλέφτες. Οι ορεσίβιοι κάτοι¬κοι ήταν τροφοδότες και παρείχαν στήριξη στα ένο¬πλα σώματα των κλεφτών. Οι νομάδες Βλάχοι και Σαρακατσάνοι συνέβαλλαν άοκνα στην τροφοδοσία τους ή αναλάμβαναν ρόλο συνδέσμων και πληροφο¬ριοδοτών. Ο αγωνιστής του 1821 Νικόλαος Κασομούλης έ¬γραψε χαρακτηριστικά πως δεν υπήρχε επιχείρηση Ελλήνων ενόπλων κατά των Τούρκων που να μη την γνώριζαν οι νομάδες των ορεινών και να μη την συνέ¬δραμαν. Οι νομάδες αυτοί, οι απλοί και αγνοί κτηνο¬τρόφοι των Βουνών, ήταν κατά κάποιον τρόπο οι εφε¬δρείες των κλεφτών και αργότερα των αρματολών. Οταν υπήρχε ανάγκη ενίσχυσης, δεν περιορίζονταν σε επικουρικούς ρόλους. Εντάσσονταν στα ένοπλα σώματα της περιοχής τους και, όταν οι επιχειρήσεις κατά των Τούρκων έληγαν, επέστρεφαν στην καθημε¬ρινή τους ασχολία, την κτηνοτροφία.

Οι κλέφτες, λειτουργώντας παρορμητικά και δια¬τηρώντας μία ιδιότυπη, προσωπική αντίληψη για «το δίκιο τους», έπρεπε να φέρονται σκληρά. Αυτό το α¬ντιλαμβάνονταν ως υποχρέωση τους. ΄Ηταν «υποχρε¬ωμένοι» να εκτελούν κάποια σκληρή, αιματηρή ενέ¬δρα, σε 6άρος κάποιου Τούρκου αξιωματούχου ή Ελληνα προύχοντα. Δημιουργούσαν και συντηρού¬σαν με αυτό τον τρόπο τον προσωπικό τους μύθοΜέσα από το αίμα και τη βία προκαλούσαν τρόμο στους εχθρούς τους. Αν δεν ενέπνεαν φό6ο, ουδείς θα τους αντιμετώπιζε με σοβαρότητα. ΄Οπως εύστοχα παρατήρησε ο Μανιάτης διανοούμενος Κυριάκος Κάσσης, «η έλλειψη παιδείας των κλεφτών, η ανάγκη επιβίωσης, ακόμα και η επίδειξη τους έκανε να συμπεριφέρονται εντελώς σύμφωνα με το κέφι τους και να κινούνται από το ένα άκρο ως το άλλο: οπό στυμφορές και μικρόπρεπες εγκληματικές θηριωδίες ως πράξεις υπέρτατης ευγένειας και ηρωισμού».

Η συμπάθεια του λαού προς τους κλέφτες αλλά και τους αρματολούς αποτυπώθηκε σε κάθε έκφανση της καθημερινής ζωής των απλών ανθρώπων. Στα νε¬ογέννητα αρσενικά παιδιά έδιναν την ευχή «και καπε¬τάνιος στα βουνά". Πολύτιμες πληροφορίες για τους κλέφτες αντλήθηκαν μέσα από τα τραγούδια της δη¬μοτικής παράδοσης. Γιατί η λαϊκή μούσα τραγούδησε και ύμνησε τα κατορθώματα των κλεφτών, εμφυτεύ¬οντας τα από γενεά σε γενεά, με το αλάνθαστο αισθη¬τήριο που μόνο ο λαός έχει. Πολύτιμη συμβολή στη διατήρηση αυτών των πηγών αποτέλεσε η συλλογή δημοτικών τραγουδιών του Κλωντ Φωριέλ , που εκδόθηκε στο Παρίσι το 1824.

΄Οσον αφορά τις θεωρήσεις της άλλης πλευράς, οι Τουρκικές πηγές και η οθωμανική αντίληψη ευρύτε¬ρα θεωρούσαν τους κλέφτες ληστές και αιμοβόρους εγκληματίες. Οι συνεχείς διώξεις εναντίον τους φα¬νέρωσαν όμως τη Βαθύτερη ανησυχία στην Κωνστα¬ντινούπολη, που εντεινόταν όσο επεκτεινόταν και η δράση των κλεφτών: ότι δηλαδή, αν δεν αντιμετωπι¬ζόταν "το κακό•» εν τη γενέσει του, οι μεμονωμένες αρχικά ενέργειες τους, θα οδηγούσαν σε βάθος χρό¬νου σε συνδυασμένη και ευρύτερη εξέγερση υπερτονικού χαρακτήρα. ΄Ενοπλοι ανυπότακτοι, εξάλλου, δρούσαν σε ολόκληρη τη Βαλκανική χερσόνησο, ανα¬πτύσσοντας ληστρική αλλά και αντιτουρκική δράση. Ιδιαίτερα έντονο εμφανίστηκε το φαινόμενο στη Σερβία. Οι κλέφτες ονομάζονταν εκεί «χαίντούκοι». Πλη¬ροφορίες για αυτούς διέσωσε η σερβική δημοτική πα¬ράδοση, που τους εμφανίζει εκπληκτικά όμοιους με τους δικούς μας κλέφτες.

Από οθωμανικές και δυτικές πηγές προκύπτει ότι οι Ελληνες κλέφτες, όπως και οι Σλάβοι «χαϊντούκοι», Καν σποραδικές επαφές με απεσταλμένους των δυτικών δασιλείων και της Ρωσίας. Αυτό σημαίνει ότι τα σχέδια των διαφόρων ευρωπαϊκών Αυλών και της Ρωσίας για επέμβαση στη ΝΑ Ευρώπη και έξωση τωνΤούρκων από αυτή συνυπολογίζονταν ως επικουρική δύναμη οι κλέφτες και. Βεβαίως, οι αρματολοί.

Ο Μέγας Πέτρος της Ρωσίας, σε κάλεσμα του το 1711, α¬πευθύνθηκε μεταξύ άλλων επαναστατικών φορέων αϊ «στους κλέπτες και τους καπιτάνους και τα άξια Παλικάρια», ενθαρρύνοντας τους να εξεγερθούν κατά των Τούρκων. Το γεγονός έχει τη δική του σημασία, γιατί δείχνει σε πόσο υπολογίσιμη δύναμη είχαν αναδειχθεί οι κλέφτες. Το ίδιο, βέβαια, ισχύει και για τους αρματολούς.

Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι στους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας οι αρματολοί ήταν υπερα¬σπιστές της τάξης, ενώ οι κλέφτες διασαλευτές της. Αυτό που έχει σημασία, όμως είναι πως από το 1700 περίπου η έννοια του κλέφτη απέβαλε σταδιακά την υποτιμητική και απαξιωτική της διάσταση, προσέλαβε ηρωική χροιά και κατέστη πρότυπο. Οι κλέφτες πλησίασαν τους αρματολούς, τον άλλο μεγάλο θεσμό των υπόδουλων, για τον οποίο θα γίνει λόγος παρακάτω. Οι δύο ρόλοι, αρχικά συγκρουσιακοί μεταξύ τους, αναμείχθηκαν. ΄Οπως εύστοχα συμπύκνωσε στο έργο «ο ελληνικός κόσμος στα χρόνια της τουρκοκρατίας» ο ιστορικός Ι. Χασιώτης, «η δράση αρματολών (οι κλεφτών ακολούθησε παράλληλες, αλληλεξαρτώμενες και γιο αυτό συγκεχυμένες διαδρομές. ΄Ηταν μία αμφίδρομη κινητικότητα μεταξύ νομιμότητας και προνομίας».

0 ιστορικός Σπύρος Μπρέκης ονόμασε εύστοχα τον τρόπο ζωής των κλεφτών «ένοπλη παρακοινωνία», αποτελούμενη «από ολόκληρη τάξη ανδρών, που εξ' αιτίας της μάχιμης ανατροφής τους και της αγάπης τους προς την ελευθερία, δεν έσκυψαν κεφά¬λι στον τουρκικό ζυγό. Καταφεύγοντας στα βουνά, σχημάτισαν εκεί κατά κάποιον τρόπο μία νέα, ανε¬ξάρτητη και φιλοπόλεμη Ελλάδα. Μία πατρίδα στα όρη».

Με την εντεινόμενη δράση των κλεφτών, αλλά και των αρματολών, οι οποίοι εγκατέλειπαν σταδιακά τη συνεργασία τους με τους Τούρκους, το ηθικό του υπόδουλου λαού ανυψώθηκε, οι ελπίδες αναπτερώθη¬καν. Ο Γάλλος περιηγητής Γκυγιτιέρ, που ταξίδεψε στην υπόδουλη Ελλάδα της δεκαετίας του 1670, έ¬γραψε: «Οι ΄Ελληνες δεν αγαπούν την κυριαρχία των Λατίνων ηγεμόνων. Αυτό που από ψυχής όμως επιθυμούν είναι ο περιορισμός της των Οθωμανών δυνάμεως. Διατρέφουν την απόκρυφη ελπίδα ότι θα φανεί κάποτε ΄Ελλην αρχηγός επάξιος των Αρχαίων, που &α τους απελευθερώσει από την τυραννία των Τούρκων. Και εύχονται όπως τα πράγματα οδηγήσουν ταχέως σε μία τέτοια επανάσταση».

Οι πηγές που έχουμε για τον τρόπο ζωής και τη δράση των κλεφτών αυξάνονται μετά το 1750, αφήνο¬ντας όμως και πάλι πολλά κενά. Ξένοι περιηγητές και απομνημονεύματα καπετάνιων μας έδωσαν σποραδι¬κά στοιχεία. Τα περισσότερα όμως για τον καθημερινό βίο των κλεφτών αντλήθηκαν από τον θησαυρό της δημοτικής μας παράδοσης, όπως προεπισημάνθηκε.

«΄Οσο χιονίζουν τα βουνά,
Τούρκους δεν προσκυνούμε,
πάμε και λημεριάζουμε
όπου φωλιάζουν λύκοι.
Παρά με Τούρκους,
με θεριά καλύτερα να ζούμε»,

αναφέρει χαρακτηριστικά δημοτικό τραγούδι.

Γάλλος περιηγητής που βρέθηκε στην υπόδουλη Ελλάδα του 1872 έγραψε: «΄Οχι στην Κωνσταντινούπο¬λη, αλλά μακριά, στις επαρχίες, πρέπει να δει κανείς τους ΄Ελληνες. Η αγάπη για την ελευθερία δεν έσβησε ποτέ από τις καρδιές τους. Στα βουνά διατηρούν το πνεύμα της ελευθερίας». Ουσιαστικά, οι κλέφτες στην πορεία έγιναν αυτό που μεταγενέστερη πηγή της Ελληνικής Επανάστασης τους χαρακτήρισε: ΄Ηρωες, που κατέφυγαν στα δάση για να διαφεντεύ¬ουν την ελευθερία.τους... Εις όλην την Ελλάδα ευρί¬σκονται περισσότεροι από 10.000 από αυτούς. Η αν¬δρεία τους είναι αδιήγητη, η αγάπη τους για την ε¬λευθερία απερίγραπτη. Ζουν δυο και τρεις ημέρες με νερό και χόρτα...». Το σημαντικότερο, όμως, ήταν ότι, καθώς πλησιάζαμε στην εθνεγερσία, οι ένοπλοι του γένους αντιλαμβάνονταν το μέγεθος των ευθυνών τους. Ενδεικτικά, οι Μανιάτες οπλαρχηγοί Κωνσταντής Μαυρομιχάλης και Ηλίας Τσαλαφατινος έδωσαν τον εξής όρκο στις 17 Μαρτίου 1821: "Να μην επιστρέψουν στο σπίτι τους, να μην ξαναγελάσουν, να μην μπαρμπεριστούν (ξυριστούν) αν δεν ελευθερω¬θεί η Ελλάδα». Αυτά τα λόγια, αυτή η στάση ζωής, κα¬ταδείκνυαν πολλά. Οι πρώην λήσταρχοι των ορέων, εί¬χαν στην πάροδο του χρόνου μεταβληθεί σε εθνι¬κούς αγωνιστές.

_________________
Ει Κύριος μεθ ημών, ουδείς καθ ημών

Ω ξήν, αγγέλεις Λακεδαιμονίοις, ότι τήδε κείμεθα, τοις κείνων ρήμασι (αεί) πειθόμενοι!


Top
 Profile  
 
 Post subject: Re: ΑΡΜΑΤΩΛΟΙ ΚΑΙ ΚΛΕΦΤΕΣ
Unread postPosted: 19 Mar 2010, 12:58 
Forum Legend
Forum Legend

Joined: 30 Oct 2007, 09:47
Posts: 1331
Location: Εδεσσα
Has thanked: 0 time
Have thanks: 5 time
Highscores: 19
ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΑΡΜΑΤΟΛΙΚΙΑ

΄Οπως εξιστορήθηκε, την κάθοδο των Τούρκων στην ελληνική χερσόνησο συνόδευσαν μακρόχρονες και εξαντλητικές συγκρούσεις με τους Βενετούς. Ταυτόχρονα, όμως, οι προελαύνοντες Τούρκοι είχαν να αντιμετωπίσουν ένα πρόσθετο πρόβλημα στην ε¬γκαθίδρυση της κυριαρχίας τους. Ενώ ήταν εύκολο για αυτούς να ελέγξουν τα πεδινά, η κατάσταση ήταν εξαιρετικά δύσκολη στα ορεινά, που αποτελούν και το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού χώρου. Εκτετα¬μένες ορεινές περιοχές έμειναν έτσι εκτός δικαιοδο¬σίας της νέας τάξης που έφεραν μαζί τους οι κατα¬κτητές. ΄Οσο προχωρούσαν οι Τούρκοι, τόσο αποκάλυ¬πταν διστακτικότητα στο να προωθηθούν σε περί¬κλειστες ή απομακρυσμένες περιοχές, όπου διαισθάνονταν ότι θα μπορούσαν να εγκλωβιστούν. ΄Οταν, το 1465, τουρκικά στρατεύματα έφθασαν στη Λακωνία, δεν θέλησαν να προωθηθούν στον Ταΰγετο και τις γειτονικές ορεινές περιοχές.
Παρόμοια διστακτικότητα επέδειξαν οι Τούρκοι και στη χερσόνησο του Πηλίου, στα ΄Αγραφα, καθώς και σε άλλες περιπτώσεις. Το ενδιαφέρον τους επικε¬ντρώθηκε στις πεδιάδες, που τους εξασφάλιζαν πλούσια αγροτική συγκομιδή και φόρους. Παράλλη¬λα, επιδίωξαν να ισχυροποιήσουν τη θέση τους απο¬σπώντας τους ΄Ελληνες «στρατιώτας» από τους Βενε¬τούς, αφού έτσι θα αποδυναμώνονταν οι τελευταίοι.

Διαβλέποντας, λοιπόν, οι Τούρκοι ότι δεν θα επέρχετο ειρήνευση εάν δεν τους προσέγγιζαν, «αποφάσισαν να χρησιμοποιηθούν αυτούς προς τον σκοπόν τούτον, προσλαμβάνοντας πολλούς στην υπηρεσία τους», όπως έγραψε χαρακτηριστικά ο Ηλίας Οικονομόπουλος πριν 100 χρόνια, συνεχίζοντας ως εξής: «Τούτο επέφερε ως αναπόφευκτη αρχή την ανάγκη να αναγνωρίσουν επισήμως τα πρώτα αρματολίκια. Σε αυτά (στους αρματολούς) οι Τούρκοι ανέθεσαν τη φρούρηση και πάσα στρατιωτική και αστυνομική επίβλεψη των ορεινών κυρίως επαρχιών της Ελλάδος, που ήσαν και οι περισσότερο ατίθασες». ΄Ηταν δηλαδή, οι αρματολοί ένα είδος "έμμισθων χωροφυλάκων» στην υπηρεσία των Τούρκων, αναλαμβάνοντας την ευθύνη της τήρησης της τάξης σε μία ολόκληρη περιοχή, που λεγόταν αρματολίκι.

Συχνά οι αρματολοί φύλασσαν και τα λεγόμενα «μπεζεστένια". Τα μπεζεστένια ήταν οχυρά εντός ή πλησίον αστικών κέντρων, κατά μήκος εμπορικών δρόμων. Η αδυναμία φύλαξης τους από τον τακτικό στρατό και η ανάγκη διασφάλισης του εμπορίου οδήγησαν τους αρματολούς και σε αυτό τον ρόλο, αν και συνήθως φρουρούσαν κομβικά σημεία στην ύπαιθρο, όπως διαβάσεις και πέρασμα• τα. Σύμφωνα με την τουρκική ιστοριογραφία, πριν την ίδρυση του πρώτου αρματολικίου στα Αγραφα επί σουλτάνου Μουράτ Β' (1421-1451) είχαν γίνει ανάλογες προσπάθειες στο ήμισυ του 14ου αιώνα, Εμπνευστές του θεσμού, κατά τους Τούρκους, υπήρξαν ο σουλτάνος Οσμάν Γαζή και ο διάδοχος του Ορχάν. Στη βόρεια του ελλαδικού χώρου κεντρική ΝΑ Ευρώπη αναφέρθηκαν ως αρματολοί οι εντόπιοι που ακολούθησαν τις οθωμανικές δυνάμεις στην ε¬πέκταση τους, στρατολογημένοι με τη βία ή μη. το 1450 και, ενώ πλησίαζε το μοιραίο τέλος για τη Κωνσταντινούπολη και την αυτοκρατορία, αναφέρο¬νται αρματολοί καπετάνιοι στα Σκόπια και το Μοναστήρι, στα όρια της σημερινής FYRΟΜ. Το 1492 έχου¬με παρόμοιες αναφορές για τις περιοχές Βελιγραδίου] και Νίσσας (σημερινό Νις).

Για την ετυμολογία της λέξης αρματολός υφίστα¬ται ως σήμερα σύγχυση και αδυναμία. Υποστηρίχθηκε ότι στην αρχική της μορφή η λέξη ήταν «αρματολόγος». Στα πρώτα χρόνια του θεσμού η λέξη αρματολός δεν χρησιμοποιήθηκε σε ελληνικά κείμενα ή πηγές, ενώ για τον προφορικό λόγο δεν είμαστε θέση να γνωρίζουμε συγκεκριμένα πράγματα. Τα θωμανικά και βενετικά κείμενα, πάντως, παραπέμπουν σε «martoloz» και «martolosi» αντίστοιχα, αναφερόμενα στους ένοπλους φρουρούς οχυρών και διαβάσεων.

Επιστρέφοντας στη δημιουργία των πρώτων αρματολικίων, υπάρχει πάντως μία ερμηνεία που δεν στερείται τεκμηρίωσης: ότι οι Οθωμανοί έλαβαν την ιδέα κατά κάποιον τρόπο από τους Βενετούς, όπου ήδη προαναφέρθηκε. Διαπιστώνοντας δηλαδή ότι ένοπλοι ΄Ελληνες εντάσσονταν στις στρατιωτικές δυνάμεις της Βενετίας, που τους υποσχόταν ανάκτηση της ελευθερίας τους, οι Τούρκοι προσπάθησαν τους προσεταιριστούν και αυτοί. ΄Ετσι, ίδρυσαν πρώτα αρματολίκια περιμετρικά της θεσσαλικής πεδιάδας. Η επιλογή αυτή δεν ήταν διόλου τυχαία. Παρόλο που στη συνείδηση των περισσοτέρων η Θεσσα¬λία έχει ταυτιστεί με την εκτεταμένη της πεδιάδα, η αλήθεια είναι ότι το 62% της έκτασης της αποτελείται από ορεινούς όγκους ή ημιορεινές περιοχές. Βόρεια Βρίσκονται ο ΄Ολυμπος και τα Χάσια, δυτικά ο Ασπροπόταμος και ο κύριος κορμός της Πίνδου, πιο νότια τα ΄Αγραφα και η ΄Οθρυς. Ακόμα και η έξοδος στο Αιγαίο φράζεται από το Πήλιο και τον Κίσσαβο.
Ο Σουλεϊμάν Α' Μεγαλοπρεπής υπέγραψε το 1525 ιστορική συμφωνία με τους ανυπότακτους κατοίκους των Αγράφων, στο χωριό Αναύρα, κοντά στις Σοφάδες της σημερινής Καρδίτσας. Βάσει των συμφωνηθέ¬ντων, η περιοχή θα παρέμενε αυτοδιοικούμενη και δεν θα εποικιζόταν από τουρκικούς πληθυσμούς. Γι’ αυτό και, κατά μία εκδοχή, τα όρη αυτά ονομάστηκαν έκτοτε ΄Αγραφα: επειδή η Οθωμανική αυτοκρατορία δεν τα κατέγραψε στους φορολογικούς καταλόγους των επαρχιών της. Υπάρχουν όμως και απόψεις που, στηριζόμενες σε βυζαντινά κείμενα, εντοπίζουν την ονομασία των Αγράφων πολλούς αιώνες νωρίτερα. Στα ΄Αγραφα, πρώτο και γι' αυτό «πιλοτικό» αρματολίκι στον ελλαδικό χώρο. σύμφωνα με άλλες πληροφορίες, οι Τούρκοι δεν χρησιμοποίησαν ΄Ελληνες, αλλά δικούς τους βετεράνους πολεμιστές, που θέλησαν να εγκατασταθούν μόνιμα στη Θεσσαλία μετά την κα¬τάκτηση της. Αν και αυτό αμφισβητείται, η ουσία είναι ότι το αρματολίκι περιήλθε ούτως ή άλλως στη δικαι¬οδοσία των εντοπίων. Ως έδρα του το αρματολίκι των Αγράφων είχε αρχικά το οροπέδιο της Νευρόπολης, νοτιοδυτικά της Καρδίτσας, εκεί όπου σήμερα βρί¬σκεται η τεχνητή λίμνη Πλαστήρα. Αργότερα οι καπε¬τάνιοι της περιοχής επέλεξαν ως έδρα το χωριό Ρεντίνα.

Περί το 1550 υπήρχαν στον ελλαδικό χώρο τα εξής αρματολίκια:

• Ρούμελη: Ξηρομέρου, Βενετικού, Λιδωρικίου, Υπάτης.
• Θεσσαλία: Ολύμπου, Ελασσόνας, Αγράφων, Χασίων.
• Μακεδονία: Βέροιας. Γρεβενών, Μηλιάς, Σερβίων.
• ΄Ηπειρος: Τζουμέρκων, Ιωαννίνων, Δελβίνου, Κορυτσάς, Αυλώνας.

Στην Πελοπόννησο αυτοί που εκτελούσαν χρέη αρματολών ονομάζονταν «κάποι», αν και πολλοί, ανάμεσά τους και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, τους ονό¬μαζαν αρματολούς. Τα ένοπλα σώματα λέγονταν «κά¬πες» και απασχολούντο σχεδόν κατ' αποκλειστικότητα με τη φύλαξη ορεινών ή ημιορεινών περασμάτων, Ποιοί όμως επιλέγονταν από τους Τούρκους για να επανδρώσουν τα αρματολίκια; Η προέλευση των αρματολών έχει και αυτή την πρόσθετη ερμηνεία: ότι δηλαδή, πολλοί από αυτούς ήταν πρώην κλέφτες, που περιφέρονταν ως λήσταρχοι στα όρη. Περνώντας σε «υπαλληλική σχέση» με την οθωμανική εξουσία ως αρματολοί, εξασφάλιζαν αμνηστία για την προηγούμένη παράνομη δράση τους. ΄Αλλοι πάλι, όπως ήδη επισημάνθηκε, ήταν πρώην «στρατιώται» που πολεμούσαν για λογαριασμό των Βενετών.

Οι αρματολοί επιλέγονταν από τον Οθωμανό α¬ξιωματούχο που έδρευε στο πλησιέστερο αστικό κέ¬ντρο, που συνήθως ήταν καδής (ιεροδικαστής). Αυτός προέβαινε σε μία πρώτη αξιολόγηση. Ο υποψή¬φιος αρχηγός ενός αρματολικού σώματος, αυτός που θα ανακηρυσσόταν καπετάνιος, έπρεπε να απολαμ¬βάνει κύρους και υπόληψης στην τοπική κοινωνία. Ακολουθούσαν επαφές και συζητήσεις με τους Οθω¬μανούς αξιωματούχους της περιοχής. Αυτοί διαβίβα¬ζαν θετική ή αρνητική εισήγηση προς τον σουλτάνο, ανάλογα με την εικόνα που σχημάτιζαν για τον υπο¬ψήφιο αρματολό και τα εχέγγυα που είχαν από αυτόν για μία αποδοτική συνεργασία. Εάν η κεντρική εξου¬σία συμφωνούσε, εκδιδόταν φιρμάνι και ο καπετάνιος μπορούσε πλέον να δρομολογήσει τη συγκρότηση, στελέχωση και οργάνωση του ένοπλου σώματος που θα αναλάμβανε το αρματολίκι. Η όλη διαδικασία ήταν ευνόητο και σαφές ότι τελούσε υπό την εποπτεία τι τοπικών οθωμανικών Αρχών, στρατιωτικών και διοικητικών. Ο καπετάνιος ήταν υπόλογος απέναντι στις οθωμανικές Αρχές για τη συμπεριφορά των ανδρών του, εάν αυτή απέβαινε παραβατική. Η πειθαρχία ήταν αυστηρή και ο σεβασμός προς το πρόσωπο του απεριόριστος.

Οι αρματολοί δεν ήταν όμως μόνο «αστυνομικοί ως προς τα καθήκοντα τους, αλά και διοικητικοί υπάλληλοι. Αυτό, διότι συχνά είχαν την εξουσιοδότηση να συλλέγουν φόρους για λογαριασμό της οθωμανικής εξουσίας. ΄Ετσι, οι καπετάνιοι, ενώ αρχικά εκτελούσαν στρατιωτικά καθήκοντα, διεύρυναν με το καιρό τις εξουσίες τους. ΄Οπως συνέβαινε με του προεστούς και τους δημογέροντες, απέκτησαν πολιτικές και δικαστικές εξουσίες. Η πρωθύστερη ύπαρξη άγραφων νόμων και εθιμικού δικαίου τους προσέδωσε πρόσθετες αρμοδιότητες στις ορεινές κοινωνίες όπου διαβιούσαν. Συχνά ένας καπετάνιος εκτόπιζε τους δημογέροντες αναλαμβάνοντας αυτός ζητήματα αυτοδιοίκησης ή απόδοσης δικαίου. Η παραδοσιακή διοικητική εξουσία (κοτζαμπάσηδες, προεστοί, δη¬μογέροντες) είχε ανάγκη τους αρματολούς, που ήταν οι εγγυητές της τάξης και της ασφάλειας. Δεν ήταν λοιπόν παράξενο που δέχθηκε να μοιραστεί, απρόθυ¬μα έστω, μέρος των εξουσιών της με τους καπετάνιους. ΄Εφθασαν έτσι οι αρματολοί να ασκούν εξουσία, ακριβέστερα να μοιράζονται την εξουσία με τους οθωμανούς, όπως εύστοχα σημείωσε ο Κασομούλης, καπετάνιοι απαιτούσαν φόρους από τους χωρικούς, κάτι που ως προνόμιο ανήκε αποκλειστικά στην Υψηλή Πύλη και το Πατριαρχείο. Αυτό αρχικά οι αρματωλοί το έπρατταν διαμεσολαβητικά, συλλέγοντας και αποδίδοντας τους φόρους τους Οθωμανούς αξιωματούχους. Η παρακράτηση από μέρους τους εισπράξεων υποδήλωνε μία πρώτη τάση αυτονομίας τους. ΄Αλλη εκδήλωση ανυπακοής, αποτελούσε κίνησή τους να αποδεχθούν την καθαίρεση τους, οπότε συνέχιζαν τη δράση τους ως κλέφτες, διαρρηγνύοντας την έμμισθη και όποια άλλη σχέση τους με οθωμανική εξουσία.

Πράγματι, στην πορεία οι σχέσεις Τούρκων και υλών κατέστησαν προβληματικές, ενισχύοντας καχυποψία των κατακτητών. Μία πρώτη απόφαση διάλυση των αρματολικών σωμάτων λήφθηκε από Υψηλή Πύλη το 1637. Εκείνη την περίοδο είχαν παγιωθεί 15 μεγάλα αρματολίκια στον ελλαδικό χώρο η τάση τους για αυτονόμηση διαφαινόταν όλο και έντονη. Η διάθεση των καπετάνιων για χειραφέτηση και απαλλαγή από την «υπαλληλική σχέση» με την οθωμανική εξουσία εκφραζόταν ποικιλοτρόπως. έτσι, μετά το 1700 άρχισε προοδευτικά να σημειώνεται μία προσέγγιση μεταξύ αρματολών και κλεφτών, που μέχρι τότε λειτουργούσαν ως διώκτες και διωκόμενοι αντίστοιχα.

Το 1705 έλαβε χώρα ένα γεγονός που κατέδειξε αυτήν ακριβώς την τάση: οι Τούρκοι επιχείρησαν παιδομάζωμα στις περιοχές Βέροιας και Νάουσας, προς τροφοδότηση των γενιτσαρικών ταγμάτων με νέο αί¬μα. Στην περιοχή δρούσε ως αρματολός για λογαρια¬σμό της οθωμανικής εξουσίας και τάξης ο εντόπιος οπλαρχηγός Ζήσης Καραδήμος, που ήλεγχε τα περάσματα του Βερμίου προς τη δυτική Μακεδονία. Με α¬φορμή το παιδομάζωμα, ο Καραδήμος διαχώρισε τη θέση του από τους Τούρκους και αποφάσισε να υπε¬ρασπιστεί τους χωρικούς. Ενεργούσε πλέον ως κλέ¬φτης, πολεμώντας τους δυνάστες όπου τους συναντούσε. Τουρκικό έγγραφο που περιέγραψε το γεγο¬νός, ανέφερε ενδεικτικά: «Σχηματίσαντες συμμορίαν εξ εκατό και πλέον κακούργων, οι άπιστοι τούτοι φο¬νιάδες, έχοντες επικεφαλής τον αρματολόν Ζήσην Καραδήμον και τους δυο του γιους, ύψωσαν την σημαίαν της ανταρσίας. Διατρέχοντες νυν τα όρη και τις πεδιάδες των καζάδων Βέροιας και Ναούσης, μύ¬ρια διέπραξαν κακουργήματα. Κα εξακολουθούν να διαπράπουν». Το τέλος του Μακεδόνα οπλαρχηγού υπήρξε δραματικό όσο και ηρωικό. Ο ίδιος και οι άν¬δρες του, 120 συνολικά πολεμιστές, κυκλώθηκαν από υπέρτερες δυνάμεις του τακτικού Οθωμανικού Στρατού και φονεύθηκαν μέχρι ενός.

Η περίπτωση του Ζήση Καραδήμου εμπεριέχει τη δική της σημασία: ΄Ηταν ο πρώτος Βορειοελλαδίτης ο¬πλαρχηγός που συνειδητά διέκοψε τη συνεργασία του με τους κατακτητές και θυσιάστηκε υπέρ του υ¬πόδουλου γένους. Ακολούθησαν πολλές άλλες ανάλογες περιπτώσεις. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1720, ο σουλτάνος κατήργησε με φιρμάνι σώματα αρματολών στο Παγγαίο και τη Ροδόπη, κηρύσσοντας τα παράνο¬μα. Η ενέργεια αυτή υποδήλωνε ότι οι αρματολοί ε¬κείνοι δρούσαν ανεξέλεγκτα και με σαφείς αντιτουρκικές προθέσεις. Κατά τον 18ο αιώνα παρατηρήθηκε, λοιπόν, αυτή η πολύ σημαντική διεργασία: ο θεσμός των αρματολών μετακινήθηκε προς αυτόν των κλε¬φτών, με τη μορφή απειθαρχίας ή και ανοικτών εξε¬γέρσεων των καπετάνιων κατά των Τούρκων. Αλλά και οι κλέφτες εγκατέλειψαν σε πολλές περιπτώσεις τη ληστεία και τον αυτόνομου τύπου βίο, μετακινούμε¬νοι προς τους αρματολούς.

Η συχνή μεταπήδηση από κλέφτη σε αρματολό και αντίστροφα αποτυπώθηκε γλαφυρά στα κλέφτικα τραγούδια:

«Στον Λούρο, στο Ξηρόμερο
αρματολός εστάθηκα,
στα Χάσια και στον ΄Ολυμπο
δώδεκα χρόνους κλέφτης».

Στο τέλος του 18ου αιώνα και περί το 1780 από τα 20 περίπου αρματολίκια της ηπειρωτικής Ελλάδας τα μισά βρίσκονταν στην ορεινή Θεσσαλία. Τα μεγαλύτε¬ρα ήταν εκείνα των Αγράφων, του Ασπροποτάμου, των Χασίων και του Ολύμπου. Αυτά με τη σειρά τους διαιρούντο σε μικρότερα. ΄Ετσι, το μεγάλο σε έκταση αρματολίκι του Ολύμπου υποδιαιρείτο σε αυτά της Δεσκάτης, των Σερβίων, του Λιβαδίου, της Ραψάνης και του Λιτόχωρου. Το αρματολίκι του Ολύμπου πα¬γίωσε την παρακάτω διαίρεση το 1802, όταν ο Νικοτσάρας, για λειτουργικούς λόγους, το διαχώρισε ως ε¬ξής: Η οικογένεια των Λαζαίων ανέλαβε το Λιβάδι, η οικογένεια των Τζαχειλαίων τη Ραψάνη, η οικογένεια των Ζιωταίων τα Σέρβια, ο Τζακνάκης τον Πλαταμώνα και ο Σαλταπήδας τον Αλιάκμονα και τα Καμβούνια. Ο ΄Ολυμπος παρουσίαζε μία διαχρονική ιδιομορφία, που αποδείχθηκε και ιστορική. Ενωσε τις δύο περιοχές, ό¬που δημιουργήθηκαν τα περισσότερα και πιο εύρω¬στα αρματολίκια, ενώ προϋπήρχαν εκεί και πολυάριθ¬μοι κλέφτες: την ορεινή Θεσσαλία και τη Μακεδονία.

Συγχρόνως με το αρματολίκι του Ολύμπου εμφα¬νίστηκαν και άλλα που κάλυπταν μεγάλες γεωγραφι¬κές ζώνες. Το αρματολίκι των Γρεβενών, για παράδειγμα, το οποίο διοικούσε η οικογένεια των Ζιακαίων, έφθασε στην ακμή του να συμπεριλαμβάνει όλη την περιοχή έως τη Χρούπιστα (σημερινό Αργός Ορεστικό), δίπλα στην πόλη της Καστοριάς. Στις παραμο¬νές της Επανάστασης του 1821, όπως εύστοχα παρα¬τήρησε ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, από τα 17 έως 18 περίπου αρματολίκια του ελλαδικού χώρου τα μισά ήταν συγκεντρωμένα στα όρη της Θεσσαλίας. Ο θεσμός όμως είχε ήδη προ πολλού διαφύγει από τον έλεγχο των Τούρκων. Η σημασία του αποδείχθηκε πο¬λύτιμη. Διότι μέσα στα αρματολίκια καλλιεργήθηκε ένα είδος στρατιωτικής εκπαίδευσης και τάξης, παρά¬γοντας εμπειροπόλεμους πολεμιστές. Είναι ευνόητο ότι δίχως τους αρματολούς, και βεβαίως τους κλέ¬φτες, δεν θα μπορούσε καν να γίνει σκέψη για την Επανάσταση του 1821 και την απελευθέρωση.

_________________
Ει Κύριος μεθ ημών, ουδείς καθ ημών

Ω ξήν, αγγέλεις Λακεδαιμονίοις, ότι τήδε κείμεθα, τοις κείνων ρήμασι (αεί) πειθόμενοι!


Top
 Profile  
 
 Post subject: Re: ΑΡΜΑΤΩΛΟΙ ΚΑΙ ΚΛΕΦΤΕΣ
Unread postPosted: 19 Mar 2010, 12:59 
Forum Legend
Forum Legend

Joined: 30 Oct 2007, 09:47
Posts: 1331
Location: Εδεσσα
Has thanked: 0 time
Have thanks: 5 time
Highscores: 19
Ο ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΣ ΒΙΟΣ ΚΑΙ Η ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΚΛΕΦΤΩΝ ΚΑΙ ΑΡΜΑΤΩΛΩΝ

Στους κλέφτες και τους αρματολούς η ιστορική μοίρα επιφύλαξε διαφορετικές αφετηρίες, αλλά δια¬σταύρωση στην πορεία και κοινό πεπρωμένο. Διώκτες και διωκόμενοι μεταξύ τους στην αρχή, συνέπραξαν μετέπειτα, ωθούμενοι από το ίδιο οργισμένο συναί¬σθημα: το μίσος για τον κατακτητή, που τους στερού¬σε την ατομική και συλλογική ελευθερία. Πληροφο¬ρίες για τη δράση τους και τη σκληροτράχηλη καθη¬μερινότητα του βίου τους αντλούμε από ιστορικές πηγές, που πυκνώνουν όσο πλησιάζουμε στα χρόνια της εθνεγερσίας του 1821. Κυρίως όμως από τη δημώ¬δη λαϊκή ποίηση, τα δημοτικά τραγούδια, μέσα από τα οποία εκφράσθηκε ο θαυμασμός του λαού για τα παλληκάρια του και τα κατορθώματα τους. Εξαίσια α¬ποτυπώθηκε στα τραγούδια αυτά η ανδρεία των πο¬λεμιστών του Γένους, ιδίως στα πεδία των μαχών.

Με την πάροδο των χρόνων και των αιώνων τα σώ¬ματα των κλεφτών και των αρματολών αναπτύχθηκαν σε μεγάλο βαθμό. ΄Ενας καπετάνιος κλέφτης διοικού¬σε πλέον 50 ή 70 άνδρες, ενώ στα αρματολικά σώματα περιλαμβάνονταν 200 ή και 300 ένοπλοι. Για πρακτι¬κούς λόγους διοίκησης τα ένοπλα σώματα διαιρούντο σε μικρότερα, ώστε να εξασφαλίζεται η διοικητική μέ¬ριμνα, η τροφοδοσία και η ευκινησία τους. Το τελευ¬ταίο ήταν εξαιρετικά σημαντικό για την επιβίωση τους. Τα μεγάλα σε αριθμό ανδρών σώματα διαιρέθη¬καν, έτσι, σε «καπετανάτα» ή αλλιώς «πρωτάτα». Κά¬θε «πρωτάτο» είχε τον δικό του εδαφικό χώρο ευθύ¬νης και ήταν δομημένο με δικό του καπετάνιο και πρωτοπαλλήκαρο. Τα «πρωτάτα», όμως, υπάκουαν στον καπετάνιο του κύριου ή μητρικού σώματος και αυτόν αναγνώριζαν βεβαίως ως γενικό αρχηγό. Τα έ¬νοπλα σώματα αρματολών και κλεφτών, είτε συγκε¬ντρωτικά είτε διασπασμένα σε «πρωτάτα». ακολου¬θούσαν την εξής εσωτερική δομή: διαιρούντο σε τρεις κατηγορίες πολεμιστών, τις λεγόμενες «σκά¬λες». Στην πρώτη «σκάλα» ανήκαν οι πλέον εμπειροπόλεμοι και ικανοί άνδρες. Μόνο αυτοί είχαν δικαίω¬μα να παρατάσσονται μπροστά στον καπετάνιο και να του μιλούν. Στις χαμηλότερες «σκάλες» τοποθετούντο οι μικρότερης ηλικίας και οι «νεοσύλλεκτοι». Αυ¬τοί όφειλαν, επιδεικνύοντας ανδρεία στα πεδία των μαχών, να διεκδικήσουν τη μεταπήδηση τους στην πρώτη «σκάλα», το οποίο αποφάσιζε ο καπετάνιοι Δεν δικαιούντο να μιλούν στον ίδιο και για όποιο πρόβλημα αντιμετώπιζαν απευθύνονταν στο πρωτοπαλήκαρο.

Ο Κασομούλης περιέγραψε μία συνάθροιση αρμα¬τολών στο μοναστήρι του Δούσικου, στο Βουνό Κόζικας της δυτικής Θεσσαλίας. Συνάντησε, μάλιστα τους άνδρες την ώρα που λάμβαναν τον μισθό του: ΄Οσοι ανήκαν στην πρώτη «σκάλα» έλαβαν 13 γρόσια οι της δεύτερης εννέα και όσοι στελέχωναν την τρίτη «σκάλα», τη χαμηλότερη, πληρώθηκαν με έξι γρόσια! Κανένας όμως δεν «ωμίλησεν», κατά τη διατύπωση του Κασομούλη, δηλαδή ουδείς διαμαρτυρήθηκε. Η αγωνία τους αφορούσε την ταυτότητα όσων θα προβιβάζονταν στις ανώτερες «σκάλες», διότι αυτό σηματοδοτούσε καταξίωση. Οι καπετάνιοι φρόντιζαν ν: διατηρούν ονομαστικούς καταλόγους, όπου σημείωναν τις επιδόσεις κάθε παλληκαριού προς σχηματισμό κρίσης.

Το αξίωμα του καπετάνιου, είτε αιρετό είτε κληρονομικό, διατήρησε αίγλη και λαμπρότητα. Η ανακήρυξη ενός παλληκαριού σε καπετάνιο ακολουθούσε ένα εορταστικό τυπικό και τελείτο με επισημότητα και παρέπεμπε στις βυζαντινές δόξες του παρελθόντος, τηρουμένων βέβαια των αναλογιών.

Την ημέρα της ανακήρυξης, συνήθως Κυριακή ή εορτή, οι άν¬δρες του ένοπλου σώματος συγκεντρώνονταν στο μεγαλύτερο χωριό του αρματολικίου (κεφαλοχώρι). Παρατάσσονταν εν είδει τιμητικού αγήματος με πλή¬ρη πολεμική εξάρτυση σε περίοπτο σημείο: στην πλατεία του χωριού ή μπροστά από την εκκλησία. Δίπλα στους ενόπλους στέκονταν οι δημογέροντες και οι προεστοί και πιο πίσω ο χωρικοί. Στο έδαφος, σε σημείο που να μπορούν να βλέπουν όλοι, άπλωναν την κάπα την οποία θα λάμβανε ο νέος καπετάνιος. Η κά¬πα συμβόλιζε την εξουσία που αυτός πλέον αναλάμ¬βανε και ήταν πάντα περίτεχνα διακοσμημένη και κε¬ντημένη. Σε διάφορα λαογραφικά μουσεία και αλλού έχουν διασωθεί και εκτίθενται κάπες καπετάνιων, πραγματικά αριστουργήματα τέχνης. Η διαδικασία α¬νακήρυξης συνεχιζόταν ως εξής: ο νέος καπετάνιος καθόταν με σταυρωμένα πόδια επάνω στην κάπα. Το πρωτοπαλλήκαρο και τρεις ακόμα άνδρες έπιαναν γερά την κάπα, ένας σε κάθε γωνία. Την σήκωναν στον αέρα, μαζί με τον καπετάνιο, τρεις φορές συνεχόμε¬να. Οι παρευρισκόμενοι ξεσπούσαν σε πανηγυρι¬σμούς; φωνάζοντας "άξιος» και οι παπάδες ευλογού¬σαν. Οι παρατεταγμένοι άνδρες πυροβολούσαν τιμη¬τικά στον αέρα. Στη συνέχεια περνούσαν όλοι μπρο¬στά οπό τον καπετάνιο, ένας-ένας, δίνοντας του την ίδια πάντα ευχή: να «πάει από βόλι», να μη πεθάνει από γεράματα και φυσικό θάνατο. Ακολουθούσε γλέ¬ντι, με φαγητό, τραγούδι και χορό.

Στην ιεραρχία, τόσο στους κλέφτες όσο και στους αρματολούς, μετά τον καπετάνιο ακολουθούσε το πρωτοπαλλήκαρο. Αυτός ασκούσε καθήκοντα υπαρχηγού αλλά και υπασπιστή. Το πρωτοπαλλήκαρο επέ¬λεγε ο ίδιος ο καπετάνιος και όφειλε να έχει αποδεί¬ξει στις μάχες την αφοσίωση του. ΄Ηταν ο σωματοφύ¬λακας και ο συμπολεμιστής του καπετάνιου και μαχό¬ταν πλάι του με ηρωισμό και μέχρι αυτοθυσίας. Το 1821 ο Γεώργιος Καραϊσκάκης έχασε διαδοχικά σε συ¬νεχόμενες μάχες τρία πρωτοπαλλήκαρά του. Για να κατορθώσει κάποιος να γίνει καπετάνιος, έπρεπε να διατελέσει πρωτοπαλλήκαρο, αν και υπήρξαν περι¬πτώσεις που αυτό δεν τηρήθηκε. Γενικά η εσωτερική διάρθρωση των ένοπλων σωμάτων σε «πρωτάτα» και ο σεβασμός στους ανωτέρους τηρούντο ευλαβικά. Ο Κασομούλης έγραψε ενδεικτικά για το αρματολίκι του Ασπροποτάμου:
«Ευχαριστήθηκα βλέποντας να φυλάσσεται η αρχαιότητα και η ιεραρχία. Τέτοια τάξη δεν συνέπεσε να δω αλλού». Η διασφάλιση της εσω¬τερικής ιεραρχίας και τάξης τηρείτο λοιπόν, λιγότερο ή περισσότερο, σε όλα τα αρματολίκια.
Πώς ζούσαν, όμως, κλέφτες και αρματολοί; Πώς δρούσαν, σε ειρηνικές περιόδους και στον πόλεμο; Κατ' αρχάς παντού και πάντοτε τα αντανακλαστικά και οι αντιδράσεις τους έπρεπε να είναι γρήγορες. Συνήθιζαν να κινούνται από δύσβατα μονοπάτια και όχι σε δημόσιες οδούς. ΄Ετσι εξασφάλιζαν ορατότητα δίχως να εντοπίζονται, γιατί έπρεπε να βλέπουν δίχως να τους βλέπουν άλλοι. Σύμφωνα με την αντίληψη τους, το Βλέμμα έπρεπε να είναι «αετίσιο» και το περπάτημα όφειλε να είναι «λιονταρίσιο». ΄Αλλο προσόν, σημα¬ντικό για την επιβίωση τους, ήταν η ταχύτητα στο βά¬δισμα και το τρέξιμο, ώστε να αποτρέπεται υπερφαλάγγιση και κύκλωση τους.

Ο νεοεισερχόμενος σε ένοπλο σώμα υφίστατο ο¬ρισμένες δοκιμασίες που είχαν συμβολική περισσότε¬ρο διάσταση. Ο καπετάνιος Ζαχαρίας συνήθιζε να ξυ¬ρίζει τους νεοσύλλεκτους με ένα μαχαίρι, δίχως σα¬πούνι και νερό. Τα ουσιαστικά προσόντα των νέων διαφαίνονταν βέβαια κατά την ώρα της μάχης. Οι κλέ¬φτες και οι αρματολοί θεωρούσαν την ευψυχία και την επιδεξιότητα στη μάχη το πρωταρχικό προσόν, την ύψιστη αρετή, για να αποδεχθούν κάποιον ως συ¬ναγωνιστή τους. Στα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρα¬τίας η αλληλοεκτίμηση συσχετιζόταν με τον επιδέξιο χειρισμό του τόξου ή του γιαταγανίου τα οποία αργότερα αντικατέστησαν οι πιστόλες και τα καρυοφίλια.

Κλέφτες και αρματολοί πολεμούσαν με αυταπάρ¬νηση που υπερέβαινε τα όρια του λογικού. Το θάρρος τους δεν ήταν κατ' αποκλειστικότητα έμφυτο. Ενισχυόταν σε άφθαστο βαθμό από το γεγονός ότι αντιλαμβάνονταν ποια θα ήταν η τύχη τους σε περίπτωση σύλληψης από τους Τούρκους. Η τόλμη τους υπερέ¬βαινε τη λογική και αψηφούσαν τον θάνατο, για; γνώριζαν ότι πιο μαρτυρικό θα ήταν το τέλος εάν συλλαμβάνονταν ζωντανοί από τον εχθρό. Δεν είχαν τίποτα πλέον να χάσουν εκτός από την ίδια τους τη ζωή και η επίγνωση αυτής της πραγματικότητας τους όπλιζε με αδάμαστο θάρρος και ατσάλινη θέληση.
Κλέφτες και αρματολοί καθιέρωσαν με την ένο¬πλη δράση τους αυτό που έως σήμερα καλείται «κλεφτοπόλεμος». Απαραίτητο συστατικό των επιθέσεών τους ήταν ο αιφνιδιασμός. Είχαν ένα πλεονέκτημα το ποίο δεν διέθετε ο εχθρός: να τον προσβάλλουν αυτοί πρώτοι, σε ανύποπτο χρόνο και τόπο που αυτοί επέλεγαν, γνωρίζοντας άριστα την περιοχή. Η ενέδρα, που προηγείτο του αιφνιδιασμού, λεγόταν καρτέρι, στη δε Μάνη την ονόμαζαν χωσία ή χωσιά. Η σκοπιά λεγόταν καραούλι και στη Μάνη βάρδια. Οι ΄Ελληνες πο\εμιστές, μη έχοντας τα περιθώρια μεγάλων απω¬λειών, προσπαθούσαν να εκμεταλλευτούν στο έπακρο το έδαφος και τις εξάρσεις του. Αυτό ακριβώς δεν έπραπαν οι Τούρκοι, που, έχοντας υψηλό απόθεμα σε ενέδρες και υλικό, συνήθιζαν να επιτίθενται ακάλυποι. ΄Οταν επιτίθεντο οι κλέφτες, αιφνιδιαστικά και με ταχεία κίνηση, εφάρμοζαν αυτό που καλούσαν (ο όρος επιβιώνει ως σήμερα) γιουρούσι. Η επίθεση στηριζόταν στην ταχύτητα, μέχρι να φθάσουν στις γραμμές του αντιπάλου και στην αποφασιστικότητα και την αν¬δρεία τους, όταν άρχιζε η σώμα με σώμα συμπλοκή. Δεν υπήρχε, δηλαδή, συγκεκριμένη τακτική στην κί¬νηση, όπως στον τακτικό Οθωμανικό Στρατό. Αυτό που είχε αξία την ώρα που οι κλέφτες αναμειγνύονταν με τους Τούρκους και άρχιζε η πάλη ζωής και θανά¬του, ήταν η προσωπική ανδρεία και η τόλμη.

Τον αιφνιδιασμό ακολουθούσε ταχύτατη απαγγίστρωση, στα πρότυπα με τα οποία κινούνται οι σημε¬ρινοί καταδρομείς. Τι συνέβαινε, όμως, όταν ο αντίπα¬λος προλάβαινε να αντιδράσει; Ο καπετάνιος αποφά¬σιζε, κατά περίπτωση, ή αποχώρηση ή συνέχιση της ε¬πίθεσης, εκτιμώντας την τακτική κατάσταση. Εάν επι¬λεγόταν να δοθεί μάχη εκ παρατάξεως, καπετάνιος και πρωτοπαλλήκαρο έδιναν εντολή ακροβολισμού. Περισσότερο οι αρματολοί, αλλά σταδιακά και οι κλέφτες εξοικειώθηκαν με το να λαμβάνουν θέσεις μά¬χης και να ακροβολίζονται σε βάθος. Οι μόνοι που κατ' εξαίρεση επέμεναν να ακροβολίζονται σε ευθεία γραμμή ήταν οι Σουλιώτες. Αντίθετα στους Τούρκους ο ακροβολισμός δεν ήταν επιθυμητή επιλογή. ΄Οπως προαναφέρθηκε, επιτίθεντο ακάλυπτοι, κατά ομά¬δες. ΄Ετσι υφίσταντο εκτεταμένες απώλειες, τις οποί¬ες βέβαια αναπλήρωναν με ευχέρεια. ΄Οταν πάλι οι κλέφτες επέλεγαν όχι την απαγγίστρωση αλλά την πρόταξη σθεναρής άμυνας, στηρίζονταν στα λεγόμε¬να ταμπούρια. ΄Ετσι καλούσαν τις πυκνές εδαφικές ε¬ξάρσεις των βουνών, που προσφέρονταν ως φυσικές θέσεις άμυνας και τις οποίες παρέχει σε αφθονία ο ο¬ρεινός ελλαδικός χώρος. Σε πολλές περιπτώσεις ενί¬σχυαν τις θέσεις αυτές και με τεχνητές επεμβάσεις, τοποθετώντας κορμούς δένδρων ή μεγάλες πέτρες.

Εξαιρετικά ατιμωτικό θεωρούσαν το να συλληφθούν ζωντανοί από τους Τούρκους, ακόμη και τραυματισμένοι. Ο θάνατος, έστω από συντροφικό χέρι, ήταν προτιμότερος από τη σύλληψη και τους εξευτελισμούς που την συνόδευαν.
Το κλέφτικο τραγούδίΐ ακολουθεί, αναφερόμενο σε πολεμιστή που τραυματίστηκε την ώρα της μάχης, αντικατοπτρίζει αυτές ακριβώς τις πεποιθήσεις.

«Σαν δέντρο εραγίσθηκε,
σαν κυπαρίσσι πέφτει.
Ψιλή φωνούλαν έβγαλε,
σαν πσλληκάρι οπού ήταν:
Που είστε καλοί μου αδελφοί,
και πολυαγαπημένοι;
Γυρίστε πίσω, πάρτε με,
πάρτε μου το κεφάλι
να μην το πάρει η παγανιά
και ο Γιουσούφ Αράπης,
και μου το πάει στα Γιάννενα,
του Αλή Πασά του σκύλου».

Τον κλέφτη που πέθαινε στο κρεβάτι από γεράμα¬τα ή ασθένεια οι σύντροφοι του τον ονόμαζαν «ψοφί¬μι». Αντίθετα, επιζητούσαν τον ηρωικό θάνατο στη μάχη. ΄Οποιος φονευόταν πολεμώντας, καλείτο «σφαγάρι».
΄Οσον αφορά τη χρήση των τυφεκίων, απαραίτητο προσόν αποτελούσε για έναν κλέφτη ή αρματολό η σκοπευτική δεινότητα. ΄Οσο τα πυρομαχικά επαρκού¬σαν, ασκούντο στη σκοποβολή. Συνηθισμένο ήταν να κρεμούν από ένα κλαδί δένδρου κρίκο δακτυλιδιού. ΄Επειτα, από απόσταση αρκετών μέτρων προσπαθούσαν να σημαδέψουν και να περάσουν το βόλι τους μέσα από το δακτυλίδι. Ορισμένοι ενίσχυσαν την εικόνα τους ή και τον μύθο τους συν τοις άλλοις και για την ικανότητα τους στη σκόπευση. Στα ΄Αγραφα για γενε¬ές και γενεές διηγουντο οι χωρικοί τη δεινότητα του Καραϊσκάκη όταν αυτός φόνευσε τον διαβόητο Βεληγκέκα, πυροβολώντας τον από μεγάλη απόσταση.

Στην εκ παρατάξεως μάχη μόνιμο πρόβλημα για τους ΄Ελληνες ενόπλους ήταν η περιορισμένη διαθε¬σιμότητα σε πυρομαχικά. Γι’ αυτό τον λόγο δεν εφαρ¬μοζόταν το «πυρ ομαδόν και αντίθετα προτιμούσαν το «πυρ κατά βούληση». Στην ύστερη φάση των βενετοτουρκικών πολέμων οι ΄Ελληνες πολεμιστές εφο¬διάστηκαν από τους Βενετούς με σύγχρονα για την ε¬ποχή τυφέκια, που τα ονόμασαν «μιλιόνια». Αργότερα, οι αρματο¬λοί καλούσαν τα όπλα τους «καρυοφίλια», έκφραση που επιβίωσε ως και την Επανάσταση του 1821.

Τα καρυοφίλια ήταν εμπροσθογεμή τυφέκια, με κοντή λαβή και μακριά κάννη. Τα όπλα αυτά ταυτίστη¬καν με τους κλέφτες και τους αρματολούς, γι' αυτό και τραγουδήθηκαν, αφού στα χέρια των πολεμιστών έγιναν σύμβολα του Αγώνα
«Τα καρυοφίλια έβαζαν,
τα καρυοφίλια βάζουν,
παιδία μου μην δειλιάζετε
και μην πισωδρομάτε.
Φέρτε το καρυοφίλι μου
να το γλυκολαλήσω,
να χαιρετήσω τα βουνά
και τις ψηλές ραχούλες».

Κατά μία εκδοχή, τα καρυοφίλια ονομάστηκαν έ¬τσι από το φημισμένο οπλουργείο της Βενετίας που τα κατασκεύαζε, υπό την επωνυμία «Κάρολος και Υιός». Αργότερα, κλέφτες και αρματολοί συνήθισαν να «βαπτίζουν» τα όπλα τους με το όνομα του οπλουργείου ή της πόλης όπου κατασκευάζονταν. ΄Ετσι, ονόμαζαν τα τυφέκια «νταλιάνες», «φιλίντρες» ή «μαντζάρια». Ομοίως, οι Κρητικοί αντάρτες ονόμαζαν τα όπλα τους «μοτσενίγους», όρο που υπαινίσσεται τον κατασκευαστή ή ει¬σαγωγέα, κάποιον Ιταλό .

Παρόλο που με την πάροδο του χρόνου εμπεδώ¬θηκε στα ένοπλα ελληνικά σώματα μία υποτυπώδης πειθαρχία, εντούτοις δεν υπήρχε σύγκριση με τα σκληρά πειθαρχημένα οθωμανικά στρατεύματα. Ακό¬μη και κατά την Επανάσταση του 1821, οι αγωνιστές, συνηθισμένοι στην παλαιά τους ζωή ως κλέφτες, δεν επιδείκνυαν ιδιαίτερη έφεση προς την πειθαρχία και συχνά παρατηρούντο έκτροπα. Το κείμενο που ακο¬λουθεί, το οποίο αναφέρεται στη μάχη της Αράχοβας, είναι ενδεικτικό: «Αν και ο αρχηγός (σ.σ. ο Γεώργιος Καραϊσκάκης) διέταξε να παραμείνουν όλοι οι Ελλη¬νες εις στενήν πολιορκίαν του εχθρικού στρατοπέ¬δου... αυτοί μετέβαιναν στο χωριό, όπου ευρόντες αφθονίαν οίνου έπιναν με τόση υπερβολή, ώστε, με¬θυσμένοι να μην είναι πλέον σε κατάσταση να μετα¬βούν στην πολιορκία. ΄Εμεναν ξαπλωμένοι καταγής, βυθισμένοι εις ύπνον βαθύτατον... ως συμβαίνει εις στρατεύματα άπειρα τακτικής πειθαρχίας».

Τελείως διαφορετική ήταν η κατάσταση στην ε¬χθρική πλευρά. Η πειθαρχία στους Τούρκους ήταν σκληρή, όπως άλλωστε συμβαίνει και σήμερα. ΄Εφθα¬νε σε τέτοιον βαθμό που να τους αφαιρεί το στοιχείο της πρωτοβουλίας. ΄Ετσι, όταν φονευόταν ο επικεφα¬λής ενός ένοπλου τουρκικού σώματος, οι στρατιώτες συχνά αποπροσανατολίζονταν και υποχωρούσαν. διάρθρωση και οργάνωση του τακτικού Οθωμανικοί Στρατού ήταν σε γενικές γραμμές η εξής: οι γενίτσαροι ήταν ο βασικός κορμός του πεζικού, με γνώση της πολεμικής τέχνης και εξαιρετικά πειθαρ¬χημένοι. Το ιππικό στελέχωναν οι σπάχηδες ενώ στην πορεία ενσωματώθηκαν στον τακτικό στρατό οι γαζήδες και οι ντελήδες. Οι γαζήδες ήταν φανατικοί Μουσουλμάνοι, μαχητές, εμφορούμενοι από θρησκευτικό μένος κατά των απίστων, το οποίο εκφραζόταν την ώρα της μάχης. Οι ντελήδες (τρελοί) ήταν άτακτα στίφη που προπορεύονταν στη μάχη. Με τυμπανοκρουσίες» αλαλαγμούς επιχειρούσαν την κατατρομοκράτηση» των αντιπάλων, ήταν όμως περισσότερο «αναλώσιμοι», ώστε να βολιδοσκοπείται η ισχύς των εχθρών και να εξαντλούνται αυτοί στην αντιμετώπιση των ντελήδων, ενώ ακολουθούσε ο κύριος όγκος των γενιτσάρων.

Ως προς την αντιμετώπιση των κλεφτών και, αργότερα, των αρματολών, σε περιοχές ορεινές και δύσβατες, είναι ευνόητο ότι οι Τούρκοι μειονεκτούν Υπήρχαν περιπτώσεις, ωστόσο, κατά τις οποίες οι κλέφτες και οι αρματολοί βρέθηκαν εγκλωβισμένοι. Αυτό συνέβαινε όταν οι Τούρκοι εξαπέλυαν ευρείες έκτασης εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, με πολυάριθμο τακτικό στρατό. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι Καπετάνιοι δεν δίσταζαν να εκκενώσουν τις περιοχές τις οποίες «ηγεμόνευαν» και να αποσυρθούν πολλά χιλιόμετρα μακριά, για να αποφύγουν την κύκλωση και την καταστροφή.

Οι καπετάνιοι του Βάλτου και του Ξηρομέρου, παράδειγμα, συχνά κατέφυγαν με τα σώματα στα γειτονικά Επτάνησα. Ομοίως, οι Θεσσαλοί Πολέμαρχοι δεν έλειψαν περιπτώσεις κατά τις οποίες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τον Ολυμπο, αναζητώ¬ντας καταφύγιο στη Σκιάθο και τη Σκόπελο.

Συχνά, όταν οι πιέσεις των Τούρκων εντείνονταν, οι καπετάνιοι αναγκάζονταν να περιέλθουν σε ένα εί¬δος συμβιβασμού, τα λεγόμενα «καπάκια». Ο αρματο¬λός, σπανιότερα και ο κλέφτης, δεχόταν να επιδείξει νομιμοφροσύνη, λαμβάνοντας αντισταθμιστικά α¬μνηστία. Για να συμφωνηθούν «καπάκια», έπρεπε τό¬σο οι καπετάνιοι κυρίως αλλά μερικές φορές και οι διώκτες τους να βρίσκονται αμφότεροι σε δεινή θέση και νά επιζητούν ανάπαυλα και ηρεμία μετά από μα¬κροπερίοδο συγκρούσεων. ΄Ετσι, ο συμβιβασμός κα¬θίστατο αμοιβαία επωφελής. ΄Οταν η οθωμανική εξου¬σία αισθανόταν και πάλι ασφαλής και αρκούντως ι¬σχυρή, δεν δίσταζε να καταπατήσει τα συμφωνηθέ¬ντα. Χαρακτηριστική υπήρξε η περίοδος περί το 1685, όταν οι Τούρκοι περιήλθαν σε δεινή θέση στην Πελο¬πόννησο, εξαιτίας της επιτυχούς δράσης των Βενε¬τών, ΄Οταν, λοιπόν, ο κύριος όγκος του Οθωμανικού Στρατού κατευθύνθηκε στην Πελοπόννησο, προσεταιρίστηκαν τους αρματολούς της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας με «καπάκια» και διάφορα αξιώματα, ώστε να έχουν καλυμμένα τα νώτα τους κατά την κάθοδό του. ΄Οταν, όμως, έληξε ο βενετοτουρκικός πό¬λεμος και οι Τούρκοι έκλεισαν το μέτωπο με έναν υ¬πολογίσιμο γι’ αυτούς αντίπαλο, αμέσως στράφηκαν «πάτων καπετάνιων και εξαπέλυσαν διώξεις, παρόλο που είχαν συμφωνηθεί, λίγο καιρό νωρίτερα «καθώς η τακτική προσωρινού συμβιβασμού, τα «καπάκια θεωρήθηκαν ένα είδος αναγκαίου κακού και παρέμειναν στην αντίληψη των καπετάνιων και των τιαλληκαριών.

Αντίθετα, αυτό που εκλαμβανόταν ως εξευτελισμός και ατίμωση ήταν η άνευ όρων παράδοση, το προσκύνημα», όπως χαρακτηριστικά το αποκαλούσαν. ΄Οταν, το 1823, ο αρματολός των Αγράφων Νικόλαος Στορνάρης παρέδωσε άνευ όρων το αρματολίκι του στους Τούρκους και προσκύνησε, ταπεινώθηκε στα μάτια των συντοπιτών του και η υπόληψη του κηλιδώθηκε. Παραιτήθηκε από το αξίωμα του καπετάνιου και ζούσε με τον φόβο πιθανής δολοφονίας από τους συμπολεμιστές του, ώστε «να ξεπλυθεί η ν τροπή".

Οι πιο ονομαστοί από τους κλέφτες και τους αρματολούς άφησαν εποχή με τα κατορθώματα τους, τα οποία ύμνησε η δημοτική παράδοση του λαού. Στις ιδιότητές τους η λαϊκή μυθοπλασία προσέδωσε υπερφυσικές διαστάσεις, Τούρκοι και Τουρκαλβανοί απέφευγαν όσο μπορούσαν τις αναμετρήσεις μαζί τους. Ο φόβος τους απέναντι στους ενόπλους των Ελλήνων ήταν ανεξέλεγκτος, όταν αναμειγνυόταν με προκαταλήψεις και δεισιδαιμονίες. Τον Νικοτσάρα, για παράδειγμα, οι Τουρκαλβανοί του Αλή πασά τον θεωρούσαν άτρωτο, πιστεύοντας ότι το κορμί του εξοστράκιζε τις σφαίρες. Αρκετοί ΄Ελληνες οπλαρχηγοί φημίζονταν, εκτός της ανδρείας τους και για το παρουσιαστικό τους. Τα δημοτικά τραγούδια και οι λαϊκοί θρύλοι, συγχρόνως με την ανδρεία εξύμνησαν το κάλλος και το εντυπωσιακό παράστημα. Ως τέτοιοι κατοχυρώθηκαν στη λαϊκή μνήμη ο Κατσαντώνης, ο Παναγιώταρος Βενετσανάκης, ο Αθανάσιος Διάκος και άλλοι.

Κλέφτες και αρματολοί αγαπούσαν το κρασί και τον χορό, τις μικρές απολαύσεις της ζωής που εκ των πραγμάτων στερούντο. Η επιδεξιότητα και η λεβεντιά στον τσάμικο δεν ήταν παρά αντανάκλαση της δεινό¬τητας στον πόλεμο. Κάποτε στα Ιωάννινα ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, νέος αρματολός ακόμα, χόρεψε έναν τσάμικο τόσο λεβέντικα και επιδεικτικά, ώστε ο Μουχτάρ πασάς παραπονέθηκε στον πατέρα του, τον Αλή πασά, ζητώντας την παραδειγματική του τιμωρία.

Να πώς περιέγραψε πηγή της εποχής ένα συμπό¬σιο αρματολών στις αρχές της Επανάστασης του 1821, με σίγουρα όχι σπουδαίες διαφορές, από ότι αν αφορούσε παρόμοια σκηνή 50 ή και 100 χρόνια νωρί¬τερα: «Εσιγυρίζοντο δυό σφαχτά σουβλισμένα και περιεζωσμένο με σπληνάντερο. Πλησίον των σφα¬χτών και χαμηλότερα, επί ελαφρύς ανθρακιάς, εγυρίζοντο δυό μικρότερες σούβλες, που είχαν περιτυλιγ¬μένο το κοκορέτσι. Τις εργασίες αυτές έκαναν νέοι στρατιώτες ΄Ελληνες, καθήμενοι κοντά στην φωτιά στρέφοντες συνεχώς το πρόσωπο προς τα όπισθεν για να αποφεύγουν την μεγάλη θερμότητα του πυρός. Ξαπλωμένοι στα χόρτα ήσαν 10 έως 12 στρατιώτες ΄Ελληνες. Αν και ξαπλωμένοι καταγής, έφεραν στην ζώνη τα πιστόλια και το γιαταγάνια τους και τις παλά¬σκες τους. Νέος ωραίος και υψηλού αναστήματος τραγουδούσε διάφορα ηρωικά και ερωτικά άσματα. Η σκηνή αυτή διήρκεσε στην ίδια κατάσταση, ώσπου εψήθησαν τα σφαχτά. Τα έστησαν όρθια, επί του τοίχου. Το κοκορέτσι και το σπληνάντερο, αφού τα μέ¬τρησαν με αρχιτεκτονική ακρίβεια, τα έκοψαν σε τό¬σα ίσα κομμάτια, όσα ήταν και τα άτομα. Η σούβλα πε¬ριερχόταν σε όλους με την σειρά και ο καθένας έπια¬νε με το χέρι το κομμάτι του και το έσυρε από την σούβλα. ΄Ολοι έτρωγαν ταυτόχρονα, και ένας ψυχο¬γιός περιέφερε ένα παγούρι με ρακί. Από εκεί τρα¬βούσε έκαστος το ρακί, σφυρίζοντας δυνατά, αφού προηγουμένως ευχόταν την υγείαν στους συνεταί¬ρους του».

Σκηνές χαράς και κεφιού ήταν βέβαια η εξαίρεση στη ζωή των κλεφτών και των αρματολών. Κανόνας ή¬ταν η στέρηση, η απομόνωση, ο πόλεμος και ο αγώ¬νας. Σήμα κατατεθέν της ένδυσης τους, ήταν η φου¬στανέλα. Ο Μανιάτης λαογράφος και συγγραφέας Κυριάκος Κάσσης έδωσε σημαντικές πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούσαν τη φουστανέλα οι προεπαναστατικοί κλέφτες αλλά και οι μετέπειτα λήσταρχοι του ελληνικού Βασίλειου. Η φουστανέλα δεν προσέδιδε μόνο κύρος και λεβεντιά, αλλά εξυπηρετουσε συγκεκριμένες ανάγκες. Κλέφτες και αρματολοί την φορούσαν «λερή», αλειμμένη δηλαδή με λίπος. Αυτό το έκαναν για να μη την διαπερνάει η βροχή και το ισχυρό ψύχος. Επιπλέον, έτσι προστατεύονταν από τις ψείρες. Πάνω από τη φουστανέλα φορούσαν το κοντογούνι, μία κοντή σχετικά χλαίνη ενώ στη βαρυχειμωνιά φορούσαν βαριές κάπες, όπως οι βοσκοί. Μέσα από το κοντογούνι ή την κάπα φορούσαν πλουμιστό, με περίτεχνα κεντήματα γιλέκο. Από μέσα φορούσαν λευκή πουκαμίσα. Μόνη τους περιουσία ήταν τα ασημικά και τα χρυσαφικά τους, τα οποία φορούσαν επιδεικτικά, καρφιτσωμένα στο γιλέκο τους. ώστε να φαίνονται πιο επιβλητικοί. ΄Αφηναν μακριά κώμη και, όταν κουρεύονταν, εξαιρετικά σπάνια, ξύριζαν το κεφάλι τους, για να καταπολεμούν ψείρες. Συχνά κάλυπταν το κεφάλι τους με κεφαλομάντηλο μαύρου χρώματος. Επάνω σε αυτό υπήρχε ενίοτε κεντημένος σταυρός. ΄Αλλοτε πάλι, αντί για μανντήλι, φορούσαν στο κεφάλι τους φέσι. Η συγγραφέας Φανή Παπαλουκά, στο βιβλίο της «Ο γερο ΄Ολυμπος, εξιστορεί τη φανταστική αφήγη¬ση ενός κλέφτη, που βεβαίως δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα: «Κοιτάμε να βλάψουμε, όσο μπορούμε, τον εχθρό. Νύχτα ορμούμε από τα βουνά στον τουρκεμένο κάμπο, καίμε τα χωριά, σκοτώνουμε τους απίστους, πιάνουμε αιχμαλώτους. Μήπως θα ή¬ταν καλύτερα να σκύψουμε την ράχη μας και να ζήσοιψε ήσυχα, σαν φίλοι, με τον Τούρκο; ΄Οσοι έχουν καρδιά μέσα στο στήθος τους, ζώνονται τα 'άρματα και βγαίνουν στο κλαρί, στ' απρόσιτα λημέρια, γίνονται οι σταυραετοί του Ολύμπου».

Οι κλέφτες κατ' ουσίαν υπήρξαν οι συνεχιστές της ηρωικής ηθικής, του ηρωικού τρόπου ζωής, όπως αυτός ορίσθηκε και εκφράσθηκε στην αρχαία Ελλάδα και κατοχυρώθηκε ως «ίδιον» του τρόπου ζωής στους μετέπειτα αιώνες. Ο βίος των κλεφτών οδηγούσε νο¬μοτελειακά σε αρχέγονους κώδικες ηθικής: την περι¬φρόνηση προς τον θάνατο, την αδιάκοπη δράση, το «ευ αγωνίζεσθαι και μάχεσθαι». Αυτό το είδος ζωής, αφηγήθηκε με ζωντανό τρόπο ο Θεόδωρος Κολοκο¬τρώνης: «Η ζωή που εκάμναμε, μας εβοήθησε πολύ εις την επανάσταση, διότι ηξεύραμε τα κατατόπια, τους δρόμους, τις Θέσεις, τους ανθρώπους. Εσυνηθίααμε να καταφρονούμε τους Τούρκους, να υποφέ¬ρουμε την πείνα, την δίψα, την κακοπάθεια, την λέ¬ρα».

Τα δημοτικά τραγούδια, ιδίως τα κλέφτικα, διέσωοαν σημαντικά γεγονότα, όπως μάχες, πληροφορίες νια αρματολίκια, τον καθημερινό βίο των κλεφτών. Οπωσδήποτε, το στοιχείο της υπερβολής προσθέτει μύθους στην αλήθεια για τα κατορθώματα καπετά¬νιων και παλληκαριών, αφού έτσι το επιθυμούσε η φαντασία και οι πόθοι του λαού. Στα κλέφτικα δημοτι¬κά, που επιβιώνουν έως σήμερα, εξυμνείτο συνήθως ένα κατόρθωμα κάποιου καπετάνιου εναντίον των Τούρκων. Τα γεγονότα που περιγράφουν τα κλέφτικα τραγούδια ξεκινούν από το 1730-1750 και φθάνουν έως την επανάσταση του 1821, ενώ δεν φαίνεται να διασώθηκαν παλαιότερα. Συχνά εξυμνούν ανδραγα¬θήματα Ελλήνων καπετάνιων κατά Τουρκαλβανών. Αυτό εξηγείται εύκολα, καθώς εκείνη την περίοδο οι Τούρκοι αφαιρούσαν αρματολίκια από ΄Ελληνες και τα παρέδιδαν σε εξισλαμισθέντες Αλβανούς. Οι τελευ¬ταίοι έδιναν πιστότερα τεκμήρια νομιμοφροσύνης και υπακοής στην Υψηλή Πύλη, σε αντίθεση με τους ΄Ελληνες καπετάνιους, που είχαν πλέον εισέλθει σε διαδικασία αυτονόμησης.

Στις περιοχές όπου ο θεσμός των αρματολικιών υπολειτουργούσε και ως εκ τούτου δεν υφίσταντο σχέσεις με τον κατακτητή, παρά μόνο κλέφτες και με¬τωπική αντιπαράθεση με τους Τούρκους, γεννήθη¬καν τα ωραιότερα κλέφτικα τραγούδια. Η Πελοπόννη¬σος ιδιαίτερα προσέφερε εξαίσια δείγματα κλέφτι¬κων δημοτικών, με πλέον αντιπροσωπευτικά αυτά που ύμνησαν την οικογένεια των Κολοκοτρωναίων. Τα κλέφτικα τραγούδια αποτέλεσαν σημαντική ιστορική πηγή. Παρά τις όποιες μυθοπλαστικές προεκτάσεις τους, ανέφεραν μάχες και άλλα στρατιωτικά γεγονότα με πιστότητα. Καπετάνιοι και τοποθεσίες περιγρά¬φονταν επώνυμα, τα κατορθώματα δηλώνονταν με σαφήνεια, όπως και ο εκάστοτε αντίπαλος:

Τι έχουν της Μόνης τα βουνά
που είναι βουρκωμένα;
Καν ο βοριάς τα βάρεσε, καν η νοτιά τα πήρε.
Μηδέ ο βοριάς τα βάρεσε, μηδ' η νοτιά τα πήρε,
παλεύει ο Καπετάν πασάς με τον Κολοκοτρώνη.
Στεριά παλεύει ο Αλή μπέης
κ' η αρμάτα του πελάγου.
Στην Αρια που 'ριξε το ορδί διαβάζει το φιρμάνι:
"Ποιας είναι ο Παναγιώταρος,
ποιόν λεν Κολοκοτρώνη;
Να ρθούν να προσκυνήσουμε,
ραγιάδες να γενούνε".
"Δεν προσκυνούμε Αλή μπέη
ο νους σου μην το βάνη,
τ' άρματα δεν τα δίνουμε, ραγιάδες να γενούμε,
παρά θα γίνει πόλεμος, με τόπια, με ντουφέκια".
Κι ο Αλή μπέης σαν τ' άκουσε πολύ
του κακοφάνη.
Δώδεκα ημέρες πολεμάει με τόπια,
με ντουφέκια
την Κυριακή το δειλινό μεγάλα τόπια βαλαν.
Καρσί στον πύργο τάβαλαν,
τον πύργο να χαλάσουν
βλέπουν τον πύργο κ' έτρεμε,
κ' ήθελε για να πέση.

Ο Κασομούλης, ο οποίος έζησε με αρματολούς στον ΄Ολυμπο και στον Ασπροπόταμο λίγα χρόνια πριν τη μεγάλη Επανάσταση του 1821, περιέγραψε τη ζωή τους ως απίστευτα σκληρή. Σε όλους τους ανυπότακτους όμως του υπόδουλου έθνους, κλέφτες και αρ¬ματολούς, προσέδωσε έναν κοινό παρονομαστή: έ¬τρεφαν «ασίγαστον κατά των Τούρκων μίσος». Συχνά ξένοι περιηγητές βρέθηκαν στα λημέρια των κλε¬φτών. Ο τρόπος με τον οποίο εδραιώθηκε στην αντί¬ληψη των Ευρωπαίων η εικόνα των ένοπλων του γέ¬νους, με μυθοπλαστικές προεκτάσεις, αποτυπώθηκε εξαίσια σε κείμενο του Γάλλου αξιωματικού Πεγιόν, που πολέμησε στην επαναστατημένη Ελλά¬δα: «Στο άκουσμα των (πολεμικών) κατορθωμάτων τους, η φαντασία ευχαριστήθηκε να περιβάλει τους ΄Ελληνες με λαμπερά χρώματα, δανεισμένα από την ι¬στορία των προγόνων τους. Ο πατριωτισμός τους φαινόταν άξιος της αρχαίας Σπάρτης. Οι αρχηγοί τους (καπετάνιοι) παραβάλλονταν με τους ήρωες των ένδοξων χρόνων της Ελλάδος, η πέννα των ποιητών έδινε στις μάχες τους μία απόχρωση ομηρική».

Συμπερασματικά, θα κατέληγε κανείς με ασφά¬λεια στα εξής: μέσα από τη σκληρή και αντίξοη καθη¬μερινότητα την οποία βίωναν οι ένοπλοι ΄Ελληνες, κλέφτες και αρματολοί, διατήρησαν ζωντανή την ελ¬πίδα της ανάστασης του Γένους. Ουδέποτε οι Τούρκοι κατάφεραν να τους εξαλείψουν, αφού την εξόντωση ενός διαδέχονταν άλλοι που «έβγαιναν στο βουνό». ΄Ετσι, στις παραμονές του 1821 το έθνος διέθετε χι¬λιάδες εμπειροπόλεμους πολεμιστές, έτοιμους για α¬γώνα μέχρι εσχάτων.

_________________
Ει Κύριος μεθ ημών, ουδείς καθ ημών

Ω ξήν, αγγέλεις Λακεδαιμονίοις, ότι τήδε κείμεθα, τοις κείνων ρήμασι (αεί) πειθόμενοι!


Top
 Profile  
 
 Post subject: Re: ΑΡΜΑΤΩΛΟΙ ΚΑΙ ΚΛΕΦΤΕΣ
Unread postPosted: 19 Mar 2010, 13:00 
Forum Legend
Forum Legend

Joined: 30 Oct 2007, 09:47
Posts: 1331
Location: Εδεσσα
Has thanked: 0 time
Have thanks: 5 time
Highscores: 19
ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΡΜΑΤΟΛΙΚΕΣ
ΚΑΙ ΚΛΕΦΤΙΚΕΣ ΦΑΡΕΣ


΄Εγινε αναφορά στη γένεση και την ανάπτυξη των αρματολικιών με την επιστασία της οθωμανικής διοίκησης. Επιτήρηση της τάξης και της ασφάλειας ήταν τα καθήκοντα των αρματολών, όσο η συνεργασία τους με τον κατακτητή παρέμεινε σταθερή. Εξάλλου, οι Τούρκοι διευκρινίστηκε πως δεν αναμειγνύονταν στα εσωτερικά ζητήματα κάθε ένοπλου σώματος αρματολών.

Στις πρώτες δεκαετίες που ανατπύχθηκε και ρίζωσε ο νέος θεσμός, ο καπετάνιος εκλεγόταν από τους άνδρες το με κριτήριο την πολεμική του ικανότητα. Οι Τούρκοι δεν παρενέβαιναν στη διαδικασία διαδοχής, εφόσον ο νέος καπετάνιος κατέθετε πειστήρια για την αξιοπιστία το και τη διάθεση να συνεργαστεί μαζί του Με την πάροδο χρόνων όμως καθιερώθηκε στα μεγάλα αρματολίκια οι καπετάνιοι να κατάγονται από αρχοντική φάρα, ή τζάκι. ΄Ετσι δημιουργήθηκαν δυναστεία αρματολών από επώνυμες οικογένειες, αξίωμα του καπετάνιου κατέστη κληρονομικό και μεταβιβαζόταν από πατέρα σε γιο, συνήθως τον πρωτότοκο.
Οι μεγάλες φάρες αρματολών διασφάλιζαν τους τίτλους και τα δικαιώματα αυτά με συνδετικούς κρίκους, μέχρι και με γάμους των παιδιών τους. Δημιουργείτο έτσι ένα πλέγμα κοινωνικών ή και συγγενικών σχέσεων, που διαιώνιζε ισχυρούς δεσμοί ανάμεσα στις ισχυρές οικογένειες των αρματολών. Πολύ χαρακτηριστική όσο και αντιπροσωπευτική υπήρξε η περίπτωση των Τσιαραίων. Ο Πάνος Τσιάρας, από το χωριό Γιαννωτά των Χα¬σίων, δεν είχε αρχοντική καταγωγή. ΄Ηταν γιος άσημης οικογένειας χωρικών, από νεαρός όμως αναδείχθηκε ως κλέφτης, με την ένοπλη δράση του κατά των Τούρ¬κων. Αργότερα νυμφεύθηκε την κόρη του φημισμέ¬νου καπετάνιου Ζήδρου, που διαφέντευε το αρματο¬λίκι του Ολύμπου. Ο Πάνος Τσιάρας έλαβε ως προίκα το αρματολίκι, διαδεχόμενος στην πορεία τον πεθερό του στην αρχηγία. Μετά από χρόνια ο Πάνος Τσιάρας δολοφονήθηκε από τους Τούρκους και τότε μία άλλη ονομαστή φάρα αρματολών, οι Λαζαίοι, προστάτευ¬σαν τα δύο ανήλικα παιδιά του, τα οποία υιοθέτησαν: τον Κώστα και τον Νίκο Τσιάρα, αυτόν που έμεινε αρ¬γότερα στην ιστορία ως Νικοτσάρας.

Υπήρξαν πάμπολλες τέτοιες περιπτώσεις ανάμει¬ξης των μεγάλων αρματολικών οικογενειών, με γά¬μους ή υιοθεσίες. ΄Ετσι λοιπόν παγιώθηκε η κληρονο¬μικότητα στα αρματολίκια, που κατέληξαν να διοικού¬νται από την ίδια οικογένεια για πολλές γενεές. Εάν κάποιος στην πορεία αποδεικνυόταν αδύναμος ή ανί¬κανος ως καπετάνιος, παραμεριζόταν και αντικαθίστατο από τον αδελφό του ή άλλο πρόσωπο της ευρύτερης οικογένειας.

Ολόκληρη η σκλαβωμένη πατρίδα, από τα μακεδονικά όρη ως τη Μάνη και τον Ταΰγετο, παρουσίασε δεκάδες οικογένειες αγωνιστών, κλεφτών και αρματολών. Πολλών τα ονόματα χαράχθηκαν στις καρδιές του υπόδουλου λαού, τραγουδήθηκαν και έγιναν θρύλος. Υπήρξαν βεβαίως, πλάι στους επώνυμους και οι αμέτρητοι ανώνυμοι πολεμιστές, των οποίων τα ονόματα έσβησε η δύναμη του χρόνου. Ορισμένων όμως η υστεροφημία νίκησε τη φθορά του χρόνου διασώζοντας ονόματα και κατορθώματα.

Η Μακεδονία γέννησε τους δικούς της κλέφτες και αρματολούς, που κυριάρχησαν βόρεια του Ολύμπου. Γνωστότεροι υπήρξαν ο Ρομφέης στη Νάουσα και ο Καρατάσος στη Βέροια. Ακόμη βορειότερα,στο Καϊμακτσαλάν και το Πάικο, έδρασαν άλλοι, πιο ονομαστός από τους οποίους ήταν ο Γάτσος. Αργότερα περί το 1780 - 1809, ως γνωστή οικογένεια κλεφτών αναφέρονται οι Καπλαναίοι της Βέροιας.

΄Αλλη κοιτίδα σπουδαίων οπλαρχηγών υπήρξε από το Λιτόχωρο. Από εκεί καταγόταν ο περίφημος Λάππας πρωτοπαλλήκαρο του Καπετάν Ζήδρου. Η γειτονική Κατερίνη υπήρξε γενέτειρα ενός άλλου σπουδαίοι, καπετάνιου, του Ραδενιώτη. Η Κοζάνη ανέδειξε τους δικούς της κλέφτες: τον Σαλταπήδα και τον Σιαπέρα ενώ στη Σιάτιστα και τα γύρω ορεινά έδρασαν οι Τότσκας και Πρίφτης. Γνωστή οικογένεια αρματολών ήταν οι Ζιακαίοι, που κυριάρχησαν για πολλές γενεές στα Γρεβενά. Κοιτίδα τους ήταν το χωριό Μαυρονόμος των Γρεβενών, αλλά στην πορεία, άγνωστο πότε μετέφεραν την έδρα τους στο χωριό Τίστα, τον σημερινό Ζιάκα. Παλαιοί οπλαρχηγοί στην περιοχή προϋπήρχαν: οι Τότσκας και Ντεληδήμος. Αυτούς διαδέχθηκαν οι Ζιακαίοι, κυριαρχώντας στη Βόρεια των Χα¬σίων περιοχή. Στη δυτική Μακεδονία, επίσης, άλλη γνωστή οικογένεια αγωνιστών ήταν οι Φαρμάκηδες από το Μπλάτσι (σημερινή Βλάστη) της Εορδαίας Γνωστότερος των Φαρμάκηδων έγινε ο Ιωάννης, που έπεσε ηρωικά το 1821 στο μοναστήρι του Σέκου, πλάι στον Γεωργάκη Ολύμπιο.

Αναμφίβολα, όμως, η πλέον γνωστή οικογένεια κλεφτών της Μακεδονίας υπήρξαν οι Καρατασαίοι της Βέροιας, που έδρασαν όχι μόνο στο Βέρμιο, αλλά και στην εκτεταμένη πεδιάδα της κεντρικής Μακεδο¬νίας. Ο γνωστότερος και πλέον ονομαστός, που κατέ¬στη το φόβητρο των Τούρκων για πολλά χρόνια στην περιοχή, ήταν ο Τάσος (Αναστάσιος) Καρατάσος, που γεννήθηκε το 1764 στο χωριό Δοβρά της Βέροιας, Στα 18 του χρόνια εξήλθε στο βουνό ως κλέφτης και εντάχθηκε στο σώμα του καπετάνιου Ρομφέη, όπου σύντομα έγινε πρωτοπαλλήκαρο. Επιχειρώντας να τον προσεγγίσουν οι Τούρκοι, του ανέθεσαν το αρματολίκι της Νάουσας και αργότερα αυτό του Βαρδαρίου.

Στην Επανάσταση του 1821 ο Τάσος Καρατάσος υ¬πήρξε η επιβλητικότερη ίσως φυσιογνωμία στον Μακεδονικό χώρο. Η καταστροφή της Νάουσας το 1822 τον σημάδεψε. Εκεί φονεύθηκε πολεμώντας ο γιος του Γιαννάκης και αιχμαλωτίστηκαν η σύζυγος του και οι κόρες του. Η σύζυγος του Μαρία απαγχονίστηκε στην πλατεία της Βέροιας, αρνούμε¬νη να εξισλαμιστεί. Οι Τούρκοι εκτέλεσαν επίσης και τον άλλο του γιο τον Θανάση. Ο Τάσος Καρατάσος παρά το ξεκλήρισμα της οικογενείας του, συνέχισε τον αγώνα, με περισσότερη τώρα οργή και μανία Πλάι του, είχε επίλεκτους Μακεδόνες οπλαρχηγούς και τον τρίτο και μόνο ζωντανό πλέον γιο ταυ, τον Τσάμη Ο τελευταίος αγωνίστηκε επί πολλά έτη τον πατέρα του και μάλιστα νυμφεύθηκε την Αικατερίνη αδελφή του στρατηγού Θεόδωρου Γρί¬βα. Μετά την αποχώρηση του από τη Μακεδονία και τον αφανισμό της οικογένειας του, ο Τάσος Καρατάσος με 300 Μακεδόνες επιτέθηκε στον Πηνείο εναντίον δύναμης 2.000 Τούρκων, τους οποίους αποδεκάτισε. Στη συνέχεια πολέμησε στην Εύβοια και την Πελοπόννησο. Στις 16 Μαρτίου 1824 με λίγες δεκάδες άνδρες αντιστάθηκε επιτυχώς στη μάχη του Λάκα εναντίον ολόκληρου τάγματος του Αιγυπτίου Ιμπραήμ πασά. Η γραφή του Τάσου Καρατάσου είναι αποκαλυπτική της ψυχολογίας του: «Εγω δεν έπαυσα από το να πολεμώ κατά των εχθρών, από την ώρα που έχασα και σπίτι και πράγμα και φαμελιά. Τη ζωή μου είμαι αποφασισμένος να την θυσιάσω για την πίστη μας, το γένος και την πατρίδα». Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε τον Μάϊο του 1970 στη Βέροια κατά τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του «ο γέρο Καρατάσος διακρινόταν μεταξύ όλων των κλεφτών της Μακεδονίας για την επιβλητική του εμφάνιση και την ανυπέρβλητη ανδρεία του.. Μπορεί να ήταν τελείως αγράμματος, είχε όμως μέσα του ξεκαθαρισμένη την ιδέα του αγώνα και πλήρη συνείδηση των στόχων του. ΄Οταν το 1830, απεβίωσε, εξόρκιζε ως τελευταία του πνοή τον γιο του Τσάμη να συνεχίσει τον αγώνα, ώσπου να ελευθερωθεί η Μακεδονία. Ο Τάσος Καρατάσος αποκλήθηκε ο Κολοκοτρώνης της Μακεδονίας». Και, όπως έλεγαν στα χωριά του Βερμίου, «δεν υπήρχε μάχη ή θέση ένδοξη,που να μην ακούς τα ταμπούρια του Καρατάσου».

Αφήνοντας τους Καρατασαίους, η ιστορική γραφίδα θα όφειλε στη συνέχεια να κινηθεί νοτιότερα, στον Όλυμπο. Στο υψηλότερο βουνό του τόπου μεσουράνησαν οι γνωστότερες οικογένειες κλεφτών και αρματολών, καθιστώντας το έπαλξη και σύμβολο αντίστασης Στον ΄Ολυμπο συναντήθηκαν και νωρίτερα οι αρματολοί και κλέφτες, Θεσσαλοί και Μακεδόνες αντίστοιχα, κάτι ανάλογο συνέβη και στο αρματολίκη των Αγράφων, όπου Θεσσαλοί, καπετάνιοι συνέπραξαν με Στερεολλαδίτες από τη Φθιώτιδα και την Ευρυτανία. Με αυτό τον τρόπο τα αρματολίκια συνέβαλαν στην εμπέδωση πανελληνίας εθνικοαπελευθερωτικής αντίληψης, σε εποχές κατά τις οποίες προτασσόταν ο τοπικισμός. Αυτή είναι, μία σημαντική πτυχή του θεσμού των αρματολικίων, που έως σήμερα δεν έχε, ερμηνευτεί δεόντως. Η διαδικασία, δηλαδή μέσα από την οποία κλέφτες και αρματολοί διέρρηξαν το φράγμα του τοπικισμού.

Επιστρέφοντας στα του Ολύμπου, να τονίσουμε ότι δεκάδες οικογένειες κλεφτών και αρματολών αν¬δραγάθησαν εκεί έτσι, ώστε εκ των πραγμάτων να μπορεί εδώ να γίνει, αναφορά στις πλέον γνωστές. Έγινε δε ήδη μνεία στους Τσαραίους και συγκεκριμένα στον Πάνο Τσιάρα που συμμετείχε ως γαμπρός του καπετάνιου Ζήδρου στο αρματολίκι του Ολύμπου. Η συνέχεια όμως δεν είναι ευνοϊκή. Εξ αιτίας των ραδιουργιών του Αλή Πασά, ο Πάνος Τσιάρας ήρθε σε διαφωνία και προστριβές με προύχοντες και κοτσαμπάσηδες του Ολύμπου. Οι τελευταίοι με εκτελεστικό όργανο τον Βλαχοθόδωρο από το Λιβάδι δολοφόνησαν τον Πάνο Τσιάρα, προσφέροντας στον προδότη το αρματολίκι.

΄Οπως έγραψε για τον Τσιάρα ο μελετητής για Ιωάννης Αδάμου, «ήταν γενναίος πολεμιστής και τίμιος σαν χαρακτήρας, αλλά στερούνταν πολιτικότητας και δύσκολα προσαρμοζόταν στις περιστάσεις». Τους δύο ορφανούς γιους του Πάνου Τσιάρα, το Κώστα κα, τον Νίκο, τους περιέθαλψαν οι Λαζαίοι και τους ανέθρεψαν σαν δικά τους παιδιά. Πιστοί στη φιλία τους με τον Πάνο Τσιάρα, οι Λαζαίοι προσέφε¬ραν το αρματολίκι στον Κώστα, τον μεγαλύτερο γιο του, όταν αυτός ενηλικιώθηκε. Εκείνος όμως προτί¬μησε τον μοναχικό βίο και κλείστηκε σε μοναστήρι. ΄Ετσι, καπετάνιος αναδείχθηκε ο δεύτερος γιος, ο Νί¬κος Τσιάρας, αυτός που έμεινε στον θρύλο ως Νικοτσάρας και για τον οποίο θα γίνει εκτενέστερη ανα¬φορά στη συνέχεια. ΄Οσο για τους ίδιους τους Λαζαίους, υπήρξαν η ανερχόμενη δύναμη στον ΄Ολυμπο με¬τά το 1750. Για πολλούς, υπήρξαν η πιο ονομαστή αρματολική οικογένεια, γενέτειρα δε και έδρα τους υ¬πήρξε το χωριό Βλαχολίβαδο.

Το 1790 οι Λαζαίοι προκάλεσαν εξέγερση στον ΄Ολυμπο, ενθαρρυνόμενοι από τις επιτυχίες του Κα¬τσώνη στο Αιγαίο. ΄Ηταν η εποχή που τα τέσσερα αδέλφια, οι Τόλιος, Δήμος, Κώστας και Γιάννης Λάζος, διοικούσαν από κοινού το αρματολίκι, με πρωτοκαπετάνιο τον Γιάννη, που φαίνεται πως ήταν και ο ικανό¬τερος. Οι Λαζαίοι εγκωμιάστηκαν από όσους έγραψαν την ιστορία της περιόδου εκείνης και ενώ πλησίαζε το 1800. «Μεταξύ τους», σημείωσε ο Κασομούλης, «υπήρχε σύμπνοια, γιατί είχαν ανατραφεί με τα υψη¬λότερα αισθήματα. Γνώριζαν γραφή και ανάγνωση και ήταν αιωνίως αχώριστοι. Το όνομα τους ενέπνει σε όλους εμπιστοσύνη, σαν πλάστιγγα δικαιοσύνης».

Κατά τα τελευταία προεπαναστατικά χρόνια, η δύναμη των Λαζαίων μειώθηκε, ιδίως μετά το τραγικό τέλος του συνεργάτη και συναγωνιστή τους Θύμιου Βλαχάβα. Ισχυρά πλήγματα εναντίον τους κατάφερε ο γιος του Αλή πασά, Μουχτάρ, που εισέβαλε στον ΄Ολυμπο. Στα χρόνια της Επανάστασης του 1821 από την οικογένεια αυτή ο πλέον διακριθείς υπήρξε ο Τό¬λιος Λάζος, που έλαβε μέρος στην Επανάσταση του 1821 στη Μακεδονία, από κοινού με άλλους καπετα¬ναίους του Ολύμπου: τον Γούλα Δράσκο, τον Ταμπάκη και τον Μάντζαρη. Ο Τόλιος Λάζος έφθασε πολεμώ¬ντας ως την επαναστατημένη Κρήτη.

Δυτικά του Ολύμπου, στα Χάσια και Αντιχάσια, κυ¬ριάρχησαν κατά τον 18ο αιώνα οι Βλαχαβαίοι. Γενάρ¬χης τους υπήρξε ο Αθανάσιος Βλαχάβας ή Μπλαχάβας, που διοικούσε την περιοχή με έδρα την Καλα¬μπάκα. Το αρματολίκι των Βλαχαβαίων ήταν ιδιαίτερα εκτεταμένο, αφού κάλυπτε όλη την ορεινή έκταση του σημερινού νομού Τρικάλων και προχωρούσε έως τα Γρεβενά και τον Αλιάκμονα. Περιελάμβανε 80 περί¬που χωριά. Ο Αθανάσιος Βλαχάβας, όπως οι περισσό¬τεροι αρματολοί, ήταν άνθρωπος που συγκέντρωνε τον θαυμασμό και τον σεβασμό των συντοπιτών του. Καπετάνιος με βαθιά θρησκευτική πίστη, ήταν αυτός που ανακαίνισε το 1765 τη μονή του Αγίου Δημητρίου στα Μετέωρα.

Στη δίνη της μεγάλης επανάστασης του 1770 συ¬γκρούστηκε επανειλημμένα με τους Τούρκους οι ο¬ποίοι στάθηκαν ανίκανοι να περιορίσουν τη δράση του, Η τραγική κατάληξη της επανάστασης τον βρήκε Εγκλωβισμένο στο Αιτωλικό, μαζί με άλλους Θεσσα¬λούς καπετάνιους, απ' όπου διέφυγε υπό εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες. Ο Αθανάσιος Βλαχάβας απεβίωσε στα Χάσια, πιθανότατα το 1792. Από τους τρεις γι¬ους του, τον Δημήτρη, τον Θοδωρή και τον Θύμιο, πιο ονομαστός έγινε ο τελευταίος. Διαδέχθηκε τον πατέρα του στην ηγεσία του αρματολικίου και με την πολεμική του δράση κατέστη ο ενδοξότερος των Βλαχαβαίων. Το τέλος του υπήρξε τραγικό. Το 1808 ο Θύμιος Βλαχάβας συνελήφθη στην Πιερία από Τουρκαλβανούς, μετά από δόλιο τέχνασμα του Αλή πασά. Οδηγήθηκε στα Ιωάννινα, όπου ο περιβόητος τύραν¬νος διέταξε την εκτέλεση του, με αργό και φρικιαστι¬κό τρόπο: σταδιακό τεμαχισμό του σώματος του, μέχρι που ξεψύχησε. Για τον Θύμιο Βλαχάβα και την ένοπλη δράση του, όμως, θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε επόμενο κεφάλαιο.
Νότια της θεσσαλικής πεδιάδας οι περισσότερες επιφανείς οικογένειες κλεφτών και αρματολών με έδρα τα ΄Αγραφα. Στις εκτεταμένες αυτές οροσειρές, οι Τούρκοι δεν κατάφεραν ποτέ να καθυποτάξουν, ανδρώθηκαν οι πολεμιστές εκείνοι που δέσποσαν στην εθνεγερσία του 1821, με πρώτο και καλύτερο τον Γεώργιο Καραϊσκάκη. Η πιο γνωστή ίσως οικογένεια αρματολών της περιοχής υπήρξαν οι Μπουκουβαλαίοι. Αν και κυριάρχησαν στο αρματολίκι των Αγράφων, κατάγονταν από το χωριό Σακαρέτσι του Βάλτου. Πρώτος που μνημονεύεται για αντιτουρκική δράση ήταν ο Γιάννης Μπουκουβάλας, που πολέμησε , κατά του Βελή μπέη του Τεπελενίου, προγόνου του Αλή Πασά.

Ο Γιάννης Μπουκουβάλας έλαβε μέρος στην επανάσταση του 1770, πέθανε δε 12 χρόνια αργότερα στην Πάργα. Ο γιος του Δημήτρης έδρασε ως αρματολός στα χωριά του Βάλτου και των Αγράφων. Η ανδρεία του άφησε εποχή και τραγουδήθηκε στα δημοτικά τραγούδια της περιοχής, που διατήρησαν ζωντανό το όνομα του έως τα χρόνια μας. Οι επίγονοι του διατήρησαν το αρματολίκι, αλλά λίγο πριν το 1821 η δύναμη τους είχε μειωθεί. Αργότερα η περιοχή πε¬ριήλθε στην εξουσία του Γεωργίου Καραϊσκάκη και του Γιάννη Ράγκου, ενώ κατά την Επανάσταση έδρα¬σε ως καπετάνιος ο Γιαννάκης Μπουκουβάλας.

Νοτιότερα, στη σημερινή Αργιθέα, τη βόρεια Ευ¬ρυτανία και την ορεινή Αρτα, δέσποσαν για πολλές γενεές οι Λαπαίοι, οι Λιακατάδες και οι Στορναραίοι. Οι Στορναραίοι ανέλαβαν το αρματολίκι του Ασπροποτάμου περί το 1775, όταν φονεύθηκε από τους Τούρκους ο καπετάν Λάπας, ονομαστός κλέφτης που κυριαρχούσε στην περιοχή. Ο γερο Στορνάρης, αρχηγέτης της φάρας αυτής, αναδιοργάνωσε το αρ¬ματολίκι, συνεργαζόμενος με τους εντόπιους δημο¬γέροντες. Χωρίς να προκαλέσει τους Τούρκους και διοικώντας την πε¬ριοχή με σύνεση, ο γερο Στορνάρης αναζωογό¬νησε τα χωριά της περιο¬χής και κυβέρνησε με σύνε¬ση. ΄Οταν πέθανε, το 1800, το αρματολίκι ανέλαβαν οι τρεις γιοι του, με πρωτοκαπετάνιο τον μεγαλύτερο, τον Θύμιο. Αργότερα τη σκυτάλη παρέλα¬βε ο εγγονός του Νικόλαος Στορνάρης, ο οποίος πολέμησε στην Επανάσταση του 1821 και φονεύθηκε τον Απρίλιο του 1826, στην έξοδο του Μεσολογγί¬ου.

Η Ρούμελη, η σημερινή Στερεά Ελλάδα, ανέδειξε δικούς της πολεμιστές. Αρχίζοντας από τα δυτικά, πρέπει να γίνει αναφορά στη γνω¬στότερη οικογένεια αρματολών του Ξηρόμερου, τους Βαρνακιώτηδες. Στον γειτονικό Καρβασαρά (σημερινή Αμφιλοχία) έδρασαν οι αδελφοί Γιαννάκης και Ανδρέας Καραϊσκος. ΄Αλλη διαπρεπής οικογένεια αρματολών υ¬πήρξαν οι περίφημοι Γριβαίοι. Πιθανολογείται η προέ¬λευση τους από τον κλάδο των αρματολών που έμει¬ναν γνωστοί ως «Μπούες» και έδρασαν στα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας ως «στρατιώται». Ο Γκίνος Μπούας θεωρείται μάλιστα ο γενάρχης τους. Με πολ¬λά παρακλάδια, η φάρα των Γριβαίων είχε, βάσει μίας εκδοχής, κοιτίδα της τη Βόρειο ΄Ηπειρο. Περί το 1500 εμφανίστηκαν Γριβαίοι και στη σημερινή ελληνική, ε¬λεύθερη ΄Ηπειρο, καθώς και στην Ακαρνανία και το Ξηρόμερο. Αρκετοί από τους Γριβαίους εγκαταστά¬θηκαν μετά το 1580 στο χωριό Περατιά της Βόνιτσας, όπου σώζεται ακόμα η «κούλια» τους, ο πύργος δηλα¬δή της οικογένειας. Από τότε και για περισσότερο από έναν αιώνα οι Γριβαίοι ενεπλάκησαν σε σκληρές συγκρούσεις με τους Τούρκους, τους οποίους ουδέ¬ποτε αναγνώρισαν ως επικυρίαρχους. Ταυτόχρονα, δημιούργησαν μακρά και σκληρή αντιπαλότητα, με μάχες και εκδικήσεις, με τις άλλες δύο μεγάλες αρματολικές φάρες της περιοχής: τους Κατσικογιαννηδες και τους Τρουμπούκηδες.

Το 1732 Οι Γριβαίοι κατάφεραν να εκδιώξουν τους Κατσικογιάννηδες, αναδεικνυόμενοι έτσι στους από¬λυτους κυριάρχους στην περιοχή. Με τον Αποστόλη Γρίβα έφθασαν στην ακμή τους και, όταν ο γιος τα Χρήστος νυμφεύθηκε τη θυγατέρα του γηραιού κατσικογιάννη Μόσχω, η εκδίκηση σταμάτησε οριστικό Το αρματολίκι των Γριβαίων επεκτάθηκε σε ολόκληρη τη δυτική περιοχή του σημερινού νομού Αιτωλοακαρνανίας, ο δε Χρήστος Γρίβας, με τη συνεργασία των αδελφών του Τσέλιου και Κώστα, διοίκησε την περιοχή με σύνεση αλλά και αποφασιστικότητα. Τα τρία αδέλφια μυήθηκαν στην επανάσταση του 1770 και στη φονικότατη μάχη του Αγγελοκάστρου έπεσαν ηρωικοί Χρήστος και ο Τσέλιος. Οι υπόλοιποι Γριβαίοι κατέφυγαν στη γειτονική Λευκάδα, ενώ το αρματολίκι περιήλθε στον Χρήστο Κατσικογιάννη. Η παλαιά διαμάχη αναζωπυρώθηκε και το 1790 οι Γριθαίοι επέστρεψαν στην παλαιά τους κυριαρχία. Ο γιος του Χρήστου Γρίβα, ο Δράκος, δεινός πολεμιστής, ανέλαβε τότε το αρματολίκι. Μετά από χρόνια, όμως, διέφυγε και αυτός στα Επτάνησα, όταν ο Αλή πασάς εξαπέλυσε τις μεγάλες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του κατά των αρματολών της Πίνδου.

Το 1810 ο Δράκος Γρίβας επανήλθε εκ νέου στα Ακαρνανικά όρη, ο δε Αλή πασάς τον προσκάλεσε στ Ιωάννινα με δελεαστικές προτάσεις συνεργασίας. Δράκος αρνήθηκε και φαίνεται ότι θανατώθηκε με δόλο, πιθανότατα από δηλητηρίαση. Ο Δράκος Γρίβα γέννησε πέντε γιους: τον Χρήστο, τον Φλώρο, το Σταύρο, τον Θόδωρο και τον Αλέξη. Ο τελευταίος πέρασε στην Ιστορία με το προσωνύμιο «Γαρδικιώτης και πρωταγωνίστησε στην Επανάσταση του 1821, ανδραγαθώντας στις μάχες της Αράχωβας και του Πειραιά, το 1826 και 1827 αντίστοιχα.

Στην εθνεγερσία πολέμησαν και αναδείχθηκα πολλοί ακόμα από τους Γριβαίους. ΄Ενας από αυτού ο Δημήτρης Γρίβας, έλαβε μέρος στη μάχη του Νεοκάστρου κατά του Ιμπραήμ. Εκεί τον συνέλαβαν αιχμάλωτο και για έξι μήνες υπέμεινε φρικτά βασανιστήρια. ΄Ενας Γάλλος αξιωματικός που υπηρετούσε στ αιγυπτιακές δυνάμεις του Ιμπραήμ βοήθησε στην απελευθέρωση του Δημήτρη Γρίβα, που επανήλθε στ επάλξεις και τον αγώνα. Αλλος αγωνιστής από την ίδια φάρα, ο Μιχάλης Γρίβας, πολέμησε στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822 και στη συνέχεια! στο σώμα του Μάρκου Μπότσαρη. ΄Ελαβε μέρος στις μεγαλύτερες μάχες του 1826 και του 1827. Ο Σπήλιος Γρίβας, επίσης, έδρασε στη Γορτυνία, πολεμώντας πλάι στους περίφημους Δεληγιανναίους. Κατόπιν Ε¬ντάχθηκε στις δυνάμεις του Θεόδωρου Κολοκοτρώ¬νη. Τέλος, άλλος ένας οπλαρχηγός των Γριβαίων που αναδείχθηκε με την πολεμική του δράση, ήταν ο Σπύρος Γρίβας. ΄Εδρασε στον Παρνασσό και τις γειτονικές περιοχές, πολεμώντας πλάι στον περίφημο καπετάνιο Δήμο Σκαλτσά.

Γνωστή οικογένεια αρματολών του Βάλτου ήταν οι Αλεξανδρογιαννάκηδες. Ορισμένοι από αυτούς πο¬λέμησαν κατά του Αλή πασά, συνελήφθησαν και βα¬σανίστηκαν. Η σύζυγος του Γεωργίου Καραϊσκάκη Γκόλφω καταγόταν από αυτή την οικογένεια. Για τον ίδιο τον Καραϊσκάκη λεγόταν πως αντλούσε την κατα¬γωγή του από τον αρματολό Γιώργο Μπακόλα, θείο της μητέρας του. Πατέρας του, κατά μία εκδοχή, ή¬ταν ο κλέφτης Καραίσκιος.

Στο Καρπενήσι φημισμένοι κλέφτες ήταν οι Σιαδήμας, Αραπόγιανος και Κοτζιαμάνης, πιο ονομαστοί δε από όλους υπήρξαν οι Βλαχόπουλοι. Νοτιότερα, στην ορεινή Ναυπακτία, αναδείχθηκε ο περίφημος Βλαχοθανσσης και στη Λιβαδειά ο Αρδανιτόγιαννης. Οι Κοντογιανναίοι ήταν η γνωστότερη οικογένεια αρ¬ματολών της Φθιώτιδας, κατάγονταν δε από την Υπά¬τη. Ο γερο-Κοντογιάννης, γενάρχης της φάρας αυ¬τής, επεξέτεινε το αρματολίκι έως τις παρυφές της Λαμίας και τον Παρνασσό. Οι δύο γιοι του, Δημήτρης και Κωνσταντής, αγωνίστηκαν σθεναρά κατά των Τούρκων και του Αλή πασά. Ο Κωνσταντής φονεύθη¬κε πολεμώντας κατά των Τουρκαλβανών του Αλή, ο δε Δημήτρης Κοντογιάννης αγωνίστηκε κατά την Επανάσταση του 1821.

Στην Πελοπόννησο, άνθησε περισσότερο ο θε¬σμός των κλεφτών, παρά αυτός των αρματολών. Το βαρύ όνομα των Κολοκοτρωναίων επισκίασε ίσως αυ¬τά των υπολοίπων, η αλήθεια όμως είναι ότι από τα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας τα βουνά της Πελο¬ποννήσου ήταν διάσπαρτα από κλέφτες που έγραψαν τη δική τους ιστορία. Τα ίχνη των Κολοκοτρωναίων εντοπίζονται περί το 1500 στα χωριά της Γορτυνίας. Ως παλαιότερος αρχηγέτης τους αναφέρεται κάποιος Τοεργίνης, που καταγόταν από ένα μικρό χωριό της Αρκαδίας, το Ρουπάκι. Το 1532 οι Τούρκοι κατέστρε¬ψαν εκ θεμελίων το χωριό και ο Τσεργίνης κατέφυγε στα δάση της Γορτυνίας, παλεύοντας με την οικογέ¬νεια του για να επιζήσει. Ο γιος του Τσεργίνη, ο Τριανταφυλλάκος, νυμφεύθηκε στο χωριό Λιμποβίσι, κο¬ντά στην Αλωνίσταινα της Γορτυνίας. Ετσι οι Τσεργίνηδες εγκαταστάθηκαν στο Λιμποβίσι.

Ο Δημητράκης Τσεργίνης, γιος του Τριανταφυλλάκου, έζησε όλο του τον βίο ως ανυπόκτακτος κλέ¬φτης, όπως και οι υπόλοιποι της γενεάς του. Από αυ¬τόν προήλθε ο λεγόμενος Μπότσικας, που εξήλθε με τη σειρά του στα βουνά της Αρκαδίας ως κλέφτης, συνεχίζοντας την παράδοση της οικογένειας. Νέος, όμως, φονεύθηκε σε μάχη με τους Τούρκους, οι οποί¬οι τον καταδίωκαν συνεχώς. Πρόλαβε όμως ο Μπότσι¬κας να αποκτήσει γιο, τον Ιωάννη, που ήταν και ο πρώτος που έλαβε το επίθετο Κολοκοτρώνης.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης αφηγήθηκε με γλα¬φυρότητα τα σχετικά των προγόνων του στο έργο «Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής Φυλής»: «Επή¬γαν και επολέμηααν εις τον Ντάρα τον Πύργο 6.000 Τούρκους. Αυτοί εχαλάσθησαν, μα γλύτωσε ο Μπότοικας. Αυτός είχε ένα παιδί, Γιάννη. ΄Ενας Αρβανίτης είπε: «Ωρέ, τι μπιθεκούρας είναι τούτος»! Δηλαδή, «πόσον ο κώλος του είναι σαν κοτρώνι» και έτσι του προσδόθηκε το όνομα Κολοκοτρώνης. Ο Μπότσικας εσκοτώθη, ο Γιάννης εκρεμάσθη εις Ανδρούσαν».

Ο Ιωάννης λοιπόν, παππούς του Θεοδώρου, είχε τέσσερις γιους: τον Γιώργη, τον Αποστόλη, τον Ανα¬γνώστη και τον Κωνσταντή. Ο τελευταίος ήταν ο πα¬τέρας του Θεοδώρου. Σημείωσε με υπερηφάνεια ο Γέ¬ρος του Μωριά, καταδεικνύοντας την παράδοση εθνικής αντίστασης που δημιούργησε η φάρα του: " ΄Ωστε από το 1553, όπου εψάνηκαν εις τα μέρη μας οι Τούρ¬κοι, ποτέ δεν τους αναγνώρισαν (οι Κολοκοτρωναιοι), αλλ' ήσαν εις αιώνων πόλεμον».

Δίπλα στους Κολοκοτρωναίους ονομαστοί κλέ¬φτες της Πελοποννήσου κατά τον 17ο αιώνα ήταν ο Μήτρος Πετρογιαννάκης, από την Κυνουρία, ο Κων¬σταντής Χελιώτης, από την Κόρινθο και ο Αναγνώστης Ντάρας, από την Αρκαδία. Εξαίρετο κύρος όμως και φήμη απέκτησε μία οικογένεια αγωνιστών από τα Καλάβρυτα, οι Πετιμεζαίοι. Στη διάρκεια της επανά¬στασης του 1770 τρεις επιφανείς καπετάνιοι από τον οίκο των Πετιμεζαίων φονεύθηκαν μαχόμενοι: Ο Βα¬σίλης Πετιμεζάς στη Μάνη7 ο Γεωργάκης στον ΄Αγιο Γε¬ώργιο της Κορινθίας και ο Αντώνης, που έπεσε μαχό¬μενος στα Καλάβρυτα.

_________________
Ει Κύριος μεθ ημών, ουδείς καθ ημών

Ω ξήν, αγγέλεις Λακεδαιμονίοις, ότι τήδε κείμεθα, τοις κείνων ρήμασι (αεί) πειθόμενοι!


Top
 Profile  
 
 Post subject: Re: ΑΡΜΑΤΩΛΟΙ ΚΑΙ ΚΛΕΦΤΕΣ
Unread postPosted: 19 Mar 2010, 13:01 
Forum Legend
Forum Legend

Joined: 30 Oct 2007, 09:47
Posts: 1331
Location: Εδεσσα
Has thanked: 0 time
Have thanks: 5 time
Highscores: 19
Η ΔΡΑΣΗ ΚΛΕΦΤΩΝ ΚΑΙ ΑΡΜΑΤΟΛΩΝ
ΩΣ ΤΟ 1770

Ενώ οι αρματολοί σταδιακά αυτονομούντο από την κηδεμονία των Τούρκων και οι κλέφτες αυξά¬νονταν στα ορεινά, σημειώθηκε ένα μεγάλης ση¬μασίας γεγονός, που αναπτέρωσε το ηθικό των υ¬πόδουλων Ελλήνων: η ναυμαχία της Ναυπάκτου και η συντριπτική ήττα των Οθωμανών, που σημα¬τοδότησε το τέλος της ακμής της αυτοκρατορίας τους. Αμέσως μετά τη ναυμαχία κλίμα επαναστατι¬κού ενθουσιασμού και μέθης κατέλαβε τους κλέ¬φτες, τους αρματολούς, αλλά και το σύνολο των υ¬πόδουλων Ελλήνων. ΄Εντονη επαναστατική κινητι¬κότητα παρατηρήθηκε στις κοντινές προς τη Ναύ¬πακτο περιοχές. Στα ορεινά της Αχαΐας και της Κο¬ρινθίας η κατάσταση ήταν τεταμένη, όπως επίσης στην Παρνασσίδα και τη Δωρίδα. Καπετάνιοι και οπλαρχηγοί της Πελοποννήσου έφθασαν στο Γα) ξίδι, πιθανότατα το 1575. Εκεί συναντήθηκαν συναγωνιστές τους από την ΄Αμφισσα και το Λιδορίκι. Από κοινού συμφώνησαν να εξεγερθούν κατά των Τούρκων, πλην όμως το σχέδιο προδόθηκε και όλα ναυάγησαν.

Το «Χρονικόν του Γαλαξιδίου», περιέγραψε ανάγλυφα τα δραματικά γεγονότα: «΄Ηρθανε Μωραϊτες στο Γαλαξίδι και μέσα στην εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα έκαναν με τους Γαλαξιδιώτες συμφωνίες με όρκο: να ξεσηκωθούνε την ίδια ημέρα. Και οι Λιδωρικιώτες το εδέχθησαν και οι Σαλονίτες (οι εξ Αμφίσσης), που ήρθανε στο Γαλαξίδι. ΄Εμειναν σύμφωνοι να τους Τούρκους, λέγοντας: «Ή να πεθάνωμε ή θα απελευθερωθούμε»... Ερχόμενος ο συμφωνημένος και¬ρός, ένας Βοστιτζιάνος (δηλαδή από το Αίγιο) επρόδωσε το μυστικό στους Τούρκους. Πολλούς συνέλαβαν και με αδιήγητα μαρτύρια τους εσκότωσαν, με σπαθιά και πιστολιές, αφού τους βασάνισαν να μαρτυρήσουν τους συντρόφους τους. ΄Οσοι Μωραϊτες εγλύτωσαν, διέφυγαν στην Μάνη». Μια δύναμη 3.000 ένοπλων Ελλήνων, που συμπτύχθηκε στο γύρω από την ΄Αμφισσα βουνά, παρέμεινε άπρακτη αφού οι Βενετοί δεν τους ενίσχυσαν. Ορισμένοι οπλαρχηγοί και πρόκριτοι, επιδεικνύοντας πίστη στα λόγια του Τούρκου μπέη της ΄Αμφισσας που υποσχέθηκε αμνηστία, έσπευσαν στην πρωτεύουσα της Φωκίδας προς συνδιαλλαγή. Την ευπιστία τους αυτή πλήρωσαν ακριβά και κατά τρόπο τραγικό, όπως αναφέρει το «Χρονικόν του Γαλαξιδίου": "Τρομερό το γέλασμα που τους έκαμε ο μπέης και μαρτυρικός ο θάνατος τους. Τους έδεσαν με σίδερα, τους έβαλαν σε σκοτεινό μπουντρούμι και εκεί, με τα σπθιά τους έσφαξαν έναν έναν, ογδόντα άτομα. ΄Ενας μονάχα, από το χωριό Βουνοχώρα, που τον έλεγαν Δημήτρη Λυκοθανάση, άνθρωπος αντρειωμένος, έσπασε τα σίδερα και αρπάζοντας το σπαθί του φρουρού έσφαξε τρεις Τούρκους και τρέχοντας σαν ελάφι γλύτωσε από το μακελειό... Εκείνοι οι 80... ήταν τα ανδρειότερα παλι¬κάρια. 22 Γαλαξιδιώτες, 20 Λιδωρικιώτες, 14 Σαλονίτες... και άλλοι... ΄Ολοι για την πατρίδα και την Θρη¬σκεία».

Με το στοιχείο του αιφνιδιασμού να χάνεται και τα τραγικά γεγονότα της ΄Αμφισσας, που στέρησαν τη Φωκίδα από την ηγεσία της, η επανάσταση δεν κατά¬φερε να εδραιωθεί. Οι νίκες του Μοροζίνι και των Βε¬νετών φάνηκε έτσι να μένουν αρχικά ανεκμετάλλευ¬τες.

Υπήρχε όμως στις ψυχές των αδούλωτων ραγιά¬δων συσσωρευμένη επαναστατική ενέργεια, που δεν γινόταν να μη εκδηλωθεί. Από το 1580 και εξής επανα¬στατικός αναβρασμός περιέζωσε εκ νέου τον βορειο¬δυτικό ελλαδικό χώρο, με πρωτοστάτες τους αρματο¬λούς της Ηπείρου και της Αιτωλοακαρνανίας. Πρώτοπόρος για μία ακόμη φορά στάθηκε η αδούλωτη Χειμάρρα, εκπρόσωποι της οποίας απευθύνθηκαν στον πάπα Γρηγόριο τον Γ, τον Φίλιππο Β της Ισπανίας, καθώς και τη Βενετία. Η τελευταία, πιστή στη συνθήκη ειρή¬νης που πρόσφατα είχε συνάψει με τους Τούρκους, όχι μόνο δεν ενίσχυσε τους Χειμαρριώτες, αλλά απα¬γόρευσε και την μέσω Κερκύρας υποστήριξη τους. Μοι¬ραία η εξέγερση ατόνησε.

Την ίδια περίοδο παρατηρήθηκε κάθοδος και δρά¬ση δεκάδων Σέρβων οπλαρχηγών, εγκαινιάζοντας μία παράδοση κοινών αγώνων που εξακολούθησε έως το 1821. Διασώθηκαν, μάλιστα, και τα ονόματα ορισμένων που πολέμησαν λίγο μετά τη ναυμαχία της Ναυπά¬κτου πλάι στους ΄Ελληνες, όπως του Λουμπόζοβιτς και του Νταμιάνοβιτς. Το 1585 ο αρματολός της Βόνιτσας Θεόδωρος Μπούας, γνωστός και ως Γρίβας, εξέγειρε την Ακαρνανία. Κατέλαβε το Ξηρόμερο και την ίδια τη Βόνιτσα, όπου προχώρησε σε γενική σφαγή του μου¬σουλμανικού πληθυσμού. Σε διάστημα λίγων εβδομά¬δων, ο Θεόδωρος Μπούας κυριάρχησε στην ευρύτερη περιοχή, ενώ οι Τούρκοι, τρομοκρατημένοι, κλείστη¬καν στις πόλεις. Βορειότερα, στις περιοχές του Λού¬ρου, της Πρέβεζας και της ΄Αρτας, ανέλαβαν δράση οι Ηπειρώτες αρματολοί Μαλάμος και (Ιούλιος Δράκος, καθώς και ο Γκίνης Μπούας. αδελφός του Θεοδώρου.

Γρήγορα όμως οι Τούρκοι συνήλθαν και δύο εκ¬στρατευτικά σώματα εισέβαλαν από Νότο (Μεσολόγγι και Ναύπακτο) και Βορρά (Ιωάννινα). Ο Θεόδωρος Μπούας συγκρούστηκε στον Αχελώο με τον πασά της Ναυπάκτου; οι δυνάμεις του όμως αποδεκατίστηκαν και ο ίδιος τραυματίστηκε βαριά. «Η σύρραξη επήλθε φοβερά», γράφουν οι πηγές, «οι νεκροί κατά εκατο¬ντάδες επέστρωσαν το έδαφος και ο Μπούας δεν θα αναγκαζόταν ίσως να υποχωρήσει, εάν δεν ελάμβανε πολλά τραύματα, παλεύοντας στην πρώτη γραμμή».

Λίγες εβδομάδες αργότερα, στην Ιθάκη όπου είχε καταφύγει, εξέπνευσε από τα τραύματα του. Μετά από αυτά τα γεγονότα οι Τούρκοι ανέθεσαν το αρμα¬τολίκι του Μπούα στον Τριμπούκη Συντεκνιώτη. ΄Ετσι έληξε η επαναστατική δράση του Θεόδωρου Μπούα και άλλος ένας εθνομάρτυρας προστέθηκε στον μα¬κρύ κατάλογο εκείνων που έπεσαν μαχόμενοι κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Την ίδια εποχή, στη μάχη της Περατιάς φονεύθηκε και ο αδελφός του Γκί¬νης, σε μία νέα ήττα των ελληνικών δυνάμεων κατά πολλαπλάσιων τουρκικών.

Το 1596 επαναστάτησε για άλλη μία φορά η Χειμάρρα, υπό την καθοδήγηση του Πέτρου Λάντζα. Πε¬ρισσότεροι από 1.500 εντόπιοι, ελλειπώς εξοπλισμέ¬νοι, επιτέθηκαν κατά των Τούρκων της πόλης και εξό¬ντωσαν 80 από αυτούς. Απέτυχαν όμως να εκπορθή¬σουν το φρούριο και η εξουσία των κατακτητών στα¬διακά αποκαταστάθηκε.

Τα επόμενα χρόνια σημαδεύτηκαν από την επανα¬στατική δράση του Διονυσίου, που αμφισβήτησε προς στιγμήν την οθωμανική κυριαρχία στην Ηπειρο. Ο ί¬διος δεν ήταν κλέφτης, ούτε αρματολός, παρά ιερω¬μένος. Η δράση όμως του μητροπολίτη Λαρίσης και Τρίκης Διονυσίου, του επονομαζόμενου και «Σκυλοσόφου», επιβεβαίωσε την ανερχόμενη δύναμη κλεφτών και αρματολών. ΄Ηδη πριν την πρώτη εξέγερση, που! σπάσε το 1600, ο Διονύσιος διατηρούσε επαφές με κα¬πετάνιους της Πίνδου, του Ασπροποτάμου και των Χα¬σίων. Αναλυτικές πληροφορίες για τις δύο εξεγέρσεις του φλογερού μητροπολίτη δεν διασώθηκαν. Η πρώτη, πάντως (1600) δεν ανησύχησε διόλου τους Τούρκους. που την κατέστειλαν εξαιρετικά εύκολα.

Φαίνεται πως εκτός από το κίνημα του Διονυσίου. την ίδια εποχή επικρατούσε γενικός αναβρασμός σε όλα τα μήκη και πλάτη του τουρκοκρατούμενου ελληνικού χώρου. Μέχρι την ακριτική Κύπρο υψώθηκαν ε¬παναστατικές σημαίες. Εκείτο 1608 ο οπλαρχηγός Βί¬κτορας Ζεμπετός «ήγειρεν την σημαίαν της ανταρ¬σίας, φονεύσας πολλούς Τούρκους, η τυραννία των οποίων είχε καταστή πλέον ανυπόφορος». Τον Σεπτέμβριο του 1611 εκδηλώθηκε η δεύτερη εξέγερση του Διονυσίου. Τη νύκτα της 10ης προς 11η Σεπτεμβρίου ένα ετερόκλητο πλήθος αγροτών και ενόπλων ( τους 1,500 άνδρες), με επικεφαλής τον Διονύσιο, εισέβαλαν αιφνιδιαστικά στα Ιωάννινα. Οι Τούρκοι, αιφνιδιασμένοι, ξεχύθηκαν αλλόφρονες στους δρόμους και τα σοκάκια. Ενώ οι έξαλλοι ραγιάδες παρέδωσαν το σαράι στο πυρ, ο μπέης και η οικογένεια του διέφυ¬γαν την τελευταία στιγμή από τον θάνατο, πηδώντα από τα παράθυρα.

Η συνέχεια, όμως, επιφύλαξε άσχημη τροπή στους επαναστάτες. Στα Ιωάννινα έδρευε ευάριθμη δύναμη τακτικού Οθωμανικού Στρατού, που εξόρμησε οργανωμένα κατά των άτακτων Ελλήνων. Στους τελευταίους υπήρχαν λίγες εκατοντάδες μόνο επαρκώς εξοπλισμένων, οι περισσότεροι δε ήταν αγρότες, που έφεραν μαχαίρια και δρεπάνια. Η σύγκρουση ήταν άνιση και το αποτέλεσμα προδικασμένο. Πηγή της εποχής περιέγραψε το δραματικό τέλος της εξέγερση «Για όσους από τους στρατιώτες του Διονυσίου συνελήφΘηααν, οι Εβραίοι των Ιωαννίνων παρακίνησαν τους Τούρκους να μην τους Θανατώσουν, αλλά να τους δώσουν διάφορες κολάσεις και βασανιστήρια ώσπου να πεθάνουν. ΄Αλλοι σουβλίστηκαν και ψήθηκαν ζωντανοί, άλλοι παραδόθηκαν στην πυρά, άλλο κρεμάστηκαν και σε άλλους, σκληρότατα άλλα βασανιστήρια μεταχειρίστηκαν». Ο ίδιος ο Διονύσιος εντοπίστηκε ζωντανός σε ένα σπήλαιο, κάτω από το κάστρο των Ιωαννίνων, όπου είχε καταφύγει. Βασανίστηκε άγρια και παρέδωσε ψυχή και πνεύμα, συνεπής στις ιδέες του και αγωνιστής μέχρι το τέλος.

Την καταστολή του κινήματος του Διονυσίου συνόδευσαν πάσης φύσεως ωμότητες και μαζικές εκτε¬λέσεις αμάχων. Ο ιερομόναχος Μάξιμος ο Πελοποννήσιος, σφοδρός πολέμιος του Διονυσίου, έγραψε σχετι¬κά στις 24 Σεπτεμβρίου 1611: «΄Αλλους τους παρέδω¬σαν δούλους σε σκλαβιά σκληρή. Οι περισσότεροι όμως εξισλαμίστηκαν οριστικά», Το ιστορικό μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου, όπου είχε μονάσει ο Διονύσιος, οι Τούρκοι το κατεδάφισαν εκ θεμελίων. Οι μοναχοί ε¬ξορίστηκαν και τα πλούσια κτήματα της μονής, καθώς και τα 18 μετόχια που διέθετε στα γύρω χωριά, δημεύ¬θηκαν. ΄Αλλο ένα κίνημα έσβησε, δίχως να υπερκεράσει τοπικό χαρακτήρα και εμβέλεια. Εξάλλου; μαζική συμ¬μετοχή κλεφτών και αρματολών δεν υπήρξε, αφού οι περισσότεροι επαναστάτες που ακολούθησαν τον Διονύσιο ήταν απειροπόλεμοι και άοπλοι. Οι επόμενες δεκαετίες χαρακτηρίστηκαν από ηρεμία, την οποία διέκοπταν σπασμωδικά και μικρής έκτασης κινήματα. Το επίκεντρο των πολεμικών συγκρούσεων μεταφέρ-8ηκε στην Κρήτη, όπου οι Τούρκοι επιδόθηκαν σε μα¬κρές, εξαντλητικές εχθροπραξίες με τους Βενετούς. Περί το 1650 προπύργιο αντίστασης προέβαλε και πάλι η αδούλωτη Μάνη. Η τόλμη των Μανιατών και η πειρατική δράση τους είχε προσλάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Στο τέλος μάλιστα του 1667 προσέβαλαν καταδρομικά του οθωμανικού στόλου που πολιορκού¬σε τον Χάνδακα. Οι Τούρκοι, έμπλεοι θυμού, απέστειλαν ναυτική μοίρα στον Λακωνικό κόλπο, με επικεφα¬λής τον διαβόητο Χασάν Μπαμπά, προς εκφοβισμό των Μανιατών. Δεν τόλμησαν όμως να αποβιβαστούν στη Μάνη. ΄Οπως μας πληροφορεί ο Κωνσταντίνος Σάθας «οι Μανιάτες διέταξαν τα γυναικόπαιδα, δια παν Ενδεχόμενο, ΙΟ καταφύγουν στα όρη, οι ίδιοι δε αντί απάντησης (στους Τούρκους) τους έστειλαν χάλαζαν ιφαφών».
Το 1684 ξέσπασε νέος βενετοτουρκικός πόλεμος, που διήρκεσε 15 χρόνια. Ενθαρρυνόμενοι από τις εξε¬λίξεις και τις πρώτες επιτυχίες των Βενετών, που κατέλαΒαν την Πρέβεζα, επαναστάτησαν οι Ακαρνάνες, οι Σουλιώτες και οι Χειμαρριώτες. Συμμετείχαν οι πε¬ρισσότεροι αρματολοί της δυτικής Ελλάδας: ο Αγγε¬λής Σουμίλας, από τα Ιωάννινα, ο Πάνος Μεϊντάνης, από την Κατούνα Ακαρνανίας και ο Χορμοπουλος, από τα Αγραφα, που απαντά στα κείμενα της εποχής ως «Μικρό Χορμόπουλο», λόγω του νεαρού της ηλικίας του. Οι προαναφερθέντες καπετάνιοι δρούσαν αρχικά αυτόνομοι και το 1683 συνελήφθησαν από τους Βενετούς, οι οποίοι τους μετέφεραν στην Ιταλία. Στη δια¬δρομή όμως η γαλέρα προσεβλήθη από Αλγερινούς πειρατές. Ο Βενετός κυβερνήτης, σταθμίζοντας τον κίνδυνο, απελευθέρωσε τους ΄Ελληνες οπλαρχηγούς, οι οποίοι εισέβαλαν στο εχθρικό πλοίο και κατέσφαξαν τους πειρατές. Η γαλέρα εισήλθε θριαμβικά στη Βενετία, σύροντας πίσω της το πειρατικό σκάφος, οι δε οπλαρχηγοί δέχθηκαν τιμές από τη Γαληνότατη Δη¬μοκρατία και αποτέλεσαν στο εξής συμμάχους της.

Οι καπετάνιοι αυτοί, μαζί με ένοπλα σώματα Επτανησίων και τη συνδρομή του βενετικού στόλου, άρχισαν τον αγώνα στην περιοχή της Πρέβεζας τον Ιούλιο του 1684. Σε διάστημα δύο μηνών ο Σουμίλας, ο Μεϊντάνης και ο Χορμόπουλος απελευθέρωσαν όλη τη μεταξύ Αιτωλικού και Αμβρακικού ζώνη, προχωρώ¬ντας σε σφαγή των Μουσουλμάνων της Ακαρνανίας. Τις επιχειρήσεις τους διευκόλυναν οι κινήσεις του Φραγκίσκου Μοροζίνι, γενικού διοικητή των βενετι¬κών δυνάμεων, ο οποίος στις 10 Αυγούστου αποβίβασε 500 άνδρες, ΄Ελληνες και Ενετούς, στη νησίδα Πειαλάς. στις εκβολές του Αχελώου. Οι νέες νίκες του Mοροζίνι γέννησαν ελπίδες στους υπόδουλους ΄Ελληνες. όπως ενδεικτικά ανέφερε σχετικό κείμενο, με το κλίμα της εποχής: «Γενικός ηλεκτρισρός κατέλαβε το σώμα του τουρκοκρατούμενου γένους, Αρχιερείς, αρματολοί, προύχοντες, όλοι οι Μήνες εύχονταν να ίδούν επιτέλους εκπληρούμενους τους προαιώνιους πόθους τους».
Στις 29 Σεπτεμβρίου 1684 ο Μοροζίνι κατέλα6ε την Πρέβεζα. Στη συνέχεια οι Βενετοί μετέφεραν το κέντρο βάρους των επιχειρήσεων τους στην Πελοπόν¬νησο, όπου σημείωσαν σημαντικές νίκες και κατέλα¬βαν την Πάτρα και το Ναύπλιο. Στη διάρκεια του 1685 η επανάοταση διατηρήθηκε ζωντανή, ενώ για άλλη μια φορά εξεγέρθηκαν η Μάνη και η Χειμάρρα. Μαζί με τούς καπετάνιους Σουλίμα, Χορμόπουλο και Μεϊντάνη ανέλαβε δράση ο αρματολός Λιβίνης, από το Καρ¬πενήσι, που κυριάρχησε στην Ευρυτανία. Στο χωριό Γϋλιαννη ο Λιβίνης κατήγαγε ένδοξη νίκη σε 6άρος των Τούρκων, τους οποίους αποδεκάτισε. ΄Εκτοτε το χωριό Γόλιαννη ονομάστηκε, προς τιμήν του, Λιβίνι.

Το φθινόπωρο του 1685 ευάριθμο σώμα του οθω¬μανικού πεζικού κινήθηκε από το Ζητούνι (Λαμία) προς αντιμετώπιση του Λιβίνη. Η σύγκρουση έλαβε χώρα κοντά στην Αράχωβα, χωρίς να υπάρχουν σαφείς πληροφορίες για τους αριθμούς των αντιπάλων, όπως όμως γλαφυρά γράφτηκε, «ο( Τούρκοι ήσαν δεκαπλά¬σιοι και η σύγκρουση υπήρξε τρομερή. Ο ήρωας του Καρπενησίου δεν επρόφθασε να δει την ήττα του, διότι έπεσε εν μέσω σωρείας εχθρικών πτωμάτων η¬ρωικά παλεύοντας επί ώρες».

Την ίδια περίοδο στην Πελοπόννησο πολλοί αρμα¬τολοί είχαν εγκαταλείψει την ευκαιριακή τους συνερ¬γασία με τους κατακτητές και δρούσαν ως ανυπότακτοι κλέφτες. Οι γνωστότεροι από αυτούς έγιναν θρύ¬λος με τα κατορθώματα τους και υμνήθηκαν από τη λαϊκή μούσα: ο Κωνσταντής Χελιώτης, από την Κόριν¬θο, ο Νικόλαος Κολιοδήμος, από τη Γαστούνη, ο Μήτρος Πετρογιαννάκης, από τον ΄Αγιο Πέτρο Κυνουρίας. Στην Αρκαδία έδρασαν οι καπετάνιοι Μητρός Βαρύμποπιώτης και Αναγνώστης Ντάρας. Οι παραπάνω ο¬πλαρχηγοί διοικούσαν σώματα που έφθασαν ή και υ¬περέβησαν τους 300 άνδρες. Στη διάρκεια του 1687 καπετάνιοι της Μάνης και άλλοι Πελοποννήσιοι προ¬σέβαλαν τον Ιούνιο την Καρύταινα, όπου κατοικούσαν πολλοί Τούρκοι. Η ελληνική δύναμη, 4.000 περίπου ένοπλοι, κυρίευσε την οχυρωμένη κωμόπολη. Αποχω¬ρώντας πήραν μαζί τους 1.300 Τούρκους ως αιχμαλώ¬τους, κυρίως γυναικόπαιδα. Στο τέλος του 1686 η επα¬νάσταση επεκτάθηκε από την Αιτωλοακαρνανία προς την Ανατολή, ενώ οι Τούρκοι διοχέτευαν νέες δυνά¬μεις στη Στερεά Ελλάδα, προσπαθώντας να ελέγξουν την κατάσταση. Οι μητροπολίτες της περιοχής ξεσή¬κωσαν τον λαό: ο Φιλόθεος Σαλώνων, ο Ιερόθεος Θη-6ών, ο Αμβρόσιος Χαλκίδας αλλά και ο Μακάριος Λα¬ρίσης διατηρούσαν επαφές με τους οπλαρχηγούς των γύρω ορεινών. ΄Ετσι, κλέφτες και αρματολοί της Ρού¬μελης προσήλθαν στον αγώνα, που φάνηκε να προ¬σλαμβάνει διαστάσεις. Οι καπετάνιοι Κούρμας του Παρνασσού και Σπανός στην Υπάτη απέκλεισαν τους Τούρκους στα αστικά κέντρα, ενώ στην Ακαρνανία ο¬μοίως έπραξαν οι Σπαθόγιαννος και Χρήστος Βαλαω¬ρίτης.

Ιδιαίτερα λαοφιλής και ονομαστός κατέστη ο Κούρμας, που με αλλεπάλληλα πλήγματα σε βάρος των Τούρκων κυριάρχησε στην Παρνασσίδα και τη Λοκρίδα. Το 1687 ο Κούρμας κατέλαβε το Λιδωρίκι, εξο¬ντώνοντας την εκεί τουρκική δύναμη. Στη συνέχεια, με όχι περισσότερους από 1.000 άνδρες και έχοντας την υποστήριξη του επισκόπου Σαλώνων (΄Αμφισσας} Φιλόθεου, ο Κούρμας επιτέθηκε κατά της Θήβας; την οποία υπερασπιζόταν ισχυρή τουρκική δύναμη 5.ΟΟ0 ενόπλων. Το μένος των ανδρών του Κούρμα υπήρξε α¬σύλληπτο. Περισσότεροι από 2.000 Τούρκοι φονεύθη¬καν και οι υπόλοιποι αιχμαλωτίστηκαν.

Οι Ελληνες εισήλθαν στη Θήβα ως ελευθερωτές, ούτε αυτοί όμως στερήθηκαν απωλειών. Στη μάχη που προηγήθηκε ανάμεσα σε πολλούς άλλους τραυματί¬στηκε θανάσιμα ο επίσκοπος Σαλώνων Φιλόθεος και λίγες ημέρες αργότερα απεβίωσε. Ο Κούρμας έστειλε στον Βενετό ναύαρχο Ιάκωβο Κορνάρο τις κεφαλές των νεκρών Τούρκων, ως ένδειξη συμμαχίας, ενώ ο κα¬πετάνιος Γιάννος Λουδορέκας προχώρησε έως το Καρπενήσι, το οποίο μετά από σφοδρή μάχη απελευ¬θέρωσε. Οι Τούρκοι έχασαν μέσα στην πόλη 150 άν¬δρες. Η εξέγερση έφθασε έως την Εύβοια, όπου οι ε¬νωμένες χριστιανικές δυνάμεις (΄Ελληνες, Βενετοί και άλλοι Λατίνοι) πολιόρκησαν τη Χαλκίδα. Ο οπλαρχη¬γός Νικόλαος Καρυστινός εξέγειρε το νότιο μέρος του νησιού και προσέβαλε το φρούριο της Καρύστου, δίχως όμως επιτυχία. Εξέγερση σημειώθηκε και στην Κύμη. Οι Βενετοί, μετά από τετράμηνη εξαντλητική πολιορκία, απέτυχαν να κυριεύσουν τη Χαλκίδα και στις 22 Οκτωβρίου 1688 ο Φραγκίσκος Μοροζίνι διέτα¬ξε αποχώρηση.

Στη Στερεά Ελλάδα οι αρματολοί συνέχισαν τις ε¬πιχειρήσεις, όπου είχαν να αντιμετωπίσουν έναν πρό¬σθετο αντίπαλο: τον Μανιάτη πειρατή και τυχοδιώκτη Γερακάρη Λυμπεράκη, που παλαιότερα δρούσε αυτό¬νομα και στη φάση αυτή ενέταξε εαυτόν στην υπηρε¬σία του σουλτάνου. Την άνοιξη του 1689 ο Λυμπερά¬κης άρχισε επιχειρήσεις στην Αιτωλοακαρνανία με δύ¬ναμη 3.000 ανδρών, κατά πλειοψηφία Τούρκους. Σκοπός του ήταν να περιορίσει τη δράση των Ελλήνων αρματολών, οι οποίοι είχαν διαρρήξει οριστικά τις σχέ¬σεις τους με την οθωμανική εξουσία και συνεργάζο¬νταν με τους Βενετούς. Ο Γερακάρης κατέλαβε το Καρπενήσι και προσπάθησε να προσεταιριστεί τους αρματολούς της περιοχής. ΄Ορισε μάλιστα ως πρωτοπαλλήκαρό του τον εντόπιο οπλαρχηγό Κώστα Ράβδα. Η δράση του Λυμπεράκη Γερακάρη στη Στερεά Ελλά¬δα τερματίστηκε από τον Κούρμα το 1691, όταν επιχεί¬ρησε να κυριεύσει τα Σάλωνα. Ο Κούρμας, με συμμά¬χους και συναγωνιστές του, τους οπλαρχηγούς της περιοχής, απέκρουσε τους Τούρκους του Γερακάρη και αντεπιτέθηκε, καταδιώκοντας τους έως τον Τυμ¬φρηστό. Ο Γερακάρης, διασωθείς, συνέχισε την αν¬θελληνική και τυχοδιωκτική του δράση. Από το 1692 μετέφερε τις επιχειρήσεις του στην Κορινθία και τη Μεγαρίδα, λεηλατώντας και καταστρέφοντας. Τελικά συνελήφθη το 1696 από τους Βενετούς, οι οποίοι τον μετέφεραν στην Μπρέστα της Ιταλίας, όπου και πέθα¬νε στη φυλακή.

΄Οπως έγραψε ο Κωνσταντίνος Σάθας, στη συνέ¬χεια οι επαναστάτες συγκεντρώθηκαν σε δύο περιοχές, στήνοντας μεγάλα στρατόπεδα: στο Λιδωρίκι και το Καρπενήσι. Εκεί στρατολόγησαν εντόπιους και άρ¬χισαν να τους εκπαιδεύουν στα στρατιωτικά, θέλοντας να αυτονομηθούν από την εποπτεία των Βενε¬τών. Οι τελευταίοι συγκέντρωσαν δυνάμεις στη Ναύπακτο. ώστε να κτυπήσουν τους Ρουμελιώτες οπλαρχηγούς. Είχαν στη δύναμη τους ως μισθοφόρους εκατοντάδες ΄Ελληνες, με αρχηγό τους τον Χρήστο Βαλαωρίτη. Οι περισσότεροι όμως καπετάνιοι τάχθηκαν με τους Ρουμελιώτες, κατανοώντας ότι οι Βενετοί βρί¬σκονταν εκεί για τα δικά τους συμφέροντα. Αποκαλούσαν μάλιστα τους οπλαρχηγούς που συντάχθηκαν με τους Βενετούς ειρωνικά «Μαρκολίνους».

Η αποφασιστική μάχη δόθηκε στο χωριό Σίβιστα της Αιτωλίας. Οι αμιγώς ελληνικές δυνάμεις, με αρχη γούς τους αρματολούς Λουδορέκα και Μεϊντάνη, νί κηοαν τους Βενετούς και τους υπό τη σημαία τους ΄Ελληνες. Η νίκη αυτή αποδείχθηκε ιδιαίτερης σημασίας, αφού οι Βενετοί επέστρεψαν στην Πελοπόννησο άπρακτοι, ενώ οι περισσότεροι οπλαρχηγοί απεγκλωβίστηκαν από την κηδεμονία τους.

Η κατάσταση κατά τα επόμενα χρόνια περιπλέχθηκε περισσότερο, όταν αρκετοί οπλαρχηγοί, έχοντας την αίσθηση της δύναμης τους και δρώντας αυ¬τόνομα, εγκαθίδρυσαν δικά τους αρματολίκια, χωρίς να συνεργάζονται με τους Βενετούς. Ο Μεϊντάνης μαζί με τον Σπαθόγιαννο, με έδρα την Κατούνα, ήλεγχαν την Ακαρνανία. Ο Κούρμας εγκαταστάθηκε στα Σάλωνα (΄Αμφισσα) ελέγχοντας τη Φωκίδα και την ορεινή Βοιωτία. Ο καπετάνιος Χορμόπουλος διατήρησε α¬παλλαγμένη από τον τουρκικό ζυγό μία εκτεταμένη ο¬ρεινή ζώνη. από το Βελούχι έως τη σημερινή λίμνη Πλαστήρα. Ο Αγγελής Σουμίλας κυριάρχησε στις πε¬ριοχές Βάλτου και ΄Αρτας. ΄Ετσι, η κυριαρχία των Τούρ¬κων περιορίστηκε, το οποίο βεβαίως δεν συνέβη μόνο στη Ρούμελη.
Ομοίως στην Πελοπόννησο η κατάσταση παρέμει¬νε για πολλά χρόνια τεταμένη, Ιδιαίτερα η Αρκαδία και η Τριφύλλια τελούσαν υπό διαρκή αναστάτωση. Κλέ¬φτες και παλαιοί αρματολοί, άλλοτε με βενετική υποκίνηση και άλλοτε αυτοβούλως, κρατούσαν τους Τούρκους κλεισμένους στα αστικά κέντρα και κυριαρ¬χούσαν στην ύπαιθρο. Περί το 1700 ονομαστοί καπε¬τάνιοι ήταν οι Μήτρος Μπαρτζελιώτης και Ιωάννης Μητρόπουλος, καθώς και ο Μήτρος Χαλαζωνίτης, ό¬λοι από την επαρχία Τριφυλλίας. Στην ίδια περιοχή, καθώς και στη νότια Αρκαδία, έδρασε ο πιο ονομαστός από όλους, ο Μήτρος Ντάρας. Στην περιοχή της Γαστούνης, συνέχισαν να δεσπό¬ζουν οι Κολιοδήμοι, με εκπρόσωπο εκείνη την εποχή τον Μήτρο Κολιοδήμο. Στον Πάρνωνα έδρασαν ο Δη¬μήτριος Γερανάκης και ο Αναγνώστης Χρονάς, στο Αργός ο Πέτρος Τσεκούρας και στην Κορινθία ο Κίτσος Φάνας. Οι περισσότεροι από τους προαναφερθέ¬ντες συνεργάστηκαν με τους Βενετούς, λειτουργώ¬ντας περιστασιακά ως αρματολοί. Χωρίς τη συνδρομή τους εξάλλου, η Γαληνότατη Δημοκρατία της Βενε¬τίας δεν θα μπορούσε να διεξαγάγει μακρόχρονους και εξαντλητικούς πολέμους κατά της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στον νότιο ελλαδικό χώρο.

Το 1714 ξέσπασε πόλεμος μεταξύ Οθωμανών ανα¬πτέρωσε το ηθικό των υπόδουλων Ελλήνων, ιδίως δε οι νίκες του Ευγενίου της Σαβοϊας. Στην Πελοπόννη¬σο, την ορεινή Θεσσαλία και τη δυτική Μακεδονία λάμβαναν χώρα συνεχείς ζυμώσεις και νέες ελπίδες γεννήθηκαν.

Από την άλλη πλευρά, ισχυρές τουρκικές δυνά¬μεις κινήθηκαν από τη Λάρισα προς Νότο, για κάθε ενδεχόμενο. Επικεφαλής ήταν ο Τοπάλ Οσμάν, που ο¬δήγησε μέσω του Ισθμού τις δυνάμεις αυτές προς τα ενδότερα της Πελοποννήσου. Ταυτόχρονα, δεύτερη οθωμανική στρατιά υπό τον Καρά Μουσταφά διαπεραιώθηκε στο Ρίο. Μαζί με τους Τούρκους εξεστράτευσαν εκατοντάδες Ρουμελιώτες άτακτοι με τους καπετάνιους τους, με κίνητρο τη λεηλασία και τη λαφυραγωγία. Σε διάστημα 101 ημερών οι Τούρκοι κυρί¬ευσαν τις ισχυρότερες θέσεις των Βενετών, τον Ακροκόρινθο, το Αργός και το Ναύπλιο. ΄Οπως έγραψε χαρακτηριστικά ο Κωνσταντίνος Σάθας, σε ολόκληρη την Πελοπόννησο «οι Τούρκοι λυσσωδώς παρέδωκαν τα πάντα στο πυρ και τον σίδηρον. Εξανδραπόδισαν απαν9ρώπως (τους κατοίκους) άνευ διακρίσεως γέ¬νους και ηλικίας».

Πολλοί αρματολοί της Στερεάς Ελλάδας που ακο¬λούθησαν τους Τούρκους στην εκστρατεία αυτή επι¬δόθηκαν σε λεηλασίες, στη λογική του γνωστού "πλιάτσικου». Ο Λουδορέκας και κάποιοι Σέρβοι οπλαρχηγοί συμπεριλαμβάνονταν δυστυχώς στη θλιβε¬ρή αυτή μερίδα. Η επιδρομή των Ρουμελιωτών έμεινε στη μνήμη των εντοπίων ως εποχή της «αλαμπάντας» (λαφυραγώγηση), εξαιτίας των εκτεταμέ¬νων λεηλασιών που διήρκεσαν για καιρό. (Ορισμένοι οπλαρχηγοί συνέχισαν πάντως την απόσταση και πρώτος ανάμεσα τους ο Πάνος Μεϊντάνης, ο οποίος εξακολούθησε να μάχεται κατά των Τούρκων. Το 1716, όμως, κυκλώθηκε από πολλαπλάσιες δυνάμεις στον Αχελώο, όπου και έπεσε ηρωικά, προβαίνοντας έτσι μία μακρόχρονη παράδοση αγώνων κατά του κατακτητή. Την ίδια περίοδο, εντάθηκε η δράση κλεφτών και αρματολών στον Βορειοελλαδικό χώρο. Χαρακτηριστική υπήρξε η προαναφερθείσα περίττωση του αρματολού του Βερμίου Ζήση Καραδήμου, που διέκοψε τη συνεργασία του με τους Τούρκους και επιδόθηκε σε αγώνα εναντίον τους, ώσπου φονεύθηκε. Στην κεντρική και δυτική Μακεδονία έδρασαν δεκάδες επώνυμοι και ανώνυμοι κλέφτες. σύμφωνα με οθωμανικό έγγραφο, που φέρει και ημερομηνία (13 Ιουνίου 1714), στη μεταξύ ΄Εδεσσας και Γιαννιτσών περιοχή δρούσε ένοπλο σώμα «κλεφτών και αρματολών», που κατά τη συνήθειό τους διέπραταν πλείστες ληστείες και λεηλασίες».

Οι κλέφτες στα όρη γίνονταν όλο και περισσότεροι ενώ οι αρματολοί, απογοητευμένοι από την έξωση των Βενετών, σταμάτησαν να προσβλέπουν σε αυτούς. Στη συνείδηση των Ελλήνων ενόπλων αλλά και ολόκληρου του γένους, σύμμαχος για πα επόμενα 100 χρόνια και ενσαρκωτής των ελπίδων η ελευθερία θα ήταν «το ξανθόν γένος», η Ρωσία. Η άνοδος της Ρωσικής αυτοκρατορίας γέννησε προσδοκίες στους υπόδουλους ΄Ελληνες και για έναν πρόσθετο λόγο: το ομόδοξον, στοιχείο προσέγγισης και θετι¬κής αντιμετώπισης. Το τραγούδι της εποχής αντικατόπτριζε αυτές τις προσδοκίες:

«Ακόμα τούτ' την άνοιξη,
τούτο το καλοκαίρι,
όσο να 'ρθεί ο Μόσκοβος,
ραγιάδες, ραγιάδες».

Το μέλλον, θα καταδείκνυε ότι και αυτός ο προσανατολισμός, φορτισμένος με συναισθηματικά κρι¬τήρια, θα απέβαινε μάταιος.

Περί το 1730-1740 στην Πελοπόννησο δρούσαν πολλοί ανυπότακτοι κλέφτες, συνεχίζοντας μία παρά¬δοση που διαρκούσε ήδη δύο αιώνες. Γνωστότερος εκπρόσωπος των Νταραίων αυτή την περίοδο υπήρξε ο Μάρκος Ντάρας. Το σώμα του διέθετε 300 ενόπλους και η δράση του επεκτάθηκε στη Μεσσηνία και την Αρκαδία, αμφισβητώντας την τουρκική κυριαρχία στην περιοχή. ΄Οπως αναφέρεται, «ήταν άνδρας υψηλόσωμος, ρωμαλέας διάπλασης, με μακράν μέλαιναν γενιάδα. ΄Εφερε πολυτελή χρυσοστολήν και οπλισμόν αργυρόχρυσον». Η σημαία του σώματος έφερε την ε¬πιγραφή «Μάρκος Ντάρας, προστάτης των χριστιανών (της Πελοποννήσου, άσπονδος εχτρός και διώκτης Τούρκων και Αλβανών», στοιχείο που καταδεικνύει τον τρόπο με τον οποίον αντιλαμβάνονταν τον ρόλο τους οι ένοπλοι του υπόδουλου γένους.

΄Αλλος γνωστός οπλαρχηγός υπήρξε την περίοδο εκείνη ο Μήτρος Περίβολος, από τα Καλάβρυτα, καπε¬τάνιος σώματος 150 ανδρών, που συνεργάστηκε με τον Μάρκο Ντάρα. Στην Κυπαρισσία έδρασε ο Μήτρος Πεθιμούντας, ενώ γνωστότερος οπλαρχηγός των Κολοκοτρωναίων περί το 1740 μνημονεύεται ο Δήμος Κο¬λοκοτρώνης.

Ισχυρό πλήγμα δέχθηκαν οι κλεφτά και αρματολοί της Πελοποννήσου το 1740. Στις 10 Μαρτίου εκείνου του έτους, ενώ πολλοί από αυτούς συναντήθηκαν στο Λεοντάρι της Αρκαδίας, δέχθηκαν αιφνιδιαστική επίθε¬ση από 5.000 Τούρκους και 3.000 Τουρκαλβανούς. Οι ΄Ελληνες πολεμιστές, που είχαν συγκεντρωθεί στο πυ¬κνό δάσος του Λεονταρίου, εντοπίστηκαν μετά από προδοσία. Καταδότης υπήρξε ο Βούλγαρος Τσέλε ή Τσέλιος Κριστώφ, που υπηρετούσε στο σώμα του Ντά¬ρα και δωροδοκήθηκε από τους Τούρκους. Εκεί φο¬νεύθηκαν σε άνισο αγώνα πολλοί οπλαρχηγοί και οι άνδρες τους, συνολικά 200 παλληκάρια. Ο ίδιος ο Μάρκος Ντάρας με 50 από τους άνδρες του έσυραν τα γιαταγάνια και επιχείρησαν έξοδο. Κατάφεραν να πε¬ράσουν μέσα από τις γραμμές των Τούρκων και διέφυ¬γαν στην Ηλεία. ΄Οχι πολύ καιρό αργότερα ο Ντάρας, ό¬πως είχε ορκιστεί, συνέλαβε στον Αχλαδόκαμπο τον Τσέλιο Κριστώφ, στις 20 Ιουλίου 1740. Ο προδότης ε¬κτελέστηκε επιτόπου.

Ο Μάρκος Ντάρας είχε άδοξο τέλος, αφού δολο¬φονήθηκε κι αυτός κατόπιν προδοσίας. Τον Ιούνιο του 1745, ενώ ανάρρωνε κατάκοιτος από πληγή στο πόδι, δολοφονήθηκε ύπουλα από έναν Τουρκαλβανό ονό¬ματι Γιόγκα, που υπηρετούσε στο σώμα του. ΄Οπως πι¬στοποιήθηκε, ο Γιόγκας είχε δωροδοκηθεί προς τού¬το από τον διοικητή της Πελοποννήσου Σουλεϊμάν πα¬σά. Ο Γιόγκας πλήρωσε την προδοσία του, όταν ουνελήφθη στο χωριό Καμάρι της Τρίπολης, τον Μάρτιο του 1746. Τον συνέλαβε ο οπλαρχηγός και συντοπίτης του Ντάρα, Θανάσης Ρεπεσιώτης, ο οποίος διέταξε να τον βασανίσουν, ενώ τελικά τον διαμέλισαν.

Πριν τη μεγάλη επανάσταση του 1770, περί το 1750, συγκεκριμένες περιοχές της Πελοποννήσου συ¬νέχισαν να «γεννούν» ένδοξους καπετάνιους και ο¬πλαρχηγούς: η Κυνουρία και η Αρκαδία, το Αργός και η ορεινή Κορινθία, η Τριφύλλια, ο Πάρνωνας και ο Ταΰ¬γετος. Στην ορεινή Μεσσηνία έδρασαν κατά την πε¬ρίοδο αυτή ο Θανάσης Ρεπεσιώτης και ο Φλώρος Πε-θιμούντας, στη Λακωνία ο Γιώργης Βιλήγγητος και ο Μήτρος Φιντισάκος, στην Κυνουρία οι Γιάννης Καράμπελας και Αντώνης Αλεβίζος, στη Βοστίτσα (Αίγιο) ο Γιάννης Περδικούλιας, στο Αργός και τη Νεμέα ο Μή¬τρος Κεντής.

Από τις κορυφαίες φυσιογνωμίες του πελοποννη¬σιακού κλεφταρματολισμού υπήρξε την ίδια εποχή ο Ιωάννης Κολοκοτρώνης, παππούς του Θεοδώρου. Ο Ιωάννης, με έδρα τη γενέτειρα των Κολοκοτρωναίων, το Λιμπο6ίσι, κοντά στην Καρύταινα, δημιούργησε τε¬ράστια προβλήματα στους Τούρκους μετά το 1745. Κα¬τόπιν προδοσίας συνελήφθη και μεταφέρθηκε στην Ανδρούσα, όπου οι Τούρκοι τού επιφύλαξαν φρικτό τέλος, κάτι που ίσχυε για κάθε κλέφτη που συλλαμβα¬νόταν. Μετά από άγριο βασανισμό τον δολοφόνησαν αποκόπτοντας με τσεκούρια τα άκρα του και διαμελί¬ζοντας τον. ΄Αλλος ένας ήρωας μάρτυρας στην ατελεί¬ωτη αλυσίδα του αίματος και της σκλαβιάς

_________________
Ει Κύριος μεθ ημών, ουδείς καθ ημών

Ω ξήν, αγγέλεις Λακεδαιμονίοις, ότι τήδε κείμεθα, τοις κείνων ρήμασι (αεί) πειθόμενοι!


Top
 Profile  
 
 Post subject: Re: ΑΡΜΑΤΩΛΟΙ ΚΑΙ ΚΛΕΦΤΕΣ
Unread postPosted: 19 Mar 2010, 13:02 
Forum Legend
Forum Legend

Joined: 30 Oct 2007, 09:47
Posts: 1331
Location: Εδεσσα
Has thanked: 0 time
Have thanks: 5 time
Highscores: 19
Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1770

Το 1768 εξερράγη ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος, που διήρκεσε έξι χρόνια. Η φιλόδοξη αυτοκράτειρα Αικα¬τερίνη Β', εκφράζοντας την αναπτυσσόμενη ισχύ της .Ρωσικής αυτοκρατορίας, επιδίωξε μέσω του πολέμου να κυριαρχήσει στον Εύξεινο Πόντο και το Αιγαίο, δη¬μιουργώντας ερείσματα για εδαφικές αναπροσαρμο¬γές σε 6άρος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. ΄Ηδη από το 1765 παρατηρήθηκε προπαγανδιστική δράση Ρώσων πρακτόρων στον ευρύτερο νότιο χώρο της ΝΑ Ευρώπης. Ο αναδυόμενος ρωσικός μεγαλοϊδεατισμός, οικοδομώντας τα πανσλαβιστικά ιδεώδη, ήδη σε αυτή την πρώιμη φάση του, διεκδίκησε για τον εαυτό του την παλινόρθωση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, με ρωσική βέβαια πρωτοκαθεδρία και εκμεταλλευόμε¬νος τους ασίγαστους πόθους των Ελλήνων για εθνική απελευθέρωση.

Στο πλαίσιο των επιχειρήσεων που έλαβαν χώρα οι κλέφτες και οι αρματολοί διαδραμάτισαν σημαίνο¬ντα ρόλο. Κύριο όργανο καλλιέργειας επαναστατικής δράσης εκ μέρους των Ρώσων στον ελληνικό χώρο υ¬πήρξαν οι τρεις αδελφοί Ορλώφ, οι Γρηγόριος, Αλέ¬ξιος και Θεόδωρος. Αξιωματικοί του Ρωσικού Στρατού και ιδιαίτερα φιλόδοξοι, διατηρούσαν μεγάλη ι¬σχύ στην τσαρική Αυλή και απολάμβαναν την αμέρι¬στη εμπιστοσύνη της Αικατερίνης Β'. Πολύ πριν ξε¬σπάσει η επανάσταση, οι Ορλώφ επιδόθηκαν σε οργα¬νωτικό και προπαγανδιστικό έργο, προς εξυπηρέτηση των στρατηγικών στόχων της Μόσχας.

Στο τέλος του 1765 ο ενεργών για λογαριασμό των Ρώσων και της Αικατερίνης Γεώργιος Παπάζωλης με¬τέβη στην ΄Ηπειρο και κατόπιν στην Ακαρνανία. Εκεί ήλθε σε συνεννόηση με τους εντόπιους οπλαρχη¬γούς Χρήστο Γρίβα και Σταθά Γεροδήμο. Επειτα κινή¬θηκε νοτιότερα και συναντήθηκε στο Αγγελόκαστρο με τον αρματολό Λαχούρη και στο Μεσολόγγι με τον επιφανή διδάσκαλο Παναγιώτη Παλαμά, τους οποίους μύησε στην επανάσταση. Από το Μεσολόγγι εξαπέλυ¬σε πράκτορες στη Ναυπακτία και τη Φωκίδα, ενώ ο ί¬διος κατήλθε στη Μάνη και συναντήθηκε με τον ισχυ¬ρότερο οπλαρχηγό της, τον Στέφανο Μαυρομιχάλη. Ο Παπάζωλης δεν έχει εξακριβωθεί αν κινήθηκε από α¬μιγώς πατριωτικά αισθήματα, καθώς πολλές πηγές τον εμφάνιζαν και ως τυχοδιώκτη. Κάτι που ενέχει ιδιαίτερη σημασία, πάντως, είναι ότι λίγο πριν την επανάσταση του 1770, βρέθηκε στη Βενετία. Εκεί, στο τυπογραφείο του Δημητρίου Θεοδοσίου, τύπωσε στα ελληνικά τον στρατιωτικό κανονισμό του Ρωσικοί Στρατού. Στην προσφώνηση του μάλιστα προς τον Γρηγόριο Ορλώφ, στην εισαγωγή του βιβλίου, ο Παπάζωλης διευκρίνιζε ότι συνέθεσε το έργο αυτό «για χάρη των δυστυχισμένων Ελλήνων, οι οποίοι εξεμάκρυναν πολύ από την επιστήμην της πολεμικής».
Μία ευρείας έκτασης επανάσταση ήταν φυσικά στη διάρκεια της προετοιμασίας της να υποπέσει στην αντίληψη των Τούρκων, την ώρα μάλιστα που ο κλέφτες και οι αρματολοί συνέχιζαν να τους μάχονται, από τη Μακεδονία έως την Πελοπόννησο. Γι' αυτό και εντάθηκαν και οι πιέσεις, που συχνά μεταφράζονταν σε ωμότητες. Τα επίσημα και ελεγχόμενα από τους Τούρκους αρματολίκια διοικούσαν πλέον Αλβανοί, ως περισσότερο έμπιστοι σε αυτούς. ΄Ηδη από π 1766 άρχισε να ασκείται κλίμα τρομοκρατίας σε βάρος των ραγιάδων, με φόνους και εκτελέσεις. Το 176] οι Τούρκοι προέβησαν σε σφαγές στην Πελοπόννησο και αποκεφάλισαν τον Γορτύνιο μητροπολίτη Σπάρ της Ανανία. Το Πάσχα του 1769 παραβίασαν τον ιερό χώρο του Πατριαρχείου και συνέλαβαν τον πατριάρχη Μελέτιο Β'. Αφού τον βασάνισαν, τον εξόρισαν στη Λέσβο όπου και πέθανε. Τον Σεπτέμβριο του 1769 εκτελέστηκαν ο Γρηγόριος Καλλιμάχης, ηγεμόνας της Μολδαβίας και ο μέγας διερμηνέας Νικόλαος Σούτσος, ως ύποπτοι για συνδιαλλαγή με τον ρωσικό παράγοντα. Παράλληλα προς αυτά, άτακτα τουρκαλβανικά στίφη άρχισαν να περιφέρονται στον ελληνικί χώρο, καίγοντας και λεηλατώντας. Η καταστροφής Μοσχόπολης, το 1769, λαμπρού πολιτιστικού και οίκο νομικού κέντρου του βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού, ήταν ένα από τα έργα τους.

΄Οτι η τουρκική τυραννία κατέστη ανυπόφορη λίγο πριν το 1770 αποδείχθηκε και από πολλά άλλα γεγονότα της εποχής, εκτός από τις εκτελέσεις όσων Ελλήνων θεωρούντο συνωμότες. Το 1767, για παράδειγμα, μεγάλος πλην ανεξακρίβωτος αριθμός Μανιατών, υποκινημένοι από κάποιον Τζον Τόρνμπουλ που βρέθηκε στη Μάνη, δέχθηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους. Αυτό δεν φαίνεται ήταν άσχετο με τις συνεχείς πιέσεις των Τούρκων προς τους Μανιάτες. Πολλοί λοιπόν έφυγαν και κατέ¬ληξαν στη Φλόριντα της Αμερικής. Εκεί, μαζί με Κορ¬σικανούς αποίκους, οι Μανιάτες ίδρυσαν νέο οικισμό, διατηρώντας μόνο την ανάμνηση της πατρίδας τους. Για τους πολλούς, όμως, που έμειναν στη σκλαβωμέ¬νη πατρίδα, πλησίαζε η ώρα του αγώνα.
Παρά το κλίμα τρομοκρατίας, οι υπόδουλοι συνέ¬χισαν να τελούν σε αναβρασμό και πολλά σημαίνοντα πρόσωπα είχαν μυηθεί από απεσταλμένους των Ρώ¬σων στα της επικείμενης επανάστασης. Οι Ορλώφ όρισαν τη χερσόνησο της Μάνης ως επίκεντρο και βά¬ση των πρώτων τους ενεργειών, επενδύοντας στους εμπειροπόλεμους εντόπιους και τη δυνατότητα του δια θαλάσσης ανεφοδιασμού από τον ρωσικό στόλο. Στη Μάνη οι Ρώσοι στηρίχθηκαν κυρίως στους Μαυρομιχαλαίους, με τους οποίους όμως σύντομα κατέ¬ληξαν σε διαφωνίες για την τακτική που θα ακολου¬θούσαν. Τελικά, στις 19 Μαρτίου 1770, δύναμη 600 Μα¬νιατών κατέλαβε τον Μυστρά και προέβη σε γενική σφαγή των εκεί Τούρκων. Πάνω από 1.000 Μουσουλ¬μάνοι εκτελέστηκαν, ενώ όσοι κατέφυγαν στη μητρό¬πολη του Μυστρά. ήταν οι μόνοι που κατάφεραν να διασωθούν. Προσπάθεια να εκπορθηθούν η στρατηγι¬κής σημασίας Κορώνη και το φρούριο της, απέτυχε. Αμέσως μετά η φλόγα της επανάστασης επεκτάθηκε στη βόρεια Πελοπόννησο. Εξεγέρθηκαν, με πρωτο¬βουλία ιεραρχών και προκρίτων, η Βοστίτσα (Αίγιο), τα Καλάβρυτα, η Κορινθία, η Αργολίδα. Ο Αναστάσιος Χριστόπουλος ξεσήκωσε την Ολυμπία και ο Ιωάννης Δεληγιάννης, μαζί με τον επίσκοπο Νεόφυτο, τη Γορ¬τυνία. Τον Μάρτιο του 1770 ελευθερώθηκαν τα Καλά¬βρυτα, η Γαστούνη και άλλες πόλεις.

Η επανάσταση μεταλαμπαδεύτηκε στις απέναντι ακτές και σε διάστημα ολίγων ημερών ολόκληρη η Στερεά Ελλάδα εξεγέρθηκε. Στα χωριά του Βάλτου και του Ξηρομέρου τον αγώνα διηύθυνε ο Χρήστος Γρίβας, απόγονος της ένδοξης γενεάς των Γριβαίων. Νοτιότερα, στο Μεσολόγγι και το Αιτωλικό, ξεσήκωσε τον λαό ο οπλαρχηγός Γεώργιος Λαχούρης. Το ίδιο έ¬κανε στη Φωκίδα ο καπετάνιος Λωρής, στη Λιβαδειά ο Γιάννης Καλπούζος, στον Παρνασσό ο καπετάνιος Τράκας. Στη δυτική Αττική κυριάρχηαε ο διαβόητος Μητρομάρας, ο οποίος κατέλαβε τη Σαλαμίνα και επεξέτεινε τη δράση του στην πεδιάδα των Μεγάρων και τα Γεράνια. ΄Ετσι, έως το καλοκαίρι του 1770 είχαν εξεγερθεί ολόκληρη η Πελοπόννησος και η Ρούμελη, ΄Ομοια επαναστάτησαν και οι αρματολοί του Ολύ¬μπου, με πρωτοστάτες τους Λαζαίους και τους Βλαχαβαίους. Ισχυρές μονάδες του Οθωμανικού Στρατού, όμως, κινήθηκαν εναντίον τους, αποτρέποντας τους να καταλάβουν τα μεγάλα αστικά κέντρα του Θεσσαλι¬κού κάμπου. Στο τέλος, οι αρματολοί του Ολύμπου κα¬τήλθαν στο Αιτωλικό, με αποδεκατισμένες δυνάμεις και ενώθηκαν με τους Στερεοελλαδίτες συναγωνι¬στές τους. Στην Αιτωλοακαρνανία οι αρματολοί Γεώρ¬γιος Λαχούρης και Χρήστος Γρίβας πολιόρκησαν το Βραχώρι (Αγρίνιο), το οποίο υπερασπιζόταν ευάριθμη τουρκική δύναμη. Οι ΄Ελληνες οπλαρχηγοί δεν κατά¬φεραν να κυριεύσουν την πόλη, ενώ επιπλέον κινήθηκε εναντίον τους τακτικός τουρκικός στρατός από τα Ιωάννινα και πλήθος Τουρκαλβανών. Στις αρχές Απρι¬λίου του 1770 έλαβε χώρα μία από τις πρώτες μεγάλες μάχες της επανάστασης, κοντά στο Αγγελόκαστρο, το οποίο βρίσκεται στον Αχελώο, νοτιοδυτικά του Αγρινί¬ου, Οι ΄Ελληνες επαναστάτες, 300 άνδρες, έπεσαν μέ¬χρι ενός, μαζί με τους καπετάνιους Γρίβα και Λαχούρη, που πολέμησαν ηρωικά στην πρώτη γραμμή. Η περιο¬χή στην οποία έλαβε χώρα η φονική μάχη, στη θέση ΄Αγιος Ηλίας, αποκαλείται ακόμη και σήμερα «των Γριδαίων τα κόκκαλα», απόδειξη πως η ανάμνηση της θυ¬σίας του Χρήστου Γρίβα και των παλληκαριών του πα¬ρέμεινε ζωντανή στη λαϊκή συνείδηση.

Στο γειτονικό Μεσολόγγι την επανάσταση κατηύ¬θυνε ο εντόπιος οπλαρχηγός Παναγιώτης Παλαμάς. Με δική του μέριμνα διανεμήθηκαν όπλα σε όσους ή¬ταν δυνατόν, στήθηκαν Θίγλες (παρατηρητήρια) περι¬μετρικά της πόλης και ιδίως σε προκεχωρημένα ση¬μεία, σε νησίδες της λιμνοθάλασσας και διανοίχθηκε τάφρος γύρω από την πόλη. Ο Παλαμάς υπολόγισε στη ρωσική συνδρομή, ζητώντας να τους καλύψει ο Ορλώφ με πλοία. ΄Οπως και σε άλλα σημεία, η ενίσχυ¬ση από πλευράς Ρώσων αποδείχθηκε ανύπαρκτη. Τε¬λικά, ενώ ο τουρκικός στρατός πλησίαζε μαζί με στί¬φη Τουρκαλβανών, ο Παλαμάς διέταξε την εκκένωση του Μεσολογγίου, για να μην έχουν οι άμαχοι της πό¬λης τη μοίρα των μαχητών του Αγγελοκάστρου. Οι κά¬τοικοι διέφυγαν στο Αιτωλικό και μετά στα Επτάνησα, ενώ οι Τούρκοι εισέβαλαν σε ένα έρημο Μεσολόγγι, το οποίο παρέδωσαν στη φωτιά.

Ακολούθησε η πτώση του γειτονικού Αιτωλικού, όπου είχαν καταφύγει πολλοί άμαχοι από το Μεσο¬λόγγι, αλλά και καπετάνιοι της Θεσσαλίας και της Μα¬κεδονίας. ΄Ολοι αυτοί μαζί με τους εντόπιους οπλαρ¬χηγούς συγκροτούσαν μία δύναμη 600 περίπου εμπειροπόλεμων μαχητών, οι δυνάμεις των Τούρκων όμως ήταν πολλαπλάσιες. Μετά από έναν μήνα ηρωικής ά¬μυνας και το φάσμα της πείνας να αποτελεί πρόσθετο εχθρό, οι υπερασπιστές του Αιτωλικού επιχείρησαν έ¬ξοδο. Πολλοί, ιδίως άμαχοι, κατεσφάγησαν ή αιχμα¬λωτίσθηκαν. Οι υπόλοιποι, σπάζοντας τον κλοιό, διέ¬σχισαν την Ακαρνανία έως τον Αμβρακικό και δια¬σκορπίστηκαν στα παλαιά τους λημέρια.

΄Ετσι, η Υψηλή Πύλη, αν και αιφνιδιάστηκε στην αρ¬χή, οργάνωσε την αντεπίθεση της και, κινητοποιώ¬ντας μεγάλες δυνάμεις τακτικού Οθωμανικού Στρα-τού από τη Θεσσαλονίκη και την πεδινή Θεσσαλία, φάνηκε να ανακτά τον έλεγχο της κατάστασης. Ταυτό¬χρονα, χρησιμοποίησαν άτακτους Τουρκαλβανούς, οι οποίοι λόγω ιδιοσυγκρασίας και θρησκευτικού φανατι¬σμού, αποδείχθηκαν αληθινή μάστιγα για τον άμαχο ελληνικό πληθυσμό. Εκτός από αυτό, ορισμένοι αρμα¬τολοί, όπως ο Σταθάς Γεροδήμος, στον Βάλτο, προχώ¬ρησαν σε συνδιαλλαγή με τους Τούρκους. Το αντάλ¬λαγμα που ζητούσαν ήταν η διασφάλιση του αρματολικίου τους και των σχετικών προνομίων που απολάμβαναν Αυτή η πρακτική κατέδειξε ότι οι αρματολοί λειτουργούσαν ακόμη σε μεγάλο βαθμό τοπικιστικά, θέτοντας πλάι ή και πάνω από τον απελευθερωτικό αγώνα την προσωπική τους επιβίωση και ανάδειξη.

Στη Φωκίδα η επανάσταση δεν εγκαθιδρύθηκε για διαφορετικούς λόγους. Κυρίαρχοι στην περιοχή ή¬ταν δύο από τους γνωστότερους οπλαρχηγούς, οι αρ¬ματολοί Λωρής από το Λιδωρίκι και Κωνσταντής Σισμάνης από την ορεινή Ναυπακτία. Ο σφοδρός τοπι¬κισμός που τους διέκρινε τους οδήγησε - ήταν σύνη¬θες το φαινόμενο την εποχή εκείνη- να συγκρου¬στούν μεταξύ τους. Αφορμή ήταν η ενέργεια του Λωρή να διεκδικήσει περιοχές που ο Σισμάνης θεω¬ρούσε ότι ανήκουν στο δικό του αρματολίκι. Ενώ ο Σισμάνης πολιορκούσε τη Ναύπακτο, όπου υπήρχαν υ¬πολογίσιμες τουρκικές δυνάμεις, ο Λωρής προωθή¬θηκε στην ορεινή Ναυπακτία σε βάρος του Σισμάνη, έχοντας στην υπηρεσία του μισθοφόρους Τουρκαλ¬βανούς. Οι συνέπειες για την επανάσταση ήταν κατα¬στρεπτικές, αφού οι Τούρκοι έβλεπαν τους δύο πιο ε¬πικίνδυνους αρματολούς της περιοχής να επιδίδο¬νται σε πόλεμο εξόντωσης μεταξύ τους. Το τέλος του Κωνσταντή Σισμάνη και του Λωρή ήταν άδολο, αφού δολοφονήθηκαν από Τουρκαλβανούς μισθοφόρους.

Στη Βοιωτία οι επαναστάτες επίσης δεν κατόρθω¬σαν να σημειώσουν αξιόλογη επιτυχία και να καταλά¬βουν ένα σημαντικό αστικό κέντρο. Ο αρματολός του Παρνασσού Κομνηνός Τράκας και ο Γιάννης Καλπούζος πολιόρκησαν τη Λιβαδειά, ιδιαίτερη πατρίδα του δευτέρου, δίχως να καταφέρουν να την κυριεύσουν. Στην πόλη έδρευε ισχυρή δύναμη Οθωμανικού Στρατού, διαβιούσε δε και πολυπληθές μουσουλμανικό στοιχείο.

΄Ασχημα εξελίχθηκε η επανάσταση και στην Πελο¬πόννησο. Μετά τις πρώτες επιτυχίες, την κατάληψη του Μυστρά και τη σφαγή των εκεί Τούρκων, οι εξε¬γερθέντες με επικεφαλής Ρώσους αξιωματικούς και κατόπιν διαταγής του Θεοδώρου Ορλώφ προσέγγι¬σαν την Τριπολιτσά, στην οποία ήταν οχυρωμένοι 5.000 ένοπλοι Τούρκοι. Στη δύναμη αυτή συμπεριλαμ¬βανόταν υπολογίσιμος αριθμός Τουρκαλβανών σπαχήδων (ιππέων} με αρχηγό τον Οσμάν μπέη. Στα μέσα Απριλίου του 1770 έλαβε χώρα σφοδρή μάχη στα Τρίκορφα (Αρκαδία), που κατέληξε σε συντριβή των επα¬ναστατών. Η οργή των Τουρκαλβανών ξέσπασε στους ανυπεράσπιστους κατοίκους της Τριπολιτσάς. Περισ¬σότεροι από 2.000 Ελληνες, κατά πλειοψηφία γυναι¬κόπαιδα, κατεσφάγησαν, ανάμεσα τους ο μητροπολί¬της Ανθιμος και σχεδόν όλοι οι ιερείς της πόλης. Την τραγική μοίρα της πρωτεύουσας της Αρκαδίας ακο¬λούθησαν η Πάτρα και η Γαστούνη, γενέτειρα πολλών κλεφταρματολών και διαχρονική εστία εξεγέρσεων. ΄Οσοι επέζησαν κατέφυγαν στη γειτονική Ζάκυνθο, που βρισκόταν υπό βενετική κυριαρχία.

Η καταστροφή δεν ολοκληρώθηκε εκεί. Αλλεπάλ¬ληλα τουρκαλβανικά στίφη περνούσαν κατά κύματα τον Ισθμό και η Πελοπόννησος παραδόθηκε στη λεη¬λασία και την καταστροφή. Την ίδια τύχη με την Πά¬τρα και τη Γαστούνη είχαν η Βοστίτσα (Αίγιο) και τα Καλάβρυτα, ενώ η Δημητσάνα και τα περισσότερα χω¬ριά της Γορτυνίας καταστράφηκαν ολοσχερώς, Τον Μάιο και ενώ η βόρεια Πελοπόννησος είχε υποταγείδύναμη 8.000 Τουρκαλβανών υπό τον Οσμάν μπέη, κι¬νήθηκε προς Νότο.

Η αποφασιστική μάχη δόθηκε στο Νησί, δυτικά της Καλαμάτας. Και πάλι τα μεγέθη ήταν μη συγκρίσι¬μα, αφού την τουρκαλ6ανική αυτή δύναμη ανέλαβαν να συγκρατήσουν 500 μόλις ΄Ελληνες, κατά πλειοψηφία Μανιάτες. Η μάχη υπήρξε σφοδρή όσο και συ¬γκλονιστική και όλοι σχεδόν οι επαναστάτες έπεσαν νεκροί. Ο Ιωάννης Μαυρομιχάλης, αρχηγός των Μα¬νιατών, πολέμησε ηρωικά και συνελήφθη τραυματισμένος, για να ακολουθήσει πολύχρονη φυλάκιση του. ΄Ασχημο ήταν το παιχνίδι που επιφύλαξε η μοίρα για τον μικρό γιο του Μαυρομιχάλη, τον οποίο ο πατέ¬ρας του πήρε μαζί του στη μάχη, όπως συνήθιζαν οι Μανιάτες. Το παιδί μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινού¬πολη, όπου το εξισλάμισαν δίνοντας του το όνομα Μεχμέτ και, όταν μεγάλωσε, έγινε αξιωματικός του ο¬θωμανικού ναυτικού.

Στις 28 Μαΐου 1770 ακολούθησε νέα ήττα στη Με¬θώνη, όπου οι Ρώσοι είχαν συγκεντρώσει το ολιγάριθ¬μο πεζικό τους, με επικεφαλής τον ίδιο τον Θεόδωρο Ορλώφ. Οι ΄Ελληνες καπετάνιοι δεν μπόρεσαν να συ¬γκρατήσουν τους προελαύνοντες Τουρκαλθανούς. Τουλάχιστον 400 φονεύθηκαν στη μάχη, οι μισοί από τους οποίους ήταν Ρώσοι στρατιώτες, ενώ ο Ορλώφ τραυματίσθηκε.

Στις 6 Ιουνίου οι Ρώσοι επιτελείς αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τον αγώνα, αναχωρώντας με τα καράβια τους από το Ναυαρίνο. Παρά τις ικεσίες των Ελλή¬νων οπλαρχηγών, που έβλεπαν τον πληθυσμό να μέ¬νει ανυπεράσπιστος στο έλεος των Τούρκων, ο Ορλώφ στάθηκε αμετάπειστος. Στην εσπευσμέ¬νη αναχώρηση τους, που προδίκαζε και το μοιραίο τέ¬λος της επανάστασης, οι Ρώσοι δέχθηκαν να πάρουν μαζί τους μόνο κάποιους μητροπολίτες και επισκό¬πους, των οποίων η εκτέλεση θεωρείτο βέβαιη εάν συλλαμβάνονταν από τους Τούρκους.

Το βάρος του δίχως προοπτική πλέον αγώνα, ο οποίος χωρίς τη συνδρομή των Ρώσων ήταν καταδικασμένος σε αποτυχία, σήκωσαν οι Μανιάτες και οι μεγάλες φάρες των κλεφταρματολών της Πελοποννή¬σου, με προεξάρχοντες του Κολοκοτρωναίους. Οι εμπειροπόλεμοι Μανιάτες, αφού επιδόθηκαν σε φθορά κατά των Τούρκων καθυστερώντας την προέλαση τους και δίνοντας μάχες στην Καλαμά και τον Μυστρά, οχυρώθηκαν στις εισόδους της ιδιαίτερης πατρίδας τους. Μεγάλη μάχη δόθηκε στο χωριό Σκούταρι, όπου οι Τουρκαλβανοί του Οσμάν μπέ συνάντησαν την άκαμπτη αντίσταση των Μανιατών Στο όρος Τρικεφάλι συγκεντρώθηκε ο κύριος όγκος των μαχητών της Μάνης, όπου επίσης απέτυχε προωθηθεί ο Οσμάν, με μεγάλες μάλιστα απώλειες. Οι πρώτες αυτές επιτυχίες εξύψωσαν το ηθικό των αμυνομένων. ΄Ετσι, οι έμπειροι και στον νυκτερινό αγώνα Μανιάτες αντεπιτέθηκαν αιφνιδιαστικά και νύ¬κτα στο στρατόπεδο των Τουρκαλβανών. Η σύγχυση που προκλήθηκε μεταξύ των Τουρκαλβανών και η α¬δυναμία τους να συνέλθουν είχε καταστροφικά αποτελέσματα: οι περισσότεροι αξιωματικοί του Οσμάν και εκατοντάδες άνδρες φονεύθηκαν, ενώ όσοι γλύ¬τωσαν από το εκδικητικό μένος των Μανιατών διέφυ¬γαν προς την Καλαμάτα. ΄Ετσι, η Μάνη υπήρξε η μόνη περιοχή που αντιστάθηκε σθεναρά στις εκκαθαριστι¬κές επιχειρήσεις των Τούρκων το 1770, γλυτώνοντας τη βέβαιη καταστροφή.

Μετά την αποτυχία τους να εδραιωθούν στην Πε¬λοπόννησο, οι Ρώσοι μετέφεραν τις επιχειρήσεις α¬ποκλειστικά στη θάλασσα. Στην ηπειρωτική χώρα εί¬χαν μείνει ελεύθερες οι διαχρονικές εστίες εξεγέρ¬σεων, η Μάνη και το Σούλι, όπου τον Μάρτιο του 1772 οι Τούρκοι υπέστησαν βαριά ήττα. Οι Σουλιώτες μάλι¬στα φόνευσαν τον επικεφαλής της εναντίον τους εκστρατείας Σουλεϊμάν, αγά του Μαργαριτίου Θεσπρω¬τίας. Λίγους μήνες νωρίτερα, τον Ιούνιο του 1771, έ¬σβησε η επανάσταση στα Σφακιά και ο αρχηγός Ιωάν¬νης Βλάχος, περισσότερο γνωστός ως Δασκαλογιάννης γδάρθηκε ζωντανός από τους Τούρκους. Οι Ρώσοι, με επικεφαλής του στόλου τους τον Θεόδωρο Ορλώφ, σημείωσαν σημαντικές νίκες στο Αιγαίο, με μεγαλύτερη αυτή στον Τσεσμέ, απέναντι από τη Χίο.

Η οργή του σουλτάνου εκδηλώθηκε με τη διενέρ¬γεια μαζικών σφαγών. Εκατοντάδες ΄Ελληνες εκτελέ¬στηκαν στην Κωνσταντινούπολη και περισσότεροι από 1.000 στη Σμύρνη. Η Λήμνος υπέστη πραγματικό ολοκαύτωμα και αποψιλώθηκε πληθυσμιακά, ενώ ανάμεσα στα θύματα ήταν και ο μητροπολίτης του νησιού Ιωα¬κείμ. Σφαγές σημειώθηκαν και στη γειτονική Λέσβο.

Η πόλη όμως που δοκιμάστηκε όσο καμία ήταν η Λάρισα. Στις 9 Μαρτίου 1770 οι Τούρκοι μπέηδες της πόλης διέταξαν γενική σφαγή, αφού πρώτα έπεισαν εκατοντάδες Τρικαλινούς να έλθουν στη Λάρισα, δή¬θεν ώστε να ορίσουν νέους προεστούς. Την ημέρα ε¬κείνη, όπως ανέφερε παραστατικότατα ιστορική πη¬γή, «οι κάτοικοι φονεύονταν στους δρόμους. Η πόλη γέμισε νεκρούς και οι όχθες του Πηνειού βάφτηκαν με αίμα. ΄Εκτοτε , κάθε ημέρα ετουφέκιζαν 10-12 χρι¬στιανούς. Οι ακμάζοντες από το εμπόριο πλούσιοι Λαρισαίοι εσκοτώθηκαν. Τον μοναδικό ναό της πόλης, τον ΄Αγιο Αχίλλειο, τον εγκρέμισαν».

Εκατοντάδες και στη συνέχεια χιλιάδες υπήρξαν τα θύματα της θηριωδίας των κατακτητών. Σφαγές έ¬γιναν ακόμα στα Τρίκαλα και την υπόλοιπη Θεσσαλία, σε πολλές περιοχές της Στερεάς Ελλάδας και σε ολό¬κληρη την Πελοπόννησο. Η τελευταία ήταν πλέον κατεστραμμένη από άκρη σε άκρη και ολόκληρες περιο¬χές, όπως η Γορτυνία και η Κυνουρία, αποψιλώθηκαν πληθυσμιακά. Ο ελληνισμός της Πελοποννήσου πλή¬ρωσε τον Βαρύτερο φόρο από όλες τις τουρκοκρα¬τούμενες περιοχές. Περισσότεροι από 20.000 Πελοποννήσιοι διέφυγαν ως πρόσφυγες στα Επτάνησα και τις Κυκλάδες, και τουλάχιστον άλλοι τόσοι πουλήθη¬καν ως οκλά6οι στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής και της βόρειας Αφρικής.

Το 1773 οι Τουρκαλβανοί εισέβαλαν στα Τρίκαλα, ανθηρό οικονομικό κέντρο, που αριθμούσε τότε 20.000 κατοίκους. Εκατοντάδες Τρικαλινοί φονεύθη¬καν, ενώ οι λεηλασίες και οι σφαγές επεκτάθηκαν και σε κωμοπόλεις, όπως τον Τύρναβο, την Αγια και τη Ραψάνη.

Οι συμμορίες των άτακτων Τουρκαλβανών που περιέτρεχαν τη Θεσσαλία μετά το 1770 απολάμβαναν σαφώς της ενίσχυσης του Αλή πασά. Η περιοχή τε¬λούσε έτσι επί σειρά ετών υπό καθεστώς τρόμου, ενώ ο ίδιος ο Αλή έστελνε προκρίτους και δημογέροντες στην Κωνσταντινούπολη για να παραπονούνται, ώστε ο σουλτάνος να επιτρέψει επέμβαση του από τα Ιωάννινα. Χρόνια μετά, το 1786, ο ίδιος ο Αλή εισέβα¬λε στην πεδινή Θεσσαλία με 4.000 άνδρες ως «ελευ¬θερωτής» της, Κατήργησε τις παλαιές φεουδαρχικές σχέσεις, διώκοντας τους Τούρκους μπέηδες και αφαι¬ρώντας τα τσιφλίκια τους, τα οποία οικειοποιήθηκε. Στη Θεσσαλική πεδιάδα ο Αλή πασάς οργάνωσε έναν δικό του διοικητικό μηχανισμό, με άτομα που απολάμ¬βαναν της εμπιστοσύνης του. Ανακήρυξε τον εαυτό του κληρονόμο όσων πέθαιναν χωρίς αρσενικούς α¬πογόνους. Με αυθαιρεσίες και μηχανορραφίες το 1793 ο Αλή βρέθηκε να κατέχει "νόμιμα» 312 τσιφλί¬κια στη Θεσσαλία και την Πιερρία.

΄Οτι στη διάρκεια της περιόδου αυτής ο Αλή πα¬σάς επέφερε δυνατά κτυπήματα σε βάρος των κλεφταρματολών ήταν αναμφισβήτητο. Οι δυνάμεις ό¬μως του υπόδουλου Ελληνισμού και μάλιστα των ένο¬πλων αγωνιστών ήταν ανεξάντλητες. Αυτό το όφειλαν κυρίως στην υποστήριξη του απλού λαού. "Οι Λαζαίοι», έγραψε χαρακτηριστική πηγή, «είχαν τον σεβα¬σμό όλων, ενώ τον Βλαχοθόδωρο που συνεργαζόταν με τους Τουρκαλβανούς, τον εμισούσε ο κόσμος ό¬λος». Επιπλέον, στη Θεσσαλία διατηρήθηκαν εστίες αντίστασης, που δεν υποτάχθηκαν. Επανειλημμένα δοκίμασαν οι τουρκαλβανικές ορδές να προωθηθούν στα πλούσια χωριά του Κισσάβου, τα οποία προστά¬τευαν όμως αποτελεσματικά εντόπιοι ΄Ελληνες. Τα Αμπελάκια, ένα χωριό που πραγματικά ευημερούσε, έγιναν δύο φορές στόχος. Γάλλος περιηγητής που τα επισκέφθηκε, έγραψε τα παρακάτω: «Η σκλαβιά που μόλυνε τα από τον Πηνειό διαβρεχόμενα πεδία, δεν ανέβηκε ποτέ στους λόφους επί των οποίων υψούνται τα Αμπελάκια. Τούρκος δεν μπόρεσε να κατοική¬σει και να ζήσει μεταξύ των Αμπελακιωτών. Δύο φο¬ρές οι άγριοι μουσουλμάνοι της Λάρισας επιχείρη¬σαν να εκβάλουν, με σκοπό την λεηλασία. Αλλά και τις δύο αποκρούσΘηκαν από άνδρες, που είχαν αφή¬σει από καιρό την ειρηνική ζωή και έπιασαν τα όπλα».

Οι λεηλασίες όμως, οι καταστροφές και οι πάσης φύσεως θηριωδίες συνεχίστηκαν για χρόνια. Ο δια¬βόητος Τουρκαλβανός Ντελί Αχμέτ τρομοκρατούσε τα χωριά της Θεσσαλίας μετά το 1780, ενώ τοπικοί Οθωμανοί αξιωματούχοι αυθαιρετούσαν σε βάρος των ραγιάδων, δίχως να υπόκεινται σε κανέναν έλεγ¬χο από την κεντρική εξουσία. Ομοίως τυραννική ήταν και η συμπεριφορά άλλων Τούρκων, με πιο χαρακτηρι¬στική την περίπτωση του διοικητή της Αθήνας Χατζή Αλή. Ιδιαίτερα δοκιμάστηκε από τους άτακτους Τουρ-καλβανούς μετά την αποτυχία της επανάστασης η δυ¬τική Μακεδονία. Η περιοχή ανάμεσα στα Γρεβενά κοι την Κορυτσά πέρασε κυριολεκτικά από φωτιά και τσε¬κούρι. Η ανθηρή πνευματικά και οικονομικά Μοσχόπολη, πολιτιστικό κέντρο του εκεί Ελληνισμού, λεη¬λατήθηκε και καταστράφηκε. Δεκάδες χωριά, όπως η Γράμμουστα, η Νίτσα, το Λινοτόπι και η Νικολίτσα, εί¬χαν την ίδια τύχη. Χιλιάδες άμαχοι μετακινήθηκαν στα ορεινά του Γράμμου ή στα αστικά κέντρα: Καστο¬ριά, Κοζάνη, Χρούπιστα (Αργός Ορεστικό).

΄Οσο για την Πελοπόννησο, συνέχισε να υποφέρει τα πάνδεινα και για τα επόμενα χρόνια, αφού οι Τουρκαλβανοί άτακτοι, εντελώς ανεξέλεγκτοι από την ο¬θωμανική διοίκηση, συνέχισαν να περιφέρονται στην ύπαιθρο και να λεηλατούν. ΄Ετσι, η Υψηλή Πύλη βρέ¬θηκε ενώπιον ενός προβλήματος που δεν είχε υπολο¬γίσει αρχικά. Οι Τουρκαλβανοί, τους οποίους ο ίδιος ο σουλτάνος χρησιμοποίησε για να καταπνίξει την επανάσταση των Ελλήνων, συνιστούσαν τώρα μία απεί¬θαρχη πλην υπολογίσιμη δύναμη, που δρούσε ανεξέ¬λεγκτα, σε βάρος της ανασύνταξης του τόπου.

΄Ετσι, ο σουλτάνος αποφάσισε τη βίαιη εκδίωξη των Τουρκαλβανών από την Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα και την αντικατάσταση τους από μονάδες του τακτικού Οθωμανικού Στρατού. Προς τούτο ε¬στάλη στην περιοχή ο ναύαρχος Χασάν Τζεζαερλί Μαντάλογλου, ο οποίος τον Μάιο του 1779 διέβη τον Ισθμό, ενώ την ίδια στιγμή ο οθωμανικός στόλος προ¬σέγγιζε το Ναύπλιο. Οι κλέφτες και οι παλαιοί αρμα¬τολοί της Πελοποννήσου, που το 1770 εξεγέρθηκαν και πολέμησαν κατά των Τούρκων, συμμάχησαν τώρα μαζί τους, προκειμένου να απαλλαγεί η Πελοπόννη¬σος από τη μάστιγα της τυραννικής αλ6ανοκρατίας.

Στα γεγονότα αυτά, που σημάδεψαν ως επίλογος την επανάσταση του 1770, δοξάστηκε ο Κωνσταντής Κολοκοτρώνης, πατέρας του Θεοδώρου, για τον ο¬ποίο θα γίνει λόγος αναλυτικά. Γεννήθηκε το 1740 και διαδέχθηκε τον πατέρα του Ιωάννη, αναδεικνυόμε¬νος ως ηγέτης των Κολοκοτρωναίων Νυμφεύθηκε τη Ζαμπέτα Κοτσάκη, από την Αλωνίσταινα της Αρκα¬δίας. Στη σκιά της μεγάλης επανάστασης του 1770, ενώ η Πελοπόννησος φλεγόταν, η Ζαμπέτα γέννηοε υπό μυθιστορηματικές συνθήκες τον Θεόδωρο. Ηταν αυγή Δευτέρας, 3 Απριλίου 1770, σε ένα όρος της Μεσσηνίας, γνωστό ως Ραμοβούνι. Εκεί, ενώ μαινό¬ταν η σφαγή και ο κατατρεγμός, ενώ η Πελοπόννησος φλεγόταν από άκρη σε άκρη, γεννήθηκε ο Θεόδωρος, Ο λόγος στον Σπύρο Μελά και όσα έγραψε στο έργο του «Ο γέρος του Μωρηά»: «Γενική έξοδος του πληθυσμού στα δάση και τα 'ά. Την ημέρα κρυβόντουσσν, την νύχτα σαν τα αγρίμια περπατούσαν από μονοπάτια και γιδόστρατες, τσάκιζαν λόγγους, περνούσαν ποτάμια και γλιστρού¬σαν από γκρεμούς. Δευτέρα της Λαμπρής, 1770, η καπεήνισσα γέννησε, σε μια πλαγιά, το Ραμοβούνι. τον θυμαρομυρισμένο αέρα του βουνού πήρε την πρώτη ανάσα ο Θόδωρος, οι φλόγες της Τρίπολης ήταν το πρώτο φως που αντίκρυσε. Η βουή των αρμάτων ήταν νανούρισμα του, τα κλάματα και οι κατάρες για τον Τούρκο ό,τι πρωτάγγιξε τα αυτιά του»

΄Ηταν οι ώρες που ο Κωνσταντής Κολοκοτρώνης και η οικογένεια του προσπαθούσαν να διαφύγουν ατό την οργή των Τουρκαλβανών, που πλημμύρισαν την Πελοπόννησο σφάζοντας και πυρπολώντας. Χιλιάδες άμαχοι ανέβηκαν στα όρη για να γλυτώσουν και περιφέρονταν σαν αγρίμια. ΄Αλλοι, οι πιο τυχεροί, κατάφεραν να φθάσουν στα Επτάνησα.

Στα επόμενα χρόνια, ενώ συνέχισαν οι Τουρκαλβανοί να καταστρέφουν ό,τι έβρισκαν στο πέρασμα τους, ο Κωνσταντής Κολοκοτρώνης επέλεξε προς δράση την ορεινή Κορινθία, αφού πρώτα διασφάλισε την οικογένεια του. Με δικό του σώμα εξόντωσε τους διαβόητους Τουρκαλ6ανούς Βέιζο και Μπεκιάρη, λυ¬τρώνοντας τους εντόπιους από την τυραννία τους. Στο τέλος της δεκαετίας του 1770, όταν η Υψηλή Πύ¬λη αποφάσισε να εξοντώσει την τουρκαλ6ανική λαί¬λαπα, που δρούσε πλέον ανεξέλεγκτη, κάλεσε τους παλαιούς αρματολούς και κλέφτες να συμπράξουν, με αντάλλαγμα τη χορήγηση αμνηστίας. Οι περισσότεροι καπετάνιοι δέχθηκαν, ώστε να απαλλαγεί η Πε¬λοπόννησος από τη δεκαετή τουρκαλΒανική μάστιγα. 0 Κωνσταντής Κολοκοτρώνης δέχθηκε να συνερ¬γαστεί μόνο επί ισότιμης βάσης, δίχως να προσκυνή¬σει. 0 λόγος στον ίδιο τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ό¬πως τα διηγήθηκε:

«Το 1779 ήλθεν ο καπετύμπεης (Χασάν Τζεζαερλί),έστιειλεν εις όλην την Πελοπόννηοον μπουγιουρτί (προσκυνοχάρτι) και επήγαν στους Μύλους και τον επροσκύνησαν. Εις τον πατέρα μου έστειλε χωριστά στό μπούγιουρντί... μα εκείνος αποκρίθηκε: «Δεν εί¬ναι καιρός να έλθω να προσκυνήσω».

Απολάμβανε ήδη μεγάλης φήμης και η παρουσία του προκαλούσε τρόμο στους αντιπάλους, ιδίως μετά την εξόντωση του διαβόητου Τουρκαλβανού Μετς- Αράπη, ο Κωνσταντής Κολοκοτρώνης τού έστησε ενέδρα στον ΄Αγιο Γεώργιο Κορινθίας, φονεύοντας τον ίδιο και τους 62 άνδρες του. Εξασφάλισε τότε την εύινοια του ισχυρού τοπάρχη της Κορίνθου Χαμίλ μπέη, ο οποίος του έδωσε μεγάλη αμοιβή. Το σημαντικότε¬ρο όμως κατόρθωμα του Κωνσταντή Κολοκοτρώνη έγινε στη μάχη της Τριπολιτσάς, τον Ιούλιο του 1779. ο Χασάν Τζεζαερλί, για τον οποίο έγινε λόγος προηγουμένως, πρότεινε εκ μέρους του σουλτάνου την ειρηνική αποχώρηση των Τουρκαλβανών άτακτων από την Τριπολιτσά, Αυτοί όμως αρνήθηκαν κάθε συνδιαλλαγή. Οχυρώθηκαν στην πόλη αποφασισμένοι για όλα. Επρόκειτο για σκληρούς, αιμοδιψείς πολεμιστές από τη φυλή των Μπεκιάρηδων. Αποστολή του ελληνικού σώματος ήταν η εξόντωση όσων Τουρκαλβανών επι¬χειρούσαν έξοδο από την Τριπολιτσά. Προς τούτο ο Κωνοταντής Κολοκοτρώνης και 1.000 περίπου άνδρες του έλαβαν θέσεις μάχης στα Τρίκορφα, όπου και έστησαν ταμπούρια. Οι δυνάμεις του Χασάν Τζεζαερλί ανέλαβαν το Βάρος της εφόδου κατά της Τριπολιτσάς. Οι εμπειροπόλεμοι «σπαχήδες» (ιππείς) του τακτικού Οθωμανικού Στρατού επιτέθηκαν μετωπικά , κατά των Τουρκαλβανών, ενώ η πλάστιγγα έγειρε λόγω της αποφασιστικής παρέμβασης του Κωνσταντή Κολοκοτρώνη, που με τους άνδρες του αποδεκάτισε τους Μπεκιάρηδες. Από τους 12.000 Τουρκαλβανούς επέζησαν μόνο 700, και ο Κολοκοτρώνης έστησε μία γιγαντιαία πυραμίδα από τα αποκομμένα κεφάλια τους στην είσοδο της Τριπολιτσάς. Μετά την εξάλειψη της τυραννίας των Τουρκαλβανών, ο Χασάν Τζεζαερλί προσπάθησε να ανασυνταχθεί στην καθημαγμένη Πελοπόννησο, αναδιοργάνωσε τα αρματολίκια και ζήτησε τη συνεργασία των οπλαρχηγών, προσφέροντας αμνηστία με αντάλλαγμα να «προσκυνήσουν». Δύο αρνήθηκαν και συνέχισαν τον αγώνα, θέλοντας να παραμείνουν αδέσμευτοι και ανυπότακτοι: ο Κωνσταντής Κολοκοτρώνης και ο αδελφικός του φίλος Παναγιώταρος Βενετσανάκης. Ο λόγος και πάλι στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, μέσα από τη "Διήγηση των συμβάντων της ελληνικής φυλής»:

«Το 1780εκατέβηκε ο ίδιος ο καπετάμπεης και χάλασε τον πατέρα μου και τον Παναγιώταρο Βενετσανάκη.. Ο Παναγιώταρος ήταν γίγαντας, νέος, μαύρα μαλλιά, σόι άνθρωπος, 37-38 χρόνων. Ο Κωνσταντής Κολο¬κοτρώνης ήταν μελαμψότερος, μονοκόκκαλος. Δυνα¬τός, γρήγορος, 33 χρόνων, μαυρομμάτης, λιγνός».

Το καλοκαίρι του 1780 ο Χασάν Τζεζαερλί αποβι¬βάστηκε στο Γύθειο, επικεφαλής στρατιωτικής δύνα¬μης 6.000 ανδρών. Οι Κολοκοτρωναίοι οχυρώθηκαν στο χωριό Καστάνιτσα της Μάνης, έσχατο προπύργιο αντίστασης της μεγάλης επανάστασης που ξεκίνησε το 1770. Η τελευταία παραγγελία του Χασάν Τζεζαερ¬λί ήταν να παραδοθούν άνευ όρων. Η απάντηση του Κωνσταντή Κολοκοτρώνη υπήρξε αμιγώς ελληνική, σαν να ερχόταν από τα Βάθη των αιώνων, επαναλαμ¬βάνοντας τον Λεωνίδα και τις Θερμοπύλες: «Δεν προσκυνούμε, Θέλουμε πόλεμο. Κι όποιος ζήσει». Ο Κωνσταντής Κολοκοτρώνης, μαζί με τον αδελφοποιτό του Παναγιώταρο Βενετσανάκη, κλείστηκαν στους πύργους τους, μαζί με άλλους αγωνιστές. Οι έγκλει¬στοι ήταν σχεδόν 300 άνθρωποι, πολλοί από τους ο¬ποίους γυναικόπαιδα. Στις 10 Ιουλίου 1780 άρχισε η πολιορκία. Επί 12 ημερονύκτια οι Τούρκοι επιχειρού¬σαν με αλλεπάλληλες εφόδους να καταλάβουν τα πυργόσπιτα. Η άμυνα των Κολοκοτρωναίων και των Βενετσανάκηδων υπήρξε πραγματικά απαράμιλλη. ΄Οταν τα πολεμοφόδια τελείωσαν, επιχείρησαν έξοδο απελπισίας μέσα στη νύκτα. Με τα σπαθιά στα χέρια και τα γυναικόπαιδα στη μέση προσπάθησαν να διαρ¬ρήξουν τον θανάσιμο κλοιό, καταπονημένοι από την πολυήμερη αντίσταση που προέβαλλαν, αποφασισμέ¬νοι όμως να διαφύγουν ελεύθεροι ή να πέσουν μαχό¬μενοι.

Η έξοδος υπήρξε τραγική ως προς την εξέλιξη της. Ο Παναγιώταρος Βενετσανάκης συνελήφθη ζω¬ντανός και κατακρεουργήθηκε. Ο γέρος πατέρας του, που έμεινε να υπερασπιστεί μέχρι εσχάτων τον πύργο των Βενετσανάκηδων, αφού βασανίστηκε φρι¬κτά, ξεψύχησε όταν οι Τούρκοι τον ακρωτηρίασαν, α¬ποκόπτοντας του με τσεκούρια τα χέρια και τα πόδια. Ο Γιώργης Κολοκοτρώνης, αδελφός του Κωνσταντή, έπεσε μαχόμενος, όταν τον κύκλωσαν πολυάριθμοι Τούρκοι. Ο άλλος αδελφός, ο Αποστόλης, τραυματί¬στηκε βαριά και αυτοκτόνησε για να μη συλληφθεί. Ο Κωνσταντής Κολοκοτρώνης πάλεψε να ανοίξει δρόμο κτυπώντας με το σπαθί και εξολοθρεύοντας στο πέ¬ρασμα του όποιον έβρισκε. Πληγώθηκε, όμως, στο χέ¬ρι από το γιαταγάνι κάποιου Τούρκου, αδυνατώντας να χρησιμοποιήσει πλέον το σπαθί του. Το τέλος του υπήρξε φρικτό: τραυματισμένο και άοπλο τον εντόπι¬σαν και τον στραγγάλισαν. Αμέσως μετά τον αποκε¬φάλισαν.

Στην καταστροφή της Καστάνιτσας εξολοθρεύτη¬κε η γενεά των Κολοκοτρωναίων. Από τα τέσσερα α¬δέλφια, τον Κωνσταντή, τον Γιώργη, τον Αποστόλη και τον Αναγνώστη, επέζησε μόνο ο τελευταίος. Αργό¬τερα συνελήφθη και αυτός, στο Λεοντάρι της Αρκα¬δίας και οι Τούρκοι τον αποκεφάλισαν. Ο δεκάχρονος τότε Θεόδωρος με τη μητέρα του Ζαμπέτα κατάφε¬ραν να διαφύγουν χάρη στην αυτοθυσία των Γορτύ-νιων κλεφτών, που τους προστάτευσαν. Τρία χρόνια μετά τα δραματικά γεγονότα της Καστάνιτσαςτο 1783. προέβησαν σε εκταφή του Κωνσταντή Κολο¬κοτρώνη και τον αναγνώρισαν, οπό ουλή στο δάκτυλο του χεριού που είχε προκαλέσει τουρκικό σπαθί. Τον έθαψαν με επισημότητα στο χωριό Μηλιά.

Ο ίδιος ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης διατήρησε Βαθιά χαραγμένες μέσα του τις τραγικές εικόνες, Αργότερα περιέγραψε με λεπτομέρειες τον πατέρα του, όπως εκείνος είχε αποτυπωθεί στην παιδική του μνήμη: άνδρας μελαμψός, μέτριος στο ύψος, δυνα¬τός και ρωμαλέος. Τα δραματικά γεγονότα στην Καστάνιτσα και η εξολόθρευση των Κολοκοτρωναίων, ή¬ταν ο επίλογος μίας δεκαετίας αίματος και θυσιών.

Η τραγική για τον Ελληνισμό κατάληξη της επα¬νάστασης του 1770 κατέδειξε ότι οι Ρώσοι, όπως και οι Βενετοί τους προηγούμενους αιώνες, κινούντο από δικά τους γεωστρατηγικά συμφέροντα. Οι επιδιώξεις τους, όπως πιστοποιήθηκε με τη δράση των αδελφών Ορλώφ, απέβλεπαν στη δημιουργία προβλημάτων στα "μετόπισθεν» της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ώστε να διευκολυνθούν οι επιχειρήσεις τους στο κύριο μέτωπο. Είναι ρεαλιστική εκτίμηση, λοιπόν, επανάσταση του 1770 επέφερε δεινά και καταστριφές στον ηπειρωτικό ελλαδικό χώρο. Από τη πόλη, τα Γρεβενά και την Ελασσόνα, που καταστράφηκαν. μέχρι τη Μάνη και τη Μεσσηνία, άτακτα Τουρκαλβανικά στίφη διέτρεχαν την ύπαιθρο καίγονται λεηλατώντας και φονεύοντας. Η συνθήκη του Κιτσούκ Καϊναρτζή, που υπεγράφη στις 21 Ιουλίου 17 τερμάτισε τον πόλεμο μεταξύ Μόσχας και Κωνστανινούπολης, σβήνοντας και τις τελευταίες ελπίδες των ραγιάδων.

Η επανάσταση του 1770, ασχέτως προς την έκτασή της, είχε μία πρόσθετη, υπέρ όμως των συμφερόντων του υπόδουλου γένους, συνέπεια: επέφερε οριστική διάρρηξη των όποιων σχέσεων διατηρούν μεταξύ αρματολών και Τούρκων. Η μαζική τους ου| μετοχή στην επανάσταση, ώθησε την Υψηλή στη διακοπή κάθε συνεργασίας μαζί τους, αφού ΄Ελληνες αρματολοί αντιπροσώπευαν μόνιμη και ανοικτή απειλή. ΄Ετσι, μετά την κατάπνιξη της επανάστασης του 1770 και έως το 1821, η Υψηλή Πύλη στρατολόγησε Τουρκαλβανούς άτακτους και προσπάθησε να τους οργανώσει, ώστε να αναλάβουν αυτοί τα αρματολίκια. Σε άλλες περιπτώσεις επιχειρήθηκε από τους Τούρκους η ανάληψη των σχετικών καθηκόντων και η φύλαξη στρατηγικών σημείων με δικές τους δυνάμεις. Οι δυνάμεις του Ελληνισμού όμως αποδείχθησαν ανεξάντλητες.

Σύντομα η αντίσταση των υποδούλων αναγεννήθηκε μέσα από τις στάκτες της καταστροφής του 1770 και όσων ακολούθησαν. Στο τέλος του 18ου αιώνα τα βουνά της σκλαβωμένης ελληνικής γης είχαν καταληφθεί εκ νέου από ανυπότακτους κλέφτες και αρματολούς, με τους δύο θεσμούς να έχουν πια ταυτιστεί. Η περίοδος αυτή, από το 1788 και εξής, χαρακτηρίστηκε πότη λαμπρή δράση του Λάμπρου Κατσώνη στο Αιγαίο και την ανελέητη σύγκρουση ανάμεσα στον Αλή πασά των Ιωαννίνων και τους Σουλιώτες.

Στα χρόνια αυτά και περί το 1790 γνωστοί για τη (δράση τους αρματολοί υπήρξαν οι Θανάσης Μπουκουβάλας, στα Αγραφα, Χρήστος Κατσικογιάννης, στο Ξηρόμερο, οι Λαζαίοι, στον Ασπροπόταμο και άλ¬λοι πολλοί. Χρόνια νωρίτερα, περί το 1775, το αρματο¬λίκι του Ασπροποτάμου εξουσίαζε ο περίφημος καπε¬τάνιος Λάπας. Το ένοπλο σώμα του, το οποίο αριθ¬μούσε 150 άνδρες, δρούσε αυτόνομα, πολεμώντας τους Τούρκους και κρατώντας το αρματολίκι «απροσκύνητο». Τελικά, στο όρος Κόζιακας οι Τούρκοι κύ¬κλωσαν τον Λάπα και τον εξόντωσαν, σε μάχη όπου φονεύθηκαν και οι περισσότεροι άνδρες του.
Το 1794, με επικεφαλής τον διαβόητο Γιουσούφ Αράπη, οι Τούρκοι εξαπέλυσαν εκ νέου εκκαθαριστι¬κές επιχειρήσεις μικρής όμως αποτελεσματικότητας στα ΄Αγραφα, όπου είχαν καταφύγει εκατοντάδες κλέ¬φτες, καθώς και παλαιοί αρματολοί. Ανάμεσα τους ή¬ταν ο Γιάννος Ράγκος, ο Γιώργος Μπακόλας, ο Ανδρέ¬ας ΄Ισκος και ο περίφημος Κατσαντώνης. Κλέφτες και αρματολοί, παρά την καταστροφή του 1770, συνέχισαν να μάχονται παντού τον κατακτητή, κρατώντας ά¬σβεστη την ελπίδα και τη σπίθα της ελευθερίας

_________________
Ει Κύριος μεθ ημών, ουδείς καθ ημών

Ω ξήν, αγγέλεις Λακεδαιμονίοις, ότι τήδε κείμεθα, τοις κείνων ρήμασι (αεί) πειθόμενοι!


Top
 Profile  
 
 Post subject: Re: ΑΡΜΑΤΩΛΟΙ ΚΑΙ ΚΛΕΦΤΕΣ
Unread postPosted: 19 Mar 2010, 13:03 
Forum Legend
Forum Legend

Joined: 30 Oct 2007, 09:47
Posts: 1331
Location: Εδεσσα
Has thanked: 0 time
Have thanks: 5 time
Highscores: 19
Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ
ΤΟΥ ΝΙΚΟΤΣΑΡΑ ΚΑΙ ΘΥΜΙΟΥ ΒΛΑΧΑΒΑ

Οι Τσιαραίοι υπήρξαν μία από τις μεγαλύτερες και πλέον ονομαστές αρματολικές οικογένειες του Ολύ¬μπου. Ο Νίκος Τσιάρας, που πέρασε στον θρύλο και την Ιστορία ως Νικοτσάρας, αναδείχθηκε ο κορυφαί¬ος καπετάνιος και οπλαρχηγός από αυτή τη φάρα πο¬λεμιστών.

Τον ανέθρεψαν οι Λαζαίοι, όταν οι Τούρκοι εξό¬ντωσαν τον πατέρα του, Πάνο Τσιάρα. Μικρό παιδί, ο Νικοτσάρας έζησε στο ιστορικό μοναστήρι της Αγίας Τριάδος, όπου διδάχθηκε γραφή και ανάγνωση από τον αρχιμανδρίτη ΄Ανθιμο. Με τις δεξιότητες του στα πολεμικά, το θάρρος και την ανδρεία του, η εξέλιξη ήλθε περίπου νομοτελειακά: ανέλαβε το αρματολίκι του Ολύμπου, αρνούμενος συνδιαλλαγές, είτε με τους Τούρκους, είτε με τον Αλή πασά και τους Τουρ-καλβανούς.

Ας δούμε πώς αποτυπώθηκε συμπυκνωμένα η' δράση του Νικοτσάρα σε πολύ μεταγενέστερο κείμε¬νο, του 1902: «Συγκροτήοας μέγα αρματολικόν σώμα, διέδραμε κατά πάσας τας διευθύνσεις την Θεσσαλίαν, για να εκδικηθεί τον αχρείον Αλή πασά. Διά πρωτάκουστον τρόπον τόλμης και επιδεξιότητος, κατέστρεψε παν το οθωμανικόν και κατακερμάτισε τους οπαδούς του σατράπη».

΄Οταν, στο τέλος του 18ου αιώνα, ο Αλή πασάς ε¬πέφερε δυνατά κτυπήματα κατά των Θεσσαλών αρ¬ματολών, οι τελευταίοι βρέθηκαν σε εξαιρετικά δύσκολη θέση. Οι ένοπλοι του Ολύμπου κατέφυγαν τό¬τε στη Σκιάθο και τη Σκόπελο, περίπου 700 άνδρες. Μερίμνησαν και μετέφεραν πρώτα τις οικογένειες τους στην Κασσάνδρα της Χαλκιδικής, ώστε να μη τις αφήσουν έκθετες στα αντίποινα του Αλή πασά. Εκεί στις αδούλωτες Σποράδες, οι στεριανοί οπλαρχηγοί εξοικειώθηκαν με τον θαλάσσιο αγώνα. Με παραστάτες τους Γιάννη Σταθά, Νικοτσάρα και Ρομφέη αξιοποίησαν το ναυτικό που διέθεταν η Σκιάθος και η Σκόπελος. Ο «μαύρος στόλος», όπως χαρακτηριστικά ονομάστηκε από το χρώμα των καραβιών, έγινε θρύλος για τους σκλαβωμένους ΄Ελληνες και τρόμος τους Τούρκους. Το 1806 ο καταδρομικός στόλος 'οπλαρχηγών αυτών ανήλθε σε 70 πλοία. Πολλά από αυτά έφεραν το όνομα παλαιών αρματολικιών, επέφεραν δε ισχυρά πλήγματα κατά των Τούρκων, τόσο στο Αιγαίο όσο και στα παράλια της Χαλκιδικής, της Πιερίας και της Θεσσαλίας. Ο λόγος και πάλι για τον Νικοτσάρα, από ιστορική πηγή: «Καταρτίσας εν Πλαταμώνα πειρατικό στολίσκο, μετεμορφώθη εις φοβερό καταδρομέα, ποιούμενος τρομερός επιδρομέας. ΄Εχων δε ορμητήρια την Σκιάθο και την Σκόπελο, σπανίως και μέχρις αυτού του Ελλησπόντου οδηγούσε τα φοβερά του καταδρομικά».

Η δράση του Νικοτσάρα κορυφώθηκε το 1807. Ιούνιο του έτους αυτού συναντήθηκε στην Τένεδο τον Ρώσο ναύαρχο Σενιάβιν. Από κοινού σχεδίασε μια εξαιρετικά δύσκολη επιχείρηση: να διασχίσει ο Νικοτσάρας και οι άνδρες του τη Μακεδονία και Βουλγαρία, μέχρι να συναντήσει τις ρωσικές δυνάμεις που επιχειρούσαν στη Βλαχία κατά των Τούρκων, στόχος ήταν να προκαλέσουν εξέγερση των χωρικών να δημιουργήσουν νέα μέτωπα κατά των Τούρκων ριψοκίνδυνη αυτή επιχείρηση, σε περιοχές όποιες έδρευαν ισχυρές δυνάμεις του Οθωμανικού Στρατού και κατοικούσαν συμπαγείς μουσουλμανικοί πληθυσμοί, δύσκολα θα είχε επιτυχή έκβαση. Ο Σενιάβιν ενθάρ¬ρυνε τον Νικοτσάρα, υπογραμμίζοντας του ότι ο ρω¬σικός στόλος θα παρέπλεε στα παράλια της ανατολι¬κής Μακεδονίας προς αντιπερισπασμό, στην εσχάτη δε ανάγκη για να παραλάβει τους επαναστάτες, εάν οι επιχειρήσεις λάμβαναν αρνητική εξέλιξη.

Μετά από αυτά ο Νικοτσάρας έφθασε στη Φθιώτι¬δα, στα παράλια της οποίας συγκέντρωσε 250 άνδρες. Κατευθύνθηκαν στη Σκόπελο, όπου ενισχύθηκαν με Θεσσαλούς και Μακεδόνες. Η συνολική δύναμη του Νικοτσάρα ανήλθε σε 550 άνδρες, τον Ιούνιο του 1807. Στις 23 Ιουλίου αναχώρησαν από τη Σκόπελο και αποβιβάστηκαν στα παράλια της Κατερίνης. Με τα¬χεία πορεία διέβησαν τον Αλιάκμονα και τον Αξιό και νίκησαν τα τουρκικά στρατεύματα που στάλθηκαν ε¬ναντίον τους, στα όρη της Κερκίνης. Οι πρώτες δυ¬σκολίες όμως εμφανίστηκαν, κυρίως στον ανεφοδια¬σμό του πολυάριθμου σώματος. Επιπλέον, όσο κινούντο προς Βορρά, αντιμετώπιζαν την εχθρότητα των πυκνών μουσουλμανικών πληθυσμών της περιοχής.

Ο Νικοτσάρας και οι άνδρες του πέρασαν από τον Λαγκαδά και τον Σταυρό και προχώρησαν βορειοανα¬τολικά, με κατεύθυνση τις διαβάσεις του Νευροκοπίου και του Μελένικου, αφού πρώτα διέβησαν τον Στρυμόνα. Στα χωριά της πεδιάδας των Σερρών. ό¬μως, τους σταμάτησαν ισχυρές τακτικές δυνάμεις του Οθωμανικού Στρατού. Από την πόλη των Σερρών κινήθηκαν εναντίον των Ελλήνων 5.000 Τούρκοι, με ε¬πικεφαλής τον Ισμαήλ μπέη. 3.000 επιπλέον εκκίνη¬σαν από τη Δράμα. Το ελληνικό σώμα κυκλώθηκε και το αποτέλεσμα της μάχης που ακολούθησε ήταν προ¬διαγεγραμμένο. Ο Νικοτσάρας και οι άνδρες του διενήργησαν νυκτερινή έφοδο, επιχειρώντας να διασπά¬σουν τον κλοιό των Τούρκων, κοντά στη Ζίχνη. Εκεί έ¬πεσαν οι περισσότεροι και μόνο 70 κατάφεραν να α¬πεγκλωβιστούν. Με τον ηρωικό Νικοτσάρα να μάχεται και να τους εμψυχώνει, συνεχώς διωκόμενοι από τους Τούρκους, αυτοί οι λίγοι διέφυγαν από τον κλοιό.

Η αποδεκατισμένη ελληνική δύναμη έφθασε στον Στρυμονικό κόλπο, αναζητώντας τα ρωσικά πλοία. Κοντά στο Πράβι (σημερινή Ελευθερούπολη) συνάντησαν ισχυρή τουρκική δύναμη, την οποία ανέτρεψαν. Ο ίδιος ο Νικοτσάρας, με το σπαθί στο χέρι, ε¬φόρμησε πρώτος, δίνοντας το παράδειγμα. Μετά από επίπονη πορεία επί της κορυφογραμμής του Παγγαί¬ου, οι ΄Ελληνες κατήλθαν στον κόλπο του Ορφανού, αναζητώντας τα πλοία της σωτηρίας, που όμως δεν υ¬πήρχαν πουθενά. Τις δραματικές στιγμές διέσωσε δη¬μοτικό τραγούδι της περιοχής, που περιέγραψε γλα¬φυρά τα γεγονότα:

«Ο Νικοτοάρας πολεμά,
με τρία βιλαέτια,
την Ζίχνη και το Χόντακα,
το έρημο το Πράβι.
Τρεις μέρες κάνει πόλεμο,
Τρεις μέρες και τρεις νύχτες.
Χιόνι έτρωγαν, χιόνι έπιναν
και την φωτιά βαστούσαν.
Τον δρόμο πήραν ούνταχα
κι έφθασαν στο γιοφύρι,
κι ο Νίκος με σπαθί βαρύ,
την άλυσό του κόβει.
Φεύγουν οι Τούρκοι σαν τραγιά,
πίσω το Πράβι αφήνουν»

Η περιπετειώδης όσο και ηρωική αυτή πορεία του Νικοτσάρα στην ανατολική Μακεδονία έλαβε τέλος κατ' αυτό τον τρόπο. Σχεδόν 400 παλληκάρια έπεσαν στην εποποιία αυτή, ενώ όσοι πολεμιστές επέζησαν, διέφυγαν στο ΄Αγιον Ορος. Από εκεί δια θαλάσσης κα¬τέληξαν στα παράλια της Πιερρίας. Στις αρχές Ιουλί¬ου του 1807, σε νέα σύγκρουση με τους Τούρκους στο Λιτόχωρο, ο Νικοτσάρας φονεύθηκε. ΄Ετσι τελείω¬σε η δράση ενός από τους ενδοξότερους καπετάνι¬ους στα τελευταία προεπαναστατικά χρόνια. Οι συνα¬γωνιστές του μετάφεραν τον νεκρό αρχηγό στη Σκιάθο, όπου και τάφηκε με όλες τις τιμές.

Πολύ γνωστός, για πολλούς ο πλέον φημισμένος Θεσσαλός καπετάνιος της ίδιας περιόδου, υπήρξε ο Θύμιος Βλαχάβας. Γιος του παλιού αρματολού Αθα¬νάσιου Βλαχάβα, ο Θύμιος γεννήθηκε το 1770 στο χω¬ριό Σμόλια των Χασίων. Αρχικά επέδειξε κλίση προς τα θρησκευτικά και το ράσο, για τούτο και χειροτονή¬θηκε ιερέας. Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο συχνά τον προσφωνούσαν «παπα-Θύμιο». ΄Οταν ο πα τέρας του πέθανε, ο Θύμιος Βλαχάβας ανέλαβε το ε κτεταμένης έκτασης αρματολίκι των Χασίων, το ποίο περιελάμβανε όλη τη μεταξύ Καλαμπάκας κα Γρεβενών έκταση. Ο νέος καπετάνιος επέδειξε από την αρχή διοικητικές ικανότητες και ηγετικά προσόντα. Να πώς τα περιέγραψε ο Νικόλαος Κασομούλης «Ο Θύμιος Βλαχάβας εξέτεινε περισσότερο το σέβας και την επίρροιάν του από τους προγόνους του κα τους πλησιέστερους του σύγχρονους καπετάνιους στους προκρίτους και τον λαό των Χασίων. Θεατής των άλλων μακρόθεν όταν ανακατώνονται/, διάγων φρονίμως να προφυλάξει τον εαυτό του και τον λαό από εχθρική προσβολή, έχοντας ως παράδειγμα τα παθήματα των λοιπών... διηύθυνε το αρματολίκι με το σπαθί και με τον σταυρό».

Στο ιστορικό συνέδριο του Καρπενησίου, το 1805, ο Θύμιος Βλαχάβας διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο. Ενώπιον δεκάδων καπετάνιων από τη Μακεδο¬νία, τη Θεσσαλία και τη νότια Ελλάδα, μίλησε σαφώς για την ανάγκη εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα πα¬νελλήνιας κλίμακας. Πρώτος ο Βλαχάβας συνέλα6ε την επιτακτική ανάγκη να διαφύγουν οι κλέφτες και οι παλαιοί αρματολοί από τοπικιστικά σύνδρομα και νο¬οτροπίες, ώστε να εστιάσουν σε κοινό στόχο: την α¬πελευθέρωση του υπόδουλου γένους. Φεύγοντας οι καπετάνιοι από το Καρπενήσι, όπως εύστοχα σημείω¬σε ο Θεσσαλός ιστορικός Λάζαρος Αρσενίου, δεν ή¬ταν πλέον τοπάρχες, μα εθνικοί επαναστάτες.

Η μετά το Καρπενήσι δράση του Θύμιου Βλαχάβα παραπέμπει κυριολεκτικά σε μυθιστόρημα. Στη δίνη της ρωσοτουρκικής σύγκρουσης του 1806 κατέφυγε στις Σποράδες μαζί με άλλους Θεσσαλούς καπετάνι¬ους. Εκεί με συναγωνιστή, όπως προαναφέρθηκε, έναν άλλο θρυλικό οπλαρχηγό, τον Νικοτσάρα, και επικεφαλής στολίσκου, εκτελούσαν πειρατικές επιδρομές σε Βάρος των Τούρκων. Σε σύντομο διάστημα οι αρματολοί του Ολύμπου και των Χασίων εξοικειώθηκαν με τη θάλασσα και κα¬τέστησαν το φόβητρο των κατακτητών. Με αιφνιαδιαστικές νυκτερινές επιχειρή¬σεις και ορμητήρια τη Σκιάθο και τη Σκόπελο επέδραμαν στα παράλια, από το Πή¬λιο μέχρι την Πιερρία και τις ακτές της Χαλκιδικής. Παράλληλα προς αυτά, το 1807 επαναστατικός πυρετός κυρίευσε όλα τα παλαιά αρματολίκια της Θεσσαλίας. Καθ' όλο το β' ήμισυ του 1807 μεγάλες ποσότητες ρωσικών τυφεκίων και πυρομαχικών συσσωρεύθηκαν στην ορεινή Θεσσαλία. Οι Ρώσοι εκφόρτωναν τα πολεμοφόδια στις Ακαρνανικες ακτές, νότια του Αμβρακικού. Εκεί τα παραλάμβαναν απεσταλμένοι των Βλαχαβαίων και των Τσιαραίων και μέσω ορεινών δρομολογίων, από τα ΄Αγραφα και τον Ασπροπόταμο, τα πολύτιμα φορτία κατέληγαν στον ΄Ολυμπο. Εκεί ακριβώς άρχισε να οργανώνεται η επανάσταση, στις αρχές του 1808.

Πρωτοστάτες ήταν ο Νικοτσάρας, ο Θύμιος Βλα¬χάβας και ο Κίτσος Κονταξής. Ο Βλαχάβας, σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό και θέλοντας να πολλαπλασιά¬σει τις πιθανότητες επιτυχίας, αποκατέστησε επαφές με Σέρ6ους ηγέτες και οπλαρχηγούς. Στις αρχές του 1808. επίσης, έφθασαν στον ΄Ολυμπο απεσταλμένοι του Καραγεώργη από το Βελιγράδι, οι οποίοι παρακί¬νησαν τους ΄Ελληνες καπετάνιους σε γενική επανά¬σταση, όπως είχε συμβεί λίγα χρόνια νωρίτερα στη Σερβία.
Ο ίδιος ο Θύμιος Βλαχάβας, ενώ έφθαναν νέα φορτία ρωσικών όπλων, συγκάλεσε στα Χάσια σύσκε¬ψη των καπετάνιων της Θεσσαλίας και της Ρούμελης. Εκεί συναποφάσισαν να κηρύξουν επίσημα την επα¬νάσταση στις 29 Μαΐου, επέτειο της άλωσης, για συμ¬βολικούς λόγους. Το σχέδιο των επαναστατών, καταρ¬τισμένο στα βασικά του σημεία από τον ίδιο τον Θύμιο Βλαχάβα, προέβλεπε αποκλεισμό των Τούρκων και των Τουρκαλβανών στις πόλεις. Στη συνέχεια θα επιχειρείτο κατάληψη των Τρικάλων και της Λάρισας. Ενοπλα σώματα απέκλεισαν τις διαβάσεις μεταξύ Ελασσόνας και Πιερρίας, ώστε να μη εισβάλουν τουρ¬κικές δυνάμεις από τη Μακεδονία. Το κύριο βάρος της επιχείρησης, όμως, οι επαναστάτες το προσέδω¬σαν στο να αποκλείσουν επέμβαση του Αλή πασά από τα Ιωάννινα, ο οποίος βρισκόταν τότε στο απόγειο της δόξας του. Δύο έμπειροι οπλαρχηγοί επιλέχθη¬καν για να φράξουν τις διόδους ανάμεσα στα Τρίκαλα και το Μέτσοβο. Ο Δεληγιάννης οχυρώθηκε με τους άνδρες του στη διάβαση της Κατάρας και ο Στορνάρης έκλεισε τους Καλαρρύτες. Ελεύθεροι στη μετα¬ξύ Τεμπών και Μετσόβου ορεινή ζώνη, οι καπετάνιοι του Ολύμπου και των Χασίων προσέβαλαν κατ1 επανά¬ληψη τουρκικές θέσεις και στρατιωτικά αποσπάσμα¬τα. Εγκέφαλος των επιχειρήσεων ήταν και πάλι ο Θύ¬μιος Βλαχάβας, έχοντας ως επιτελικούς του συνεργά¬τες τον αδελφό του Θόδωρο και τον οπλαρχηγό Γιώτη Τζίμο.

Δυστυχώς τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν βάσει του αρχικού σχεδιασμού. Την 1η Μαΐου 1808 ο Δελη¬γιάννης εγκατέλειψε την Κατάρα και πέρασε στο α¬ντίπαλο στρατόπεδο. Παρουσιάστηκε στον Αλή πασά, στον οποίο αποκάλυψε το όλο σχέδιο της επανάστα¬σης. Παρά την προδοσία, οι Βλαχαβαίοι, Θύμιος και Θόδωρος, έχοντας ελευθερώσει όλα τα χωριά των Χασίων, προσέβαλαν την Καλαμπάκα, την οποία απε¬λευθέρωσαν στις αρχές Μαΐου του 1808. Το πρώτο που έπραξαν ήταν να καλέσουν τους κολλιγους του κάμπου να επαναστατήσουν. Αλλά οι εξαθλιωμένοι ραγιάδες της θεσσαλικής πεδιάδας, που δούλευαν περίπου ως σκλάβοι στα τσιφλίκια των Τούρκων μπέη¬δων, δεν είχαν την επαναστατική ψυχολογία των ορε¬σίβιων. Επιπλέον, οι κατακτητές υποχρέωσαν τον επί¬σκοπο Λαρίσης Γαβριήλ να περιοδεύσει στον κάμπο και να συστήσει στους χωρικούς «ηρεμία».

Εν τω μεταξύ εκατοντάδες επαναστάτες συνέρρευσαν στην Καλαμπάκα, που κατέστη το ^στρατη¬γείο» του αγώνα. Μία πρώτη προσπάθεια των δυνάμε¬ων του Αλή πασά να προωθηθούν προς τα εκεί απέτυχε. Στη γέφυρα της Κρύας Βρύσης, κοντά στο χωριό Μουργκάνι, ο Δημήτρης Βλαχάβας, επικεφαλής 300 ανδρών, απέκρουσε τους Τουρκαλβανούς του Γιουσούφ Αράπη, αφού τους προκάλεσε σημαντικές απώ¬λειες. Τις επόμενες ημέρες όμως πλημμύρισε την περιοχή του Μετσόβου ο κύριος όγκος του εχθρού, περισσότεροι από 5.000 άνδρες. Επικεφαλής τους ήταν ο διαβόητος Μουχτάρ, γιος του Αλή πασά. Διέβησαν το γεφύρι της Σαρακίνας, στο οποίο έπρεπε να ευρίσκεται ο λιποτακτήσας Δεληγιάννης και κινήθηκαν προς την Καλαμπάκα. Οι Βλαχαβαίοι οχυρώθηκαν για την αποφασιστική μάχη στη θέση Καστράκι, κοντά στα Μετέωρα. Διέθεταν μία εμπειροπόλεμη δύναμη, που όμως δεν υπερέβαινε τους 700 άνδρες. Αντίθετα, ο Μουχτάρ διέθετε πλέον 8.000 πολεμιστές, τους ποίους εξαπέλυσε κατά κύματα εναντίον των αμυνομένων. Υπό την επιτυχή καθοδήγηση του Θόδωρου Βλαχάβα
οι Ελληνες καπετάνιοι και τα παλληκάρια τουί πολέμησαν επί 11 ολόκληρες ώρες, αποκρούοντας!) στίφη των επιτιθέμενων.

Την ένταση των στιγμών διέσωσε το σχετικοί δημοτικό τραγούδι:

«Ο παπα-Θύμιος φώναξε,
με το σπαθί στο χέρι:
Βαστάτε παληκάρια μου
όλοι μεσ'τα ταμπούρια,
στους βράχους να τους ρίξουμε,
να φάνε τα κοράκια.
τρία γιουρούσια κάνανε,
Κονιάροι κι Αρβανίτες,
μεσ'τα ταμπούρια των κλεφτών
και των καπεταναίων».

Μετά την πολύωρη αντίσταση των Ελλήνων εξαντλήθηκαν τα πυρομαχικά τους. Τότε ο Θόδωρος Βλαχάβας διέταξε να εγκαταλείψουν τα τυφέκια, να σύρουν τα σπαθιά και να εξέλθουν των ταμπουριών επιχειρώντας έξοδο. Με τη δύναμη της απελπισίας οι ΄Ελληνες εφόρμησαν προς διάσπαση των του εχθρού. Εκεί έπεσαν οι περισσότεροι τους και ο ίδιος ο Θόδωρος Βλαχάδας, Δύο ώρεςαρ γότερα κατέφθασε ο αδελφός του Θύμιος με 500 άνδρες από τον ΄Ολυμπο, ήταν όμως αργά. Ο Μουχτάρ τροφοδοτείτο συνεχώς με νέες δυνάμεις και Οι άνδρες του υπερέβαιναν πλέον τους 10.000. Ο Βλαχάβας αναγκάστηκε να συμπτυχθεί άπρακτος στα ορεινά, «Θρηνώντας για την απώλεια του αδερφιν του και καταρώμενος τους προδότες", όπως αναφέ¬ρουν οι ιστορικές πηγές.

Ο Μουχτάρ, οργισμένος από τη διαφυγή του Βλαχάβα, άφησε ανεξέλεγκτους τους Τουρκολβανούς, που επέπεσαν κατά του άμαχου πληθυσμού. Σχημάτισαν πυραμίδα με τα πτώματα των Ελλήνων, τα οποία στη συνέχεια πυρπόλησαν. Πολλοί κάτοικοι των Τρικάλων και της Καλαμπάκας εκτελέστηκαν, ενώ ωμότητες διαπράχθηκαν και στα χωριά.

Ο Θύμιος Βλαχάβας, εξαγριωμένος από την έκβαση της επανάστασης και τη θυσία του αδελφού του, επέστρεψε στη θαλάσσια δράση. Με ναυτικές βάσεις στα παλαιά του ορμητήρια, τη Σκιάθο και τη Σκόπελο, επέδραμε και κατέστρεφε τα τουρκικά χωριά της Πιερρίας, εξελισσόμενος σε φόβο και τρόμο Μουσουλμάνων. Ακόμη και ελληνικές πηγές, ο Σάθας, χαρακτήρισαν τις σφαγές που έγιναν «απανθρωπότατες». Παρόλο πού οι περισσότεροι καπετάνιοι εγκατέλειψαν τον ένοπλο αγώνα, εκμεταλλευόμενοι την αμνηστία που τους χορήγησε ο Σουλτάνος, ο Θύμιος Βλαχάβας συνέχισε αυτόνομα τη δράση του. Το αίτιο διευκρίνισε με σαφήνεια στα κείμενα του ο Κασομούλης: "Δεν τον βασάνιζε τόσο η αποτυχία του σχεδίου του, όσο η αδιαφορία ή μάλλον η προδοσία του Δεληγιάννη».

Ακολούθησε προσπάθεια προσεταιρισμού από την Υψηλή Πύλη. Ο σουλτάνος ανάγκασε τον Πα¬τριάρχη Γρηγόριο Ε' να στείλει προτροπές στον Θύμιο Βλαχάβα καλώντας τον να επιστρέψει στην Εκκλησία και το ράσο. Πρόλαβε όμως ο Αλή πασάς, του οποίου διακαής πόθος ήταν η σύλληψη του Θεσσαλού πρωτοκαπετάνιου. Αρχικά πίεσε τους κατοίκους της Σκοπέλου να του τον παραδώσουν. Εκείνοι όμως, στηρι¬ζόμενοι στο ισχυρό τους ναυτικό (η Σκόπελος διέθετε τότε περισσότερα από 30 πλοία, που ήταν εξοπλισμέ¬να με 140 πυροβόλα), αρνήθηκαν.

Ο Αλή κατέφυγε στη συνέχεια στον δόλο. Φρόντισε να φθάσει στον Θύμιο Βλαχάδα πλαστογραφημένη επιστολή, εκ μέρους υποτίθεται των συναγωνιστών του Λαζαϊων, οι οποίοι τον καλούσαν σε αντάμωμα», κοντά στην Κατερίνη. Ανυποψίαστος και δίχως μέτρα προφύλαξης, ο Βλαχάβας έσπευσε προς συνάντηση μαζί τους. Το τέχνασμα πέτυχε: αντί για τους Λαζαίους τον ανέμεναν καραδοκούντες οι στρατιώτες του Αλή πασά. Στο εξής διαγράφηκε η μαρτυρική πορεία του Θύμιου Βλαχάβα προς τον θάνατο. Βασανίστηκε επί ημέρες στις φυλακές των Ιωαννίνων, ενώ για την εκτέλεση του οι μαρτυρίες δεν συμφωνούν. Αλλοι την τοποθετούν το 1808, ενώ κάποιοι στις αρχές του 1809. Πα τον μαρτυρικό του θάνατο σώζονται δύο συ¬γκλονιστικές αναφορές. Η μία ανήκει σε αυτόπτη μάρτυρα, τον Γάλλο πρόξενο στα Ιωάννινα Πουκεβίλ: «Τον έδεσαν σε κάποιο πάσσαλο, στην αυλή του Αλή πασά. Τον αντίκρυσα. Ναι, ήταν ο Θύ¬μος Βλαχάβας που άλλοτε συνάντησα στην Πίνδο με ιαπαλληκάρια του... ΄Αφθονος ο ιδρώτας έτρεχε από το πυκνά του γένεια. ΄Ηξερε ποια τύχη τον περίμενε. Και εκείνος, ατάραχος, με κοίταξε με τα γεμάτα γο¬νή μάτια του. Σαν να με Θεωρούσε μάρτυρα του θράμβου του πάνω στον δήμιο του».
Η σκυτάλη για το μαρτυρικό τέλος δίνεται στη γραφή του Κούμα: "Επαθε τον σκληρότερο όλων των θανάτων.. Του έκοψαν μεληδόν (κομμάτι-κομμάτι) το σώμα, ώσπου τον ενέκρωσαν».

Τελικά, το διαμελισμένο σώμα του σκορπίστηκε στον παραληρούντα όχλο στα δρομάκια των Ιωαννίνων. ΄Ετσι τελείωσε ο τρικυμιώδης μα και ένδοξος βίος του Θεσσαλού οπλαρχηγού. Εκτός από τον Θύμιο Βλαχάβα, εκτελέστηκαν και άλλοι επώνυμοι της επανάστασης. Ανάμεσα σε αυτούς, ο αγαπητός στον λαό Δημήτριος, μοναχός από τη Σαμαρίνα. Είχε δημιουργήσει πλούσιο έργο και α¬γώνα να κρατηθεί ο πληθυσμός στην πίστη και τη θρησκεία του, στα πρότυπα της δράσης του Κοσμά του Αιτωλού. Ο Δημήτριος μεταφέρθηκε στα Ιωάννι¬να, όπου ο Αλή πασάς του επιφύλαξε αργό και βασανι¬στικό θάνατο. Αφού του έθραυσαν τα οστά, τον έθα¬ψαν ημιθανή: αφήνοντας έξω από τη γη μόνο το κε¬φάλι του.

Το τέλος του Θύμιου Βλαχάβα, ηρωικό όσο και τραγικό μαζί, αποτέλεσε σταθμό και χρονικό ορόση¬μο. Η ένοπλη αντίσταση των υπόδουλων Ελλήνων δέ¬χθηκε ισχυρό πλήγμα. ΄Οπως σημείωσε ο Τάκης Κανδηλώρος, «ο Βλαχάβας υπήρξε ο τελευταίος μεγά¬λος αντιπρόσωπος του αρματολισμου. Μετά από αυ¬τόν δεν έγινε πλέον κανένα κίνημα, ούτε εναντίον του Αλή πασά ούτε κατά των Τούρκων•.

Την εξόντωση του Θύμιου Βλαχά6α ακολούθησε ο φρικτός θάνατος του Κατσαντώνη, το 1809, ενώ εί¬χε προηγηθεί ο θάνατος του Νικοτσάρα στα πεδία των μαχών, δύο χρόνια νωρίτερα. Η ρωσοτουρκική συνθήκη του 1812 έσβησε και τις τελευταίες ελπίδες των καπετάνιων για συνέχιση του αγώνα.

Η αντίσταση, όμως, συνεχίστηκε έως το 1821. Δί¬χως επιτελικό σχεδιασμό, χωρίς ακόμη να ευελπιστεί σε γενική εξέγερση, η γενεά των κλεφταρματολών δεν σταμάτησε στιγμή να πολεμά τους κατακτητές, συνεχίζοντας μία αγωνιστική παράδοση που διαρκού¬σε πλέον αιώνες.

_________________
Ει Κύριος μεθ ημών, ουδείς καθ ημών

Ω ξήν, αγγέλεις Λακεδαιμονίοις, ότι τήδε κείμεθα, τοις κείνων ρήμασι (αεί) πειθόμενοι!


Top
 Profile  
 
 Post subject: Re: ΑΡΜΑΤΩΛΟΙ ΚΑΙ ΚΛΕΦΤΕΣ
Unread postPosted: 19 Mar 2010, 13:05 
Forum Legend
Forum Legend

Joined: 30 Oct 2007, 09:47
Posts: 1331
Location: Εδεσσα
Has thanked: 0 time
Have thanks: 5 time
Highscores: 19
ΟΝΟΜΑΣΤΟΙ ΚΛΕΦΤΕΣ ΚΑΙ ΑΡΜΑΤΟΛΟΙ
ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΟ 1821

Στα τελευταία χρόνια του 18ου αιώνα οι ένο¬πλοι του γένους δέχθη¬καν ένα ισχυρό πλήγμα: ο Αλή πασάς των Ιωαν¬νίνων, παρά την αποτυ¬χία του να καθυποτάξει τους Σουλιώτες το 1792, ανέμενε νέα, κα¬ταλληλότερη προς τού¬το στιγμή. Οταν οι τελευταίοι διενήργησαν επιθέ¬σεις κατά των δυνάμεων του και έξω από το Σούλι, το 1797, η οργή του κατέστη ατιθάσευτη. Από το 1800 ο Αλή πα¬σάς πολιόρκησε εξαντλητικά τα χωριά του Σουλίου, αποκόπτοντας τις διόδους προς τον υπόλοιπο κόσμο. Η πείνα και η έλλειψη πολεμοφο¬δίων λύγισαν τους ανυπότα¬κτους Σουλιώτες, με τραγικό επί¬λογο όσα διαδραματίστηκαν στο τέλος του 1803: το Κούγκι, τον Ζάλογγο και την φυγή των κατοί¬κων του Σουλίου που επιβίωσαν προς την Κέρκυρα.

Νωρίτερα, το 1798, οι αρματολοί της δυτικής Μα¬κεδονίας αντιμετώπισαν τις δυνάμεις του Αλή πασά, ο οποίος επιδίωξε επέκταση προς την Ανατολή. Κατέ¬λαβε με ισχυρές δυνάμεις τη Νάουσα και την Εδεσσα, αψηφώντας την κεντρική οθωμανική εξουσία. Οι κα¬πετάνιοι του Βερμίου αντιτάχθηκαν στην επέλαση των Τουρκαλβανών, στο τέλος όμως ο Αλή επικράτησε, δημιουργώντας «νέα τάξη» στα παλαιά αρματολίκια του των Χασίων και της Δυτικής Μακεδονίας. Μετά το 1803, όταν η ισχύς του τυράννου των Ιωαννίνων έφθασε στο αποκορύφωμά του, πολλοί Θεσσαλοί και Μακεδόνες καπετάνιοι εξαναγκάστηκαν σε πρόσκαιρο συμβιβασμό μαζί του.
Τον Δεκέμβριο του1803 γράφτηκε ο ηρωικός επίλι της εποποιίας των Σούλι Οι λίγοι, οι πιο τυχεροί, με επικεφαλής τον Φώτο, γιο του Λάμπρου Τζαβέλλα, κατάφεραν να στην Πάργα και από εκεί κυρα. Για τους πολλούς έμεινε η μέχρι εσχάτων αντίσταση ολοκαυτώματα που ανέδειξαν Σούλι σε θρύλο: οι 60 Σουλιώτισσες που θυσιάστηκαν στον Ζάλογγο και στο Κούγκι ο γερο-Σαμουήλ,οι Σπουλιώτισσες που πολέμησαν τρία ημερονύκτια κλεισμένες στον πύργο του Δημουλά και στο τέλος προτίμησαν να ανατιναχθούν. Μία φάλαγγα πολεμιστών μαχών Σουλιωτών κατόρθωσε να φθάσει σταθε λικά Αγραφα, αναζητώντας καταφύγιο στο μοναστήρι του Σέλτσου, στα σύνορα των σημερινών Αρτας και Καρδίτσας. Νέο ολοκαύτωμα σημειώθηκε εκεί, όταν οι Τουρκαλ6ανοί του Αλή πασά κατέφθα¬σαν μαινόμενοι. Ανδρες και γυναίκες, με τα καρυοφίλια στα χέρια τους, αντιστάθηκαν μέχρι ενός, φονεύ¬οντας 78 εχθρούς. Η Λένω Μπότσαρη, κόρη του Κίτσου, 15 μόλις χρόνων, όταν είδε να πέφτει νεκρός ο αδελφός της Γιάννης, προτίμησε να ριχθεί σε παρακείμενο κρημνό. Δεκάδες άλλες Σουλιώτιοσες επιχεί¬ρησαν να διαβούν τον Αχελώο από τη γέφυρα του Κοράκου και, όταν κυκλώθηκαν από τους Τουρκαλβανούς του Αλή πασά, έπεσαν στα ορμητικά νερά του ποταμού.

Ηταν Απρίλιος του 1804 και το κύκνειο άσμα, το τέλος της εποποιίας των Σουλιωτών, ενός χρονικού ακατάπαυστων αγώνων και θυσιών, είχε γραφτεί. Τι συνέβαινε όμως σε άλλες περιοχές;

Περί το 1800 έκρυθμη εμφανιζόταν η κατάσταση και στην Πελοπόννησο, με επίκεντρο τη Μάνη. Εντό¬πιοι, αλλά και κλέφτες από ολόκληρη την Πελοπόννη¬σο που είχαν βρει εκεί καταφύγιο, σχεδίαζαν νέες ε¬ξεγέρσεις. Πρωτοστάτες ήταν οι μεγάλες οικογένειες της Μάνης, όχι χωρίς διχογνωμίες, οι Κολοκοτρωναίοι και άλλοι. Οι Τούρκοι βρίσκονταν σε διαρκή επιφυλα¬κή. Τουρκικά πλοία περιπολούσαν κατά μήκος των α¬πόκρημνων ακτών της Μάνης, ενώ το 1804, κατόπιν πιέσεων της Υψηλής Πύλης, ο πατριάρχης Καλλίνικος Δ' εξέδωσε αποκήρυξη των Πελοποννήσιων κλεφτών. Το επόμενο έτος ισχυρό σώμα Οθωμανικού Στρατοϋ εκκίνησε από την Καλαμάτα προς την κατεύθυνοη της Μάνης, με επικεφαλής τον Σερεμέτ μπέη, Στα χωριά από όπου διέβησαν, οι Τούρκοι προχώρησαν σε μαζικές εκτελέσεις ανυπεράσπιστων χωρικών. Εκατοντάδες άμαχοι έχασαν τη ζωή τους, δολοφονηθέντες εν ψυχρώ. Η πιο σημαντική απώλεια, όμως, υπήρξε αυτή του φημισμένου καπετάνιου και παλαιού κλέφτη Ζαχαρία Μπαρμπιτσιώτη.

Ο καπετάν Ζαχαρίας έλαβε το επίθετο Μπαρμπιτσιώτης επειδή γεννήθηκε στην Μπαρμπίτσα της Λα¬κωνίας, το 1760. Από έφηβος στα βουνά, ως κλέφτης, κατέστη ο φόβος και ο τρόμος των Τούρκων, Ηταν ασυναγώνιστος στους αιφνιδιασμούς και κοντά του θήτευσαν, αποκομίζοντας πολύτιμη πείρα στον φτοπόλεμο, ο Νικηταράς, ο Αναγνωσταράς, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και άλλοι. Παρόλο που η επανάσταση του 1770 είχε κατασταλεί προ πολλού, ο Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης συνέχισε με επιμονή τη δράση του. Συγκρότησε δύναμη 200 ανδρών αναπτύσονντας, αυτόνομη δράση. Με τον τίτλο «Αρχιστράτηγος Πελοποννήσου» συνέχισε να πολεμά τους κατακτητές, επιδιδόμενος σε πόλεμο φθοράς εναντίον του Ο περίφημος αυτός οπλαρχηγός, ύστερα από μαραθώνιες διαβουλεύσεις με τους πιο σημαντικούς πετάνιους, ίδρυσε ένα είδος ομοσπονδίας άρμα λών, την Αρματολική Ομοσπονδία των 24 επαρχιών της Πελοποννήσου. Με αυτή ήθελε να επιτύχει τον ξαναγκασμό της τοπικής τουρκικής διοίκηση να καταργήσει τα σώματα των Αλβανών των επαρχιών. Η ολοένα εντεινόμενη δράση του Ζαχαρία καθώς και ο αναμενόμενος Ρωσοτουρκικός πόλεμος που εξερράγει (1787), ανάγκασε τους Τούρκους να τον αναγκάσουν το 1787 ως γενικό δερβέναγα της Πελοποννήσου. Η εξόντωση του καπετάνιου χαριά επιτεύχθηκε, καθώς οι Τούρκοι διείσδυσαν διάδρωσαν τους προκρίτους της Μάνης, εκμεη όμενοι τις μεταξύ τους έριδες, Ο έμπιστος Αντώνης Γρηγοράκης, που δρούσε για λογαριαι των Τούρκων ήδη από το 1803, ο ανηψιός του Δηγότριος Γρηγοράκης και ορισμένοι άλλοι, ήταν που ανέλαβαν τη δολοφονία του διάσημου κ, Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, τον καπετάνιο Ζαχαρία φόνευσε κάποιος Κουκέας, που μάλιστα ήταν και κουμπάρος του. Ετσι, με δόλο εξοντώθηκε ο καπετάνιος αυτός, αφού στάθηκε για τους κατακτητές αδύνατο να τον εξοντώσουν στα πεδία των μαχών. ΟιΤούρκοι απέκοψαν το κεφάλι του Ζαχαρία, το έμπηξαν σε πάσσαλο και το έστησαν επιδεικτικά στο κέντρο της Τριπολιτσάς, προς κατατρομοκράτηση των ραγιάδων.

΄Αλλος γνωστός αρματολός, λίγο πριν την επανάσταση του 1821, ήταν ο Γεωργάκης Ολύμπιος, γεννήθηκε στο Λιβάδι του Ολύμπου το 1772 και ήταν γόνος των Λαζαίων, της πιο γνωστής ίσως οικογένειας αρματολών της περιοχής. Από μικρός ο Γεωργιος Ολύμπιος εκπαιδεύτηκε στα πολεμικά από τον πατέρα του Νικόλαο Ολύμπιο, τον οποίο διαδέχθηκε στο αρματολίκι του Ολύμπου. Το 1803 βρέθηκε στην αστατημένη Σερβία, όπου την επόμενη χρονιά εξερ¬ράγη η μεγάλη σερβική επανάσταση κατά των Τούρ¬κων. Ο ψυχολογικός αντίκτυπος στους υπόδουλους Ελληνες υπήρξε ισχυρός, ακόμη πιο έντονος, μάλι¬στα, σε αυτούς της Μακεδονίας, ως πλησιέστερης στη Σερβία περιοχής. Παρόλο που εκτεταμένες πε¬ριοχές περιέρχονταν σταδιακά στην εξουσία του Αλή πασά των Ιωαννίνων, οι καπετάνιοι του Ολύμπου και των βορειότερων επαρχιών περιήλθαν σε κατάσταση αναβρασμού. Ο Γεωργάκης Ολύμπιος, ο Καρατάσος, ο Νικοτσάρας και άλλοι βρέθηκαν στην επαναστατημέ¬νη Σερβία και συνέπραξαν με τους ομόδοξους Σέρβους, συμβάλλοντας στην επίτευξη σπουδαίων στρα¬τιωτικών επιτυχιών. Αυτός που διακρίθηκε στη σερβι¬κή επανάσταση μεταξύ των Ελλήνων καπετάνιων ή¬ταν αναμφίβολα ο Γεωργάκης Ολύμπιος. Η διαμονή του στη Σερβία υπήρξε μακρά, συνεργάστηκε, μάλι¬στα και με τον Κωνσταντίνο Υψηλάντη για την οργά¬νωση Επανάστασης στη γειτονική Βλαχία. Οι Τούρκοι ήταν φυσικά ενήμεροι για την παρουσία Ελλήνων ο¬πλαρχηγών στην επαναστατημένη Σερβία, κα¬θώς και για τη γενικότερη συμπάθεια των υπόδουλων ραγιάδων προς τους συμπάσχοντες Σέρβους.

Ενδεικτική του κλίματος ήταν επι¬στολή του Γάλλου προξένου της Θεσσαλονίκης προς το Παρίσι, στις 25 Απριλίου Όι Τούρκοι είναι εξοργισμένοι με τους Ελληνες, καΘ' ότι αυτοί συνεννο¬ούνται με τους Σέρβους. Δεν Θα μου φαινόταν διόλου παράξενο εάν ξεσπούσε κάποια φοβερή καταστροφή.

Στο μεταξύ, ο Γεωργάκης Ολύμπιος συνέχισε την ένοπλη δράση του στη Σερβία, μαζί με άλλους καπετάνιους, όπως τον Καρατάσο και τον Νικοτσάρα. Πολέμησε μαζί με τον Σέρβο ηγεμόνα Καραγεώργη και έγραψε σελίδες δόξας, με λαμπρότερη την επιτυχία του εναντίον των πολλαπλάσιων δυνάμεων του Τοπάλ πασά, τις οποίες ανάγκασε σε άτακτη υποχώρηση, ιγότερα, όταν οι ρωσικές δυνάμεις εισέβαλαν στη Βλαχία, ο Γεωργάκης Ολύμπιος εισήλθε στην υπηρεσία των Ρώσων, οι οποίοι του απένειμαν τον βαθμό του συνταγματάρχη. Ιδρυσε δική του «καπιτανία» (ένοπλο σώμα από Ελληνες), υπό στις σημαίες των τοπικών ηγεμόνων της Ολδοβλαχίας. Η στρατιωτική αυτή πρακτική φαίνεται πως ήκμασε στην περιοχή, αφού σε Βλαχία και Μολδαβία αναφέρονται την περίοδο αυτή 58 συνολικά «καπιτανίες» στελεχωμένες αποκλεισττικά από ΄Ελληνες.

Αργότερα, όταν ξέσπασε η Επανάσταση του 1821 στη Μολδοβλαχία, ο Γεωργάκης Ολύμπιος έδωσε πρώτος το παρόν, μαχόμενος ηρωικά πλάι στον Αλέξανδρο Υψηλάντη και στους νέ¬ους του «Ιερού Λόχου», στο Δραγατσάνι. Μετά την α¬τυχή έκβαση της μάχης αυτής διέσχισε ολόκληρη τη Μολδαβία και την Τρανσυλβανία, ανηλεώς διωκόμε¬νος από τους Τούρκους και δίνοντας συνεχή αγώνα ε¬ναντίον τους. Από τους 800 άνδρες του μόνο 450 εί¬χαν απομείνει ζωντανοί, από τις συνεχείς συγκρού¬σεις. Η τελευταία, δραματική προκήρυξη του Γεωργάκη Ολυμπίου, αποτύπωσε με συγκλονιστικό τρόπο το μεγαλείο των στιγμών: «Ανδρείοι Ελληνες! Ολοι μας, ευγενείς αδελφοί, υποκύψαμε σε μια τρομερή μοίρα. Από τους ομόδοξους γείτονες μας, εκείνοι που μας υποσχέθηκαν βοήθεια μας εγκατέλειψαν, άλλοι πάλι με συκοφαντίες χαρακτήρισαν οαν έγκλημα τους αιματηρούς αγώνες μας, για την θρησκεία και την ύ¬παρξη μας. Ψηλά το κεφάλι αδέλφια! Δείξτε πως εί¬στε αντάξιοι των προγόνων σας. Εοώσαμε την τιμή μας. Εμπρός αδέλφια! Ας πεΘάνωμε κοιτάζοντας ά¬φοβα τον Θάνατο στα μάτια. Ζήτω η Θρησκεία και η ε¬λευθερία της Ελλάδος/ Θάνατος στους βαρβά¬ρους!».

Συνεχώς διωκόμενοι από τους Τούρκους, σε περιοχές άγνωστες και αφιλόξενες, οι Ελληνες πολεμιστές κατέφυγαν στο μοναστήρι του Σέκου, όπου σύντομα κυκλώθηκαν από τον εχθρό. Ο Ολύμπιος και οι άνδρες του αρνήθηκαν να παραδοθούν και τότε οι Τούρκοι κατέστρε¬ψαν το υδραγωγείο του μοναστηρίου, διακόπτοντας την παροχή νερού στους πολιορκημένους. Μετά από σκληρή μάχη ο πρωτοκαπετάνιος με 11 παλληκάρια του κατέφυγαν στο κωδωνοστάσιο, το οποίο έζωσαν οι Τούρ¬κοι. Ο Γεωργάκης Ολύ¬μπιος προέτρεψε τους συναγωνιστές του να ε¬ξέλθουν πολεμώντας, με αυτά τα λόγια: Εσείς παιδιά μου φυγετε αν Θέλετε. Εγώ θε να καώ». Ενώ οι Τούρκοι εισέρχο¬νταν στο κωδωνοστάσιο, προσευ¬χήθηκε και ανατίναξε την πυριτιδαποθήκη, μετατρέποντας το μοναστήρι σε στάκτες και ερεί¬πια.

Η πρώιμη απώλεια του Γεωργάκη Ολυμπίου, στέρησε την _ Επανάσταση από έναν έμπειρο και προικισμένο πολέμαρχο. Οπως πολύ εύγλωττα υποστήριξε ο ιστορικός Σπυρίδων Τρικούπης «ο Γεωργάκης υπήρξε ο ενδοξότερος πολέμαρχος, ο τιμιότερος άνδρας, ο διακαέστερος και πιστότερος φίλος του αγώνος».

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει σε έναν επιφανή Μακεδόνα αγωνιστή, τον Ιωάννη Φαρμάκη. Αυτός κα¬ταγόταν από το Μπλάτσι (σημερινή Βλάστη) της Κο¬ζάνης, εξήλθε δε νεότατος ως κλέφτης στα Χάσια. Αναγκάστηκε να πράξει έτσι, όταν ο Αλή πασάς έστει¬λε στο χωριό του στρατιωτικό απόσπασμα, για να φέ¬ρει με τη βία στο χαρέμι του την αδελφή του Φαρμάκη Νούλα, περίφημη για την ομορφιά της. Ο νεαρός Γιάν¬νης φόνευσε τους στρατιώτες του Αλή πασά, υπερα¬σπιζόμενος την οικογενειακή του τιμή. Εκτοτε, η δρά¬ση του κοντά στον φημισμένο καπετάνιο Θύμιο Βλαχάβα, δημιούργησε μόνιμο πρόβλημα στα επιτελεία του Αλή πασά και του ίδιου του σουλτάνου. Ο Ιωάννης Φαρμάκης πολέμησε το 1821 στο Δραγατσάνιμα¬ζί με τον Γεωργάκη Ολύμπιο και συνέδεσε τη μοίρα του με αυτή του Ολύμπιου αρματολού. Στο ολοκαύ¬τωμα της μονής Σέκου, τον Σεπτέμβριο του 1821,πμ ώρα που ο Γεωργάκης Ολύμπιος ανατίναζε το κωδονοστάσιο περνώντας στην αθανασία, ο Φαρμάκης είχε την ατυχία να συλληφθεί ζωντανός, όταν τα πυρομα¬χικά του τελείωσαν. Οι Τούρκοι αποκεφάλισαν τα παλληκάρια του και τον ίδιο τον μετέφεραν στην Κωνστα¬ντινούπολη, όπου τον έγδαραν ζωντανό.

Μέσα στον τραγικό επίλογο της επανάστασηςστη Μολδοβλαχία ελάχιστοι κατάφεραν να διασωθούν. ΄Ηταν οι άνδρες που ανήκαν στο σώμα του Γιάννη Κολοκοτρώνη, εξαδέλφου του Θεοδώρου. Ο καπετάνιος αυτός και 270 παλληκάρια διέσχισαν όλη τη ΝΑ Ευρώπη διά πυρός και σιδήρου. ΄Οσοι έφθασαν στην Πελοπόννησο δεν ήταν περισσότεροι από 100. Ο ίδιος ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης εισήλθε νεότατος στον αγώνα, άξιος συνεχιστής της παράδοσης των προγόνων του, ΄Ηδη έφηβος, κοντά στον θείο του Αναγνώστη, έδρασε στην περιοχή της Αλωνίσταινας, ενώ η συνέχεια χαρακτηρίστηκε από διαρκείς μεταπηδήσεις: πότε αρματολός και πότε κλέφτης. Μετά το 1800 η δράση του τριαντάχρονου πλέον Κολοκοτρώνη φαίνεται πως εξελίχθηκε σε ιδιαίτερα ενοχλητική, αφού «η υψηλή Πύλη εξέδωσε φιρμάνι, διατάζοντας την εξόντωση του, καθώς και του Πετμεζά, με κάθε τρόπο, δεν φαίνεται να ήταν άσχετα με το γενικότερο κλίμα της περιόδου εκείνης, σε μία Πελοπόννησο που συνέχιζε την αντίσταση με κάθε τρόπο. Ο σουλτάνος δεχόταν συνεχείς εισηγήσεις που τον προέτρεπαν να εκαθαρίσει τους θύλακες στους οποίους η φωτιά του αγώνα έκαιγε ακόμη. Το 1806 οι Τούρκοι αποφάσισαν να εξαλείψουν τους κλέφτες από την Πελοπόννησο, όπου η κατάσταση ήταν ασταθής όσο ποτέ. Οι χωρι¬κοί αναγκάστηκαν να συμπράξουν, ενώ τακτικός Οθωμανικός Στρατός διέτρεξε την Αρκαδία. Η εκ¬στρατεία πρέπει να υπήρξε αποτελεσματική, αφού για αρκετά χρόνια η δράση των κλεφτών περιορίστη¬κε αισθητά. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, όπως και πολλοί άλλοι, διέφυγε την τελευταία στιγμή, αφού ε¬πιβιβάστηκε σε μία βάρκα στην Κυλλήνη και έφθασε στη Ζάκυνθο.

Στο τέλος του 1806 οι επιχειρήσεις είχαν πλέον λήξει. Η Μάνη ηρέμησε και οι περισσότεροι καπετάνι¬οι, όπως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Χριστόδουλος Χριοτέας και ο Αντώνης Τρουπάκης, παρέμειναν στη Ζάκυνθο. Στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο που ακο¬λούθησε, το 1807, δεκάδες καπετάνιοι έθεσαν εαυ¬τούς στην υπηρεσία των Ρώσων. Ανάμεσα τους ο Νικο-τσάρας, ο Αναγνωσταράς, ο ίδιος ο Θεόδωρος Κολο¬κοτρώνης και άλλοι. Επικρατούσε όμως πλέον ένας καταθλιπτικός σκεπτικισμός.

Στην εξάλειψη του ενθουσιασμού και των πεποι¬θήσεων για ένα ελεύθερο μέλλον συνετέλεσε και η στροφή της Γαλλίας, όταν ο Ναπολέων Βοναπάρτης παγίωσε την κυριαρχία του. Παρά τις απλόχερα σκορ¬πισμένες διακηρύξεις των Γάλλων, που διέδιδαν ότι θα στήριζαν τα απελευθερωτικά κινήματα των υπόδουλων στη ΝΑ Ευρώπη, το 1806 ο Ναπολέων επανέφερε τη γαλλική πολιτική στην παλαιά σταθερά: διατήρηση προνομιακών σχέσεων με την Οθωμανική αυτοκρατο¬ρία και υπεράσπιση της καθεστηκυίας τάξης. Τα τε¬λευταία χρόνια πριν την Επανάσταση η ένοπλη δράση των οπλαρχηγών και καπετάνιων είχε μειωθεί αισθη¬τά. Το 1812 έληξε ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος και τα στρατεύματα του τσάρου αποχώρησαν από τις Παρα¬δουνάβιες ηγεμονίες. Η σουλτανική εξουσία, απερίσπαστη, μπορούσε να αντιμετωπίσει πλέον πιο άνετα όσους κλεφταρματολούς συνέχιζαν να αντιστέκο¬νται.

Οι Ελληνες ένοπλοι είχαν να αντιμετωπίσουν και μία επιπλέον απειλή: τον Βελή, γιο του Αλή πασά, που συνέχισε με μανία να τους διώκει, όπως και ο πατέρας του. Τον Απρίλιο του 1813 με αιφνιδιαστική νυκτερινή επίθεση, ο Βελή πασάς εγκλώβισε τους Λαζαίους στο χωριό Μηλιά του Ολύμπου. Η οικογένεια αυτή, που προσέφερε τόσους σπουδαίους πολεμάρχους, εξο¬ντώθηκε μέσα σε μια νύκτα, όπως και πολλοί κάτοικοι της Μηλιάς, που προέβαλαν αντίσταση στους επιτιθεμένους.

Λίγο πριν από το 1821 σπουδαίοι οπλαρχηγοί με α¬ξιόλογη αντιτουρκική δράση ήταν οι Κυριάκος Μπασ-δέκης στο Πήλιο, Θανάσης Μάνταλος στα Χάσια, Νί¬κος Στορνάρης στα Αγραφα και ο Γεώργιος Καραϊσκά¬κης. Ας δούμε τώρα τι συνέβαινε βορειότερα, στη Μακεδονία, που συνέχιζε και αυτή να παράγει τους δικούς της εκπροσώπους στον αγώνα κατά των κατα¬κτητών.

Γνωστός κλέφτης που έδρασε μετά το 1800 στην περιοχή της Σαμαρίνας, ήταν ο Γιάννης Πρίφτης. Αυτός απέκτησε μεγάλη αίγλη υπερασπιζόμενος επιτυ¬χώς το χωριό του, όταν οι Τουρκαλβανοί του Αρσλάν μπέη επιτέθηκαν στη Σαμαρίνα. Βάσει μίας εκδοχής, το περίφημο δημοτικό τραγούδι «Παιδιά της Σαμαρίνας» εξυμνεί τη θυσία των παλληκαριών του Πρίφτη, που έπεσαν προασπιζόμενοι την περιοχή τους. Το 1810 ο Γιάννης Πρίφτης φονεύθηκε, όταν σε κρίσιμη μάχη τον εγκατέλειψαν τα πρωτοπαλλήκαρά του Κουκοντρίγκας. Νικούτας και Κόζας. Μετά τον θάνατο του Πρίφτη αναδείχθηκε σε καπετάνιος ο Μίχος, ο ο¬ποίος επίσης φονεύθηκε σε σύγκρουση με τους Τούρκους.
Περίτο 1818 στην ευρύτερη περιοχή κυριάρχησε ο καπετάνιος Γιώργης Δερβένας. Το επίθετα του το έλαθε από το χωριό όπου γεννήθηκε, το Δερβένι Κόνιτσας. Ενώ μαινόταν η Επανάσταση, η δράση του Γιωργοδερβένα, όπως τον αποκαλούσαν, έφθασε μέχρι τη Σιάτιστα και τα Γρεβενά, ώσπου φονεύθηκε, το 1827.

Την ίδια εποχή, βόρεια του Ολύμπου δρούσαν οι Γούλας Δράσκου και οι αδελφοί Γιώργος και Νίκος Σύρος, τους οποίους ο Κασομούλης συνάντησε στην Καστανιά του Βερμίου, όταν ξέσπασε η Επανάσταση. Αλλοι Μακεδόνες οπλαρχηγοί που έδρασαν λίγο πριν την Επανάσταση και αναδείχθηκαν στη διάρκεια της, ήταν ο Γιάννης Τσόντζας από την Κοζάνη, ο Νάνος Τουρούντζιας από τη Σιάτιστα και ο Κότας από τη Χαλκιδική.

Νοτιότερα, στη Ρούμελη, τα τελευταία προεπακ στατικά χρόνια αναδείχθηκαν ως σπουδαίοι οπλαρχηγοί οι Διαμαντής, Σταμούλης, Γάτσιος και Κώστα Στεργιόπουλος. Αυτοί ύψωσαν τη σημαία του Αγώ στις 10 Μαΐου 1821, στο Κεράσοβο της Ευρυτανί». ΄Αλλος ονομαστός κλέφτης στην περιοχή του Παρνασού ήταν ο μπάρμπα-Γιώργος, αγνώστων λοιπών στοιχείων. Καταγόταν από την Αγόριανη και η δράση του εντοπίζεται μετά το 1810.

Τέλος, η Πελοπόννησος διατήρησε τη δική δυναμική, εμφανίζοντας πληθώρα κλεφτών Λίγο πριν το 1821. Ονομαστή οικογένεια κλεφτών ήταν οι Χονδρογιανναίοι από τα Καλάβρυτα, που έδρασαν καική τά την Επανάσταση. Η κλέφτικη παράδοση άνθησε ιδιαίτερα στην ορεινή Αρκαδία και με τον πιο έντονο τρόπο στη Γορτυνία. Μακριά από τα αστικά κεντρί της Τριπολιτσάς και της Πάτρας, στα δυσπρόσιτα γορτυνιακά Βουνά, δημιουργήθηκε ένα δυναμικό φυτόριο πολεμιστών, πολύτιμης σημασίας για την ώρα της μεγάλης εθνεγερσίας. Είναι ενδεικτικό πως, όταν ξέσπασε η Επανάσταση του 1821, ένα μόνο κεφαλοχώρι της Γορτυνίας, τα Τρόπαια, προσέφερε 60 πολεμιστές στον Αγώνα. Κάποιων τα ονόματα διασώθηκαν έως τις ημέρες μας: Παναγής Κατσικερός, Σπήλιος Τσεκούρας, Παναγιώτης Χέλης, Στάθης Πετρόγιαννης, στας Σπηλιόπουλος.

Στο σημείο αυτό θα άξιζε να γίνει ειδική αναφορά στους οπλαρχηγούς και πολεμιστές ενός λαού με αγωνιστική παράδοση, του σερβικού. Από τή την παράδοση αντίστασης και αγώνων εναντίων των Τούρκων κατακτητών αναδείχθηκαν οι καπετάνιοι που πρωταγωνίστησαν στη μεγάλη σερβική επανάσταση του 1804. Κάποιοι από αυτούς κατήλθαν στην επαναστατημένη Ελλάδα του 1821, όπως οι Μπλάντις και Προντάνοβιτς, που πολέμησαν στη Μακεδον ο Χρήστος Ντάνκοβιτς, ο οποίος αγωνίστηκε στην Πελοπόννησο. Το παράδειγμα των Σέρβων ήταν φυσικά να ερεθίσει τα επαναστατικά αισθήματα των υποδούλων Ελλήνων. Οι δύο μεγάλες σερβικές επαναστάσεις του 1804 και του 1815 αμφισβήτησαν έντονα το οθωμανικό κατεστημένο και οδήγησαν τον σερβικό σε καθεστώς αυτοδιοίκησης. Ο διερμηνέας του Τουρκικού προξενείου στο Ιάσιο, Γεώργιος Λεβέντης και ο πλαρχηγός Γεωργάκης Ολύμπιος ήταν οι σύνδεσμοι της Φιλικής Εταιρείας με τη σερβική πλευρά. Ο Ολύμπιος φέρεται να μύησε στη Φιλική Εταιρεία. εξέχοντες Σέρβους, ανάμεσα τους και τον περίφημο Καραγεώργη το 1817.

Κατά τα τελευταία προεπαναστατικά χρόνιοι η φιλική Εταιρεία, αντιλαμβανόμενη το κοινό συμφέρον προσεταιρίστηκε εξέχοντες Σέρβους στρατιωτικούς που είχαν λάβει μέρος στην πρώτη σερβική στάση του 1804. ΄Οσοι υπόδουλοι Ελληνες είχαν σχέση των διεργασιών που συντελούντο παρασκηνιακά θεωρούσαν δεδομένο ότι οι Σέρβοι υπό την ηγεσία του λαοφιλούς Μίλος Ομπρένοβιτς θα συνέπραταν στην επανάσταση που οργανωνόταν. Στον στρατό του Δημητρίου Υψηλάντη υπηρέτησαν δεκάδες εμπόλεμοι Σέρβοι, οι οποίοι είχαν πολεμήσει στις προηγηθείσες σερβικές επαναστάσεις. Ονομαστοί Σέρβοι οπλαρχηγοί διέβησαν μαζί με τον Ιερό Λόχο και τον Υψηλάντη τον Προύθο: ο Πέταρ Ντόμπρνιακ, ο Πρόνταν Γρηγόριεβιτς, ο Μίλε Στόικοβιτς και ο Μλάντεν Μιλο6άνο6ιτς. Εξέχουσα θέση ανάμεσα τους κατέχει ο αρχιμανδρίτης Σέρβος, που ηγήθηκε δύναμης 300 ανδρών και φονεύθηκε στο πεδίο της μάχης.

Από τους καπετάνιους αυτούς μετά τη συντριβή της επανάστασης στη Μολδοβλαχία πολλοί κατήλθαν στη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο. Ο πιο γνωστός από αυτούς υπήρξε ο Κρίστε Ντάγκοβιτς, που ανήλθε ως τον βαθμό του στρατηγού και συνελήφθη αργότερα στη Μεθώνη αγωνιζόμενος κατά του Ιμπραήμ. Πολλοί Σέρβοι οπλαρχηγοί πέρα¬σαν στην Ιστορία με αυτό ακριβώς το προσωνύμιο (Σέρβος): ο Θωμάς Σέρ6ος, που πολέμησε στο Μεσο¬λόγγι, ο Θανάσης Σέρβος, που επίσης βρέθηκε στο Μεσολόγγι στις τραγικότερες στιγμές της πόλης, ό¬που και φονεύθηκε το 1825, ο Γιοβάν Σέρβος, που θή¬τευσε στο ιππικό, καθώς και ο Κότσος Σέρβος, οπλαρ¬χηγός και επικεφαλής δύναμης 110 ανδρών.

Αλλος επιφανής Σέρβος κα¬πετάνιος υπήρξε ο Κωνσταντίνος Νεμάνια. Πολέμησε στη Μολδοβλαχία με τον Υψηλάντη και το 1823 κατήλθε στην επαναστατημένη Ελλάδα, όπου αγωνίστηκε στην Πελοπόννησο. Διασώθηκαν έγγραφα που φέρουν την υπογραφή του, συνοδευόμενη από σφρα¬γίδα: «Κωνσταντίν Νεμάνια Πρίντζιπες της Σερβίας», Επίσης, σώζεται στα γενικά αρχεία του κράτους αναφορά του Κωνσταντίνου Νεμάνια, από τις 22 Μαΐου 1823, «αιτούντος βοήθειαν, δυοτυχήσαντος και πληγωθέντος εν μάχαις υπέρ της Ελλάδος».

Αλλος γνωστός Σέρβος οπλαρχηγός υπήρξε οΓρηγόριος Τζούροβιτς, ο οποίος έδρασε επί¬σης με δικό του ένοπλο σώμα. Ενας ακόμη Σέρβος οπλαρχηγός, ο Βάσος Μαυροβουνιώτης, συνέστησε δικό του ένοπλο σώμα, από συγγενείς και φίλους και πολέμησε στις επιχειρήσεις της Εύβοι¬ας και στις μάχες της Κύμης και της Καρύστου. Τέλος, πολλοί Σέρβοι και Βούλγαροι υπηρέτησαν στο σώμα του Κρίστε Ντάγκοβιτς και πολέμησαν υπό τον Νικη-: ταρά στα Δερβενάκια. Εκεί ανδραγάθησαν ο ίδιος ο Ντάγκοβιτς, και ο Αναστάσιος Ντιμίτρεβιτς, ενώ άλλοι που πολέμησαν στην Εύβοια, τα Σάλωνα, την Αλα¬μάνα, τη Μεθώνη και αλλού Οι πιο μεγάλες μορφές του κλεφταρματολισμού έζησαν και έδρασαν κατά τα τελευταία χρόνια πριν την εθνεγερσία. Πολλών η δόξα έφθασε στο αποκο¬ρύφωμα της κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821. Ο χαρακτηρισμός τους βεβαίως ως των ενδοξό¬τερων, ως των μεγαλύτερων μορφών ανάμεσα στους πολεμιστές του γένους, εμπεριέχει κάποια σχετικότη¬τα. Ισως ο όρος «γνωστότεροι» να είναι πιο δόκιμος, δεδομένου ότι είναι οι πλησιέστεροι στη δική μας ε¬ποχή, με πυκνότερες και ακριβέστερες πληροφορίες.

Αντίθετα, για τους παλαιότερους κλέφτες και αρμα¬τολούς, των πρώτων αιώνων της Τουρκοκρατίας, οι α¬ναφορές είναι συχνά ασαφείς ή και συγκεχυμένες. Σε κάθε περίπτωση, στις αρχές του 19ου αιώνα μεγα¬λούργησαν μορφές ηγετών και πολεμάρχων που άφη¬σαν εποχή. Για κάποιους έγινε ήδη εκτενής αναφορά Οι πλέον σημαντικοί όμως θα σκιαγραφηθούν στις Ε¬πόμενες σειρές.

Ο περίφημος καπετάνιος Ανδρίτσος, πατέρα; του Οδυσσέα Ανδρούτσου, ήταν ένας από αυτούς. Γεννήθηκε το 1750 στους Λιβανάτες της Λοκρίδας και λέγεται πως το πραγματικό του όνομα ήταν Ανδρέας Βερούσης. Στον θρύλο όμως έμεινε με το μικρό του, ως Ανδρίταος. Από οικογένεια κλεφτών, ο Ανδριτσος έδειξε από πολύ νωρίς ότι θα ακολουθούσε τον ίδιο δρόμο. Πριν ακόμη ανδρωθεί, στο τέλος της εφηβείας, φόνευσε τον Τούρκο μπέη της Αταλάντης. Αναγκαστικά η φυγή στο βουνό ήταν η μοναδική επι¬λογή, αφού ενδεχόμενη σύλληψη του θα σήμαινε θα¬νάτωση, Κατετάγη στο ένοπλο σώμα του φημισμένου κλέφτη της Λοκρίδας Βλαχοθανάση. ΄Οταν ο γηραιός καπετάνιος αποσύρθηκε, ο Ανδρίτοος τον διαδέχθη¬κε στην αρχηγία. Το 1775 ο Ανδριτσος διενήργησε την πρώτη του μεγάλη επίθεση. Κοντά στη Ναύπακτο, έ¬χοντας συμπολεμιστή του τον ογδονταχρονο πλέον Βλαχοθανάση, επιτέθηκε κατά του Μουχτάρ παοά, που διαφέντευε όλη τη Ναυπακτία. Οι κλέφτες του Ανδρίτσου προκάλεσαν Βαριές απώλειες στους Τούρ¬κους, ο Βλαχοθανάσης όμως έπεσε μαχόμενος, επιλέ¬γοντας "να πάει από βόλι», όπως επιδίωκε κάθε καπε¬τάνιος. Η δράση του Ανδρίτσου συνεχίστηκε αμείωτη σε ολόκληρη την ανατολική Στερεά.

Την άνοιξη του 1780 βρέθηκε με 70 παλληκάρια του στο μοναστήρι του Οσίου Λουκά. Κατόπιν προδο¬σίας, μεγάλη δύναμη του τουρκικού στρατού κύκλω¬σε τη μονή. Οι πολιορκούμενοι αμύνθηκαν ηρωικά για τέσσερα ημερονύκτια και, όταν τα πολεμοφόδια εξα¬ντλήθηκαν, ο Ανδριτσος διέταξε νυκτερινή έφοδο με τα σπαθιά στα χέρια. Σχεδόν όλοι (65 άνδρες) κατάφε¬ραν να διαφύγουν διαρρηγνύοντας τον κλοιό του θα¬νάτου. Το 1784 ο Ανδρίτσος με τους πιο εκλεκτούς από τους άνδρες του εξετέλεσε μία παράτολμη επι¬χείρηση, που παραπέμπει σε σημερινού τύπου κατα¬δρομικές ενέργειες. Νύκτα διείσδυσαν στη Λιβαδειά, κινούμενοι κατά μόνας και προέβησαν σε εμπρησμό, πυρπολώντας τα σπίτια των Τούρκων μπέηδων. Ενε¬δρεύοντας μέσα στο σκοτάδι, οι κλέφτες φόνευσαν πυροβολώντας δεκάδες Τούρκους, που ξεχύθηκαν αλλόφρονες στους δρόμους για να γλυτώσουν από τις φλόγες. Στην καταδρομική αυτή επιχείρηση ο κα¬πετάνιος Ανδρίτσος τραυματίσθηκε στο πόδι. Κατέ¬φυγε στην Πρέβεζα, στο σπίτι του πρόκριτου Δημήτρη Τσαρλαμπά. Το 1786 ο Ανδρίτσος νυμφεύθηκε τη θυγατέρα του επιφανούς Πρεβεζάνου, Ακριβή Τσαρ¬λαμπά. Καρπός του γάμου αυτού υπήρξε ο Οδυσσέας Ανδρούτσος.
Το 1790 ο Ανδρίτσος εντάχθηκε στη δύναμη του Λάμπρου Κατσώνη και έδρασαν από κοινού στη θά¬λασσα των Βορείων Κυκλάδων. Η δράση του καπετάνιου Ανδρίτσου κορυφώθηκε το 1792, όταν υπερασπί¬στηκε το Πόρτο Κάγιο της Μάνης, το οποίο προσέ¬βαλλαν από θαλάσσης ο οθωμανικός στόλος και 4.000 άνδρες. Για τρία ημερονύκτια ο Ανδρίτσος και οι άν¬δρες του αντιμετώπισαν τις συνεχείς εφόδους των Τούρκων, από ξηρά και θάλασσα. Οταν τα πυρομαχικά τους τελείωσαν, διενήργησαν έφοδο με τα γιαταγά¬νια στα χέρια και έσπασαν τον κλοιό. Το τριήμερο ε¬κείνο της ανηλεούς σύγκρουσης κόστισε στους Τούρκους 1.500 νεκρούς. Ο Ανδρίτσος έχασε 150 από τα παλληκάρια του, τα περισσότερα στην έφοδο, ό¬ταν διέσπασαν τις τουρκικές γραμμές. Η συνέχεια υπήρξε μυθιστορηματική. Με λίγες εκατοντάδες απο¬φασισμένους άνδρες και με την αμέριστη συμπαρά¬σταση του Ζαχαρία ο Ανδρίτσος διέσχισε τη Μάνη, τη Λακωνία και την Αρκαδία. Για 40 ολόκληρα 24ωρα τους καταδίωκαν 6.000 Τούρκοι, οι κλέφτες όμως, κι¬νούμενοι πάντα Βόρεια, κατάφεραν να φθάσουν στα παράλια της Αχαΐας. Από εκεί διαπεραιώθηκαν στη Στερεά Ελλάδα. Στη θυελλώδη πορεία τους φόνευ¬σαν περισσότερους από 1.500 Τούρκους, ενώ οι Ελλη¬νες άφησαν νεκρούς 97 συναγωνιστές τους. Οι Ευρω¬παίοι πρόξενοι της Πελοποννήσου χαρακτήρισαν την τολμηρή αυτή πορεία του Ανδρίτσου «ξενοφώντειο».

Αφού διέσχισε την Αιτωλία και τα Ακαρνανω όρη, ο Ανδρίτσος κατέληξε ατην Πρέβεζα. ΔιωκόμεΊ νος συνεχώς από Τούρκους και Βενετούς; οι σχέσεις των οποίων διήνυαν την καλύτερη εποχή τους, προσπάθησε να περάσει, μέσω των δαλματικών παραλίων στη Ρωσία. Τον Σεπτέμβριο του 1792 στο Σπλιτ της Δαλματίας οι Βενετοί, κατόπιν αιφνιδιαστικής επίθεσης συνέλαβαν τον Ανδρίτσο και την ολιγομελή φρουρά του. Ανακρινόμενος, ο Ρουμελιώτης κοπετάνιος αποδέχθηκε όσα του καταμαρτύρησαν και δήλωσε ευθέως ότι, εάν τον απελευθέρωναν, θα συνέχιζε την αντιτουρκική του δράση. Ακολούθησε μία διπλωματική αντιπαράθεση Τουρκίας και Ρωσίας, καθώς η δεύτερη; επιχειρώντας να σώσει τον Ανδρίτσο, αξίωσε από τους Βενετούς να τον παραδώσουν στον Ρωσικό Στρατό. Εκείνοι όμως έπραξαν διαφορετικά. Παρέδωσαντον Αύγουστο του 1793 τρεις από τους κρατουμένους στους Τούρκους: τον καπετάνιο Ανδρίτσο τον συναγωνιστή του Πάνο Τζίρα και τον ιερέα Ιωσήφ Γκινάκα. Στο τέλος του 1793 οι προαναφερθέντες οδηγήθηκαν στις φυλακές της Κωνσταντινούπολης.

Η Μόσχα, με συνεχή διαδήματα προσπαθήσει αποτρέψει τη θανάτωση τους. Δύο χρόνια αργότερα μάλιστα, οι Τούρκοι απελευθέρωσαν τους δύο συγκρατούμενους του Ανδρίτσου. Για τον ίδιο. όμως, επιφύλαξαν σκληρό τέλος, μη ξεχνώντας όσα είχαν υποστεί από αυτόν.

Τον Δεκέμβριο του 1797, ενώ ο Ρουμελιώτης πρωτοκαπετάνιος είχε συμπληρώσει τέσσερα χρόνιαί φυλακές της Πόλης, ξεψύχησε μετά από βασανιστήρια που διήρκεσαν πολλές ημέρες. Οι Τούρκοι πέταξαν το πτώμα του στον Βόσπορο. Το όνομα του δόξασε όμως ο γιος του, άξιος συνεχιστής των αγώνων του.

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος γεννήθηκε στην το 1790, λαμβάνοντας ως επίθετο το όνομα του πατέρα του. Η πατρική απώλεια σημάδεψε τα παιδικά χρόνια του Οδυσσέα, που ανατράφηκε με τον πόθο της εκδίκησης. Από τα 12 του χρόνια έως τα 28 ο Οδυσσέας Ανδρούτσος έζησε στα Ιωάννινα μαθαίνοντας πολεμική τέχνη στην Αυλή του Αλή πασά, όπως πολλοί εκκολαπτόμενοι αρματολοί. Το 1816, ενώ ο πασάς επεξέτεινε την εδαφική του επικράτεια, ανάθεσε στον Οδυσσέα Ανδρούτσο το αρματολίκι τηί βαδειάς. Ο νεαρός αρματολός οργάνωσε το αρματολίκι, αποκαθιστώντας την τάξη και την ασφάλεια, ταυτόχρονα όμως άρχισε να αυτονομείται από τον πασά. Αποκατέστησε επαφή με τους οπλαρχηγούς του Παρνασσού και της Γκιώνας. Η διοικητική στρατιωτική πείρα την οποία αποκόμισε ο Οδυσσέας Ανδρούτσος διαφεντεύοντας το αρματολίκι της Λιβαδειάς αποδείχθηκε πολύτιμη στην Επανάσταση 1821. Η πτώση του Αλή πασά και το τέλος της τυρανίας του βρήκαν τον Οδυσσέα Ανδρούτσο μυημένο στη Φιλική Εταιρεία και αρχηγό μίας δύναμης ανδρών. Με τη δράση του κατά την Επανάσταση ο Οδυσσέας φάνηκε αντάξιος του θρύλου του πατέρα του, ενώ στη Γραβιά τον υπερέβει. Το άδικο όσο τραγικό του τέλος, από ελληνικά χέρια, τον Ιούνιο του 1825, στέρησε τη συνέχεια του Αγώνα από έναν ικανότατο οπλαρχηγό που είχε προσφέρει ήδη πάρα πολλά.

΄Ενας άλλος οπλαρχηγός που άφησε εποχή ήταν ο Κατσαντώνης, ο γνωστότερος ίσως κλέφτης που γέννησε η Πίνδος. ΄Ηταν γιος κτηνοτρόφου, από το Βαπατέτσι Ιωαννίνων. Από νεαρή ηλικία πήρε τα όπλα και εξήλθε στα βουνά ως κλέφτης. Μαζί του έδρασαν τα περισσότερα μέλη της οικογένειας: τα αδέλφια του Κώστας και Γιώργος, ο εξάδελφος του Τσόγκας και ο καπετάνιος Δίπλας, που ήταν πνευματικός του πατέρας. Ο Κατσαντώνης γεννήθηκε σε ένα χωριό των Αγράφων, τον Μάραθο, το 1775. Μεγάλωσε σε οι¬κογένεια και περιβάλλον επαναστατών, αφού ο πατέρας του, ονόματι Μακρυγιάννης, έζησε παλαιότερα ως ανυπότακτος κλέφτης στην Πίνδο. Οταν ο Μακρυ¬γιάννης απέκτησε τον πρώτο του γιο, τον Αντώνη [(τον μετέπειτα Κατσαντώνη) επέλεξε ως κουμπάρο τον φημισμένο καπετάνιο Δίπλα. Ο Δίπλας ήταν από τους πιο ονομαστούς κλέφτες των Αγράφων, διαθέ¬τοντας δικό του ένοπλο σώμα 150 ανδρών. Αυτός λοιπόν βάπτισε τον Αντώνη, ο οποίος απέκτησε άλλους δύο αδελφούς: ο ένας ήταν ο Κώστας, που έγινε γνωστός ως Λεπενιώτης, γιατί γεννήθηκε στη Λεπενού της Ευρυτανίας. Ο τρίτος γιος, ο Γιώργος, έλαβε το προσωνύμιο Χασιώτης, αφού έτυχε να γεννηθεί στα Χάσια. Αναθρεμμένος μέσα στην κλέφτικη ζωή και τις παραδόσεις της, ο Αντώνης επιδίωξε να εξέλθει και ο ίδιος ως κλέφτης στα βουνά. Από τις συνεχείς εκκλήσεις της μητέρας του να «κάτσει φρόνιμα» (κάτσε Αντώνη), απέκτησε το προσωνύμιο με το οποίο έγραψε τον δικό του θρύλο: Κατσαντώνης.

Το 1800 έλαβε χώρα ένα περιστατικό που σημάδευσε τον εικοσιπεντάχρονο τότε Αντώνη και στάθη¬κε η αφορμή να λάθει τη μεγάλη απόφαση. Οι Τούρκοι τον συνέλαβαν κατηγορώντας τον για ζωοκλοπή. Τον Βασάνισαν άγρια, ενώ δεν είχε καμία σχέση με την κλοπή, με μοναδικό σκοπό να αποσπάσουν λύτρα από τον πατέρα του. Ο γερο-Μακρυγιάννης αναγκάστηκε να καταβάλει μεγάλα ποσά για να απελευθερωθεί ο γιος του, όμως ο Αντώνης δεν είχε πει την τελευ¬ταία του λέξη. Ενεδρεύοντας επί ημέρες, συνά¬ντησε τελικά τον Τούρκο αξιωματούχο που τον είχε συλλάβει και βασανίσει. Στην άγρια πάλη που διεξήχθη, ο Κατσαντώνης τον φόνευσε πυροβολώντας τον στο κεφάλι. Η συνέχεια ήταν μο¬νόδρομος: εντάχθηκε στο σώμα του πνευματικού του πατέρα, του καπετάνιου Δίπλα.
Γρήγορα άρχισε να αποκτά φήμη και στο βάπτισμα του πυρός, με δέκα επιπλέον κλέφτες, εξολόθρευσε στα ΄Αγραφα διπλάσια δύναμη Τουρκαλβανών. Την ίδια περίοδο, πιθανότατα το 1801, α¬ντιμετώπισε δύναμη 60 Τουρκαλβανών και φόνευ¬σε οκτώ από αυτούς. Ο γηραιός καπετάνιος, ο Δί¬πλας, ούντομα τον έχρισε διάδοχο του καιη φήμη του Κατσαντώνη εξαπλώθηκε σε ολόκληρη τη Ρούμελη. Η. δράση του, που επεκτάθηκε στα όρη του Ασπροποτφ μου και τα Αγραφα, προκάλεσε την οργή του Αλή πα¬σά των Ιωαννίνων. Πολυάριθμα αποσπάσματα εξαπολύθηκαν για τον εντοπισμό και τη σύλληψη του, χω¬ρίς όμως αποτέλεσμα. Το ένοπλο σώμα το πύκνωσαν πολλοί νέοι και φιλόδοξοι κλέφτες: οι δύο του αδελ¬φοί, Κώστας Χασιώτης και Γιώργος Λεπενιώτης, ο Δημοτσέλιος και ο Γεώργιος Καραϊσκάκης. Η δύναμη αυ¬τή κυριάρχησε στα Αγραφα, ανατρέποντας τα σχέδια του Αλή πασά, ο οποίος επιδίωκε να επεκτείνει την ε¬πιρροή του έως τη Στερεά Ελλάδα. Ο Κατσαντώνης τον είχε ουσιαστικά αποβάλει από τα Αγραφα και τα έ¬νοπλα τουρκαλβανικά αποσπάσματα που έστειλε ενα¬ντίον του ο Αλή, επέστρεφαν μονίμως ηττημένα.

Την άνοιξη του 1803 κατέφθασε στην περιοχή ο διαβόητος Ιλιάσμπεης με 300 Τουρκαλβανούς. Η ε¬ντολή ήταν να συλλάβει και να μεταφέρει στα Ιωάννι¬να νεκρό η ζωντανό τον Κατσαντώνη. Η μάχη έλαβε χώρα σε ορεινή τοποθεσία ανάμεσα στα χωριά Νεράι¬δα και Κλειστό. Επί τρεις ώρες ο Κατσαντώνης και οι άνδρες του απεκρουαν τις συνεχείς εφόδους των α¬ντιπάλων τους, ώσπου ο Ιλιάσμπεης έπεσε νεκρός από εύστοχα ελληνικά πυρά. Η συνέχεια υπήρξε τρα¬γική για τους Τουρκαλβανούς, που αποδεκατίστηκαναπό μια ορμητική έφοδο των κλεφτών. Λίγες δεκάδες μόνο από εκείνο το ασκέρι των 300 κατάφεραν να δια¬φύγουν. Ο Κατσαντώνης έχασε μόνο τρεις άνδρες, τους οποίους έθαψαν με όλες τις τιμές στο χωριό Κλειστό.

Ο Αλή πασάς κατέφυγε τότε σε άλλα μέσα. Εστει¬λε να συλλάβουν αιφνιδιαστικά τους γονείς του Κα¬τσαντώνη. Ο γηραιός Μακρυγιάννης και η γυναίκα του μεταφέρθηκαν στα Ιωάννινα. Αφού βασανίστη¬καν άγρια επί δύο ημερονύκτια, με εντολή του Αλή ρί¬χθηκαν στη λίμνη Παμβώτιδα. Η επόμενη κίνηση του Αλή πασά ήταν να στείλει νέα δύναμη κατά του Κα¬τσαντώνη. Με επικεφαλής τον στυγνό Γιουσούφ Αρά¬πη, το τουρκαλβανικό εκστρατευτικό απόσπασμα εκ¬κίνησε από τα Γιάννενα ακολουθώντας νότια πορεία. Αφού κατατρομοκράτησαν τα χωριά της Αρτας, του Βάλτου και του Ξηρομέρου, κινήθηκαν προς την Ευ¬ρυτανία, για να διεισδύσουν στα Αγραφα από δυτικά. Ο Κατσαντώνης είχε κοντά του 80 μόνο παλληκάρια, ενώ η δύναμη των Τουρκαλβανών ήταν πενταπλάσια. Δίχως να υπολογίσει τους αριθμούς, ο Ελληνας πρωτοκαπετάνιος έστησε ενέδρα στους διώκτες του κο¬ντά στο χωριό Κεχρινιά. Η αιφνίδια προσβολή την ο¬ποία υπέστησαν πανικόβαλε τους Τουρκαλβανούς. ΄Οταν, κατόπιν ανταλλαγής φονικών πυρών που διήρ¬κεσε μία ώρα, απαγγιστρώθηκαν, ο απολογισμός κατέδειξε το μέγεθος της καταστροφής: 145 κείτονταν νεκροί, ανάμεσα τους και ο υπαρχηγός Μουσταφά μπέης. Ο Γιουσούφ Αράπης συγκέντρωσε όσους επέζησαν και επέστρεψε στα Ιωάννινα. Για τον Κατσαντώνη ήταν η πιο περίλαμπρη νίκη που είχε καταγάγει ως τότε. Αξίζει να σημειωθεί ότι η εξόντωση Τουρκαλβανών στη μάχη της Κεχρινιάς επιτεύχθηκε με ελάχιστες για τους Ελληνες απώλειες: τρία παλλικάρια του Κατσαντώνη έπεσαν νεκρά.

Το καλοκαίρι του 1806 νέα δύναμη εξαπολύθηκε εναντίον του Κατσαντώνη, έχοντας ως αρχηγό το Χασάν Μπελούση, από τους ικανότερους επιτελείς του Αλή πασά. Οι δύο αντίπαλοι συναντήθηκαν στο Κεράσοβο της Ευρυτανίας. Ο Κατσαντώνης από τον Χασάν προσωπική μονομαχία, την οποία Τουρκαλβανός κατόπιν πολλών δισταγμών αποδέχθηκε. Την κρίσιμη ώρα, ενώ οι αντίπαλοι είχαν παραταχθεί ο ένας απέναντι από τον άλλον, ο Χασάν λούσης τρομαγμένος οπισθοχώρησε, αρνούμενος να μονομαχήσει. Η ταπεινωτική αυτή κίνηση του αρχηγού τους έκανε τους Τουρκαλβανούς να απολέσου το ηθικό τους. Σε διάστημα λίγης ώρας μεταβλήθηκαν από διώκτες σε διωκόμενους και αφού οπισθοχώ¬ρησαν, κλείστηκαν στο μοναστήρι του Αγίου Αιμιλιανού. Οι άνδρες του Κατσαντώνη προσέβαλαν τη μονή, δεν κατάφεραν όμως να την εκπορθήσουν. Στην περιοχή κατέφθασε και δεύτερος αξιωματικός του Αλή πασά, ο Μπεσιάρ μπέης, με νέες δυνάμεις. Αυτός δοκίμασε να απεγκλωβίσει από μοναστήρι τον Χασάν Μπελούση. Και αυτό απέτυχε το ένοπλο σώμα του αποδεκατίστηκε και επέστρεψε άπρακτος στα Ιωάννινα. Ο Κατσαντώνης αποσύρθηκ στα δυσπρόσιτα λημέρια του και συνέχισε τον πόλεμο φθοράς.
Στο τέλος του 1806 η δόξα του Ελληνα γού έφθασε στο αποκορύφωμα της. Νέες τουρκαλβανικές δυνάμεις που στάλθηκαν εναντίον του επέστρεψαν στα Ιωάννινα με μεγάλες απώλειες. Σε μία από τις μάχες αυτές ο Κατσαντώνης τραυματίοτηκε στο πόδι. Υπό περιπετειώδεις και αντίξοες συνθήκεα μεταφέρθηκε κρυφά στην Κέρκυρα, όπου τον περίθαλψαν για τρεις μήνες. Στις αρχές Μαΐου του 18071 ο Αλή πασάς εξαπέλυσε 11.000 Τουρκαλβανούς, πεζούς και ιππείς, στην επαρχία της Βόνιτσας. Εναντίον τους αντιστάθηκαν επιδιδόμενοι σε πόλεμο φθοράς οι Κατσαντώνης και Κίτσος Μπότσαρης. Από τη δύναμη αυτή, τη μεγαλύτερη που είχε συγκεντρώσει μέχρι τότε ο Αλή πασάς, 500 περίπου άνδρες αποσπάσθηκαν και κινήθηκαν ανατολικά, με στόχο τα χωριά των Αγράφων. Διοικητή τους είχαν τον περιβόητο Βελή Γκέκα, τον οποίο ο Αλή πασάς θεωρούσε τον ικανότε¬ρο αξιωματικό του. Σε δύσβατη θέση, κοντά στο χωριό Προσηλιάκο, ο Κατσαντώνης τους έστησε ενέδρα. ΟιΤουρκαλδανοίπροχωρούσαν αργά, ανυποψία¬στοι, δίχως να έχουν αντιληφθεί την παρουσία• Ελλήνων. Ο ίδιος ο Βελή Γκέκας, έφιππος, κινείτο πρώτος. Η απερισκεψία του να μη τοποθετήσει προπομπούς ανιχνευτές, θα του κόστιζε ακριβά. Τρεις κάννες εκπυρσοκρότησαν ταυτόχρονα: του Κατσαντώνη, του αδελφού του Γιώργου Λεπενιώτη και του νεαρού Γεωργίου Καραϊσκάκη, πρωτοπαλληκάρου του Κατσαντώνη. Το σώμα του Βελή Γκέκα, διάτρητο από τα πυρά, σωριάστηκε άψυχο στη γη. Δεκάδες Τουρκαλβανοί φονεύθηκαν επιτόπου, ενώ οι υπόλοιποι τράπηκαν σε άτακτη φυγή. ΄Ηταν άλλη μία σημα¬ντική νίκη, που κράτησε τα ΄Αγραφα ελεύθερα. Η λαϊ¬κή δοξασία και ο θρύλος, θέλοντας να διευκρινίσουν το αδιευκρίνιστο, απέδωσαν στο τυφέκιο του Καραϊ¬σκάκη τον θάνατο του Βελή Γκέκα.

Η ηγετική μορφή του Κατσαντώνη και η πολεμική του δεξιότητα επικυρώθηκαν τον Ιούλιο του 1807 στη Λευκάδα, όπου συγκεντρώθηκαν εκατοντάδες κλεφταρματολοί, ανακηρύσσοντας τον Κατσαντώνη «πο¬λέμαρχο». Ο φλογερός και πατριωτικός λόγος του Κα¬τσαντώνη εντυπωσίασε τους πάντες και το μέλλον του προδιαγραφόταν λαμπρό και ένδοξο, αλλά σύντο¬μα η τύχη τον εγκατέλεψε. Το πρώτο κτύπημα το δέ¬χθηκε όταν ο Δίπλας, ο καπετάνιος κοντά στον οποίο έμαθε να πολεμά, φονεύθηκε σε μάχη κατά των Τούρκων. Ο ίδιος ο Κατσαντώνης, τον Αύγουστο του 1809 προσβλήθηκε από ευλογιά. Το κορμί του γεμάτο εξανθήματα ταλαιπωρείτο μόνιμα πλέον από πυρετό και δεν ήταν σε θέση να περπατήσει. Διέταξε τους άνδρες του να τον μεταφέρουν σε σπήλαιο, το οποίο μετέτρεψαν σε κρησφύγετο, σε μία χαράδρα, πλάι οτο βουνό Μοναστηράκι. Εκεί εγκαταστάθηκαν ο άρ¬ρωστος Κατσαντώνης, πέντε άνδρες ως φρουρά και ο αδελφός του Κώστας Χασιώτης. Ο άλλος του αδελ¬φός, ο Λεπενιώτης, μαζί με τον Καραϊσκάκη, ανέλαβαν τη διοίκηση του ένοπλου σώματος. Το σπήλαιο ό¬μως εντοπίατηκε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, που παρέπεμπαν σε προδοσία. Κατά μία εκδοχή, την ύ¬παρξη του κρησφύγετου φανέρωσε ένας καλόγερος από το γειτονικό μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη. ΄Αλλοι έκαναν λόγο για έναν χωρικό, φίλο του Κατσαντώνη, που τους τροφοδοτούσε με τα απαραίτητα και ο οποί¬ος θεωρείτο υπεύθυνος για την προδοσία.

΄Ηταν Αύγουστος του 1809 όταν δύναμη 700 Τουρκαλβανών περικύκλωσε το σπήλαιο. Ο Κατσαντώνης παρακάλεσε τον αδελφό του να του πάρει το κεφάλι, για να μη τον συλλάβουν ζωντανό. Ο Χασιώτης αρνή¬θηκε και τελικά αποφάσισαν να διενεργήσουν έξοδο. Οι πέντε άνδρες που φρουρούσαν το σπήλαιο έπεσαν νεκροί, μετά όμως τα τουρκικά πυρά σταμάτησαν, α¬πόδειξη πως ήθελαν τους δύο αδελφούς ζωντανούς. Ο Χασιώτης αμύνθηκε με το γιαταγάνι στο χέρι, υπε¬ρασπιζόμενος τον κατάκοιτο αδελφό του. Οι Κατσαντωναίοι, αφού συνελήφθησαν ζωντανοί, μεταφέρθη¬καν στα Ιωάννινα. Αφού βασανίστηκαν επί έναν μήνα στις ανήλιαγες φυλακές του Κάστρου, ο Αλή πασάς διέταξε να θανατωθούν με τον πιο φρικιαστικό τρό¬πο. Τους έδεσαν καταγής, ανάσκελα, κάτω από έναν πλάτανο. Υπό την καθοδήγηση του ανηψιού του νε¬κρού Βελή Γκέκα, με σφυριά και αμόνια, αργά και βα¬σανιστικά, τους «λιάνισαν», κατά την έκφραση της ε¬ποχής, δηλαδή θρυμμάτισαν τα οστά. Το μαρτύριο διήρκεσε ώρες, μέχρι που ο Κατσαντώνης και ο Χα¬σιώτης ξεψύχησαν.

•-.
Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος περιέγραψε ως «λαμπρά» τα κατορθώματα των Κατσαντωναίων. Μετά τη φρικτή θανάτωση του Κατσαντώνη και του Χασιώτη και την εξόντωση του αδελφού τους Λεπε¬νιώτη, την αρχηγία του 300 ανδρών σώματος ανέλαβαν ο καπετάνιος Τσόγκας και ο Γεώργιος Καραϊσκά¬κης. Ο Αλή πασάς τους προσέλκυσε, όμως, με το μέ¬ρος του. Τον Τσόγκα τον διόρισε αρματολό στην Βόνι¬τσα και τον Καραϊσκάκη τον τοποθέτησε στη σωματο¬φυλακή του, στα Ιωάννινα. Αναμφίβολα η «θητεία» του Γεωργίου Καραϊσκάκη δίπλα στον Κατσαντώνη αποτέλεσε πολύτιμη εμπειρία. Αργότερα εγκατέλειψε τα Ιωάννινα και συνεργάστηκε με τους οπλαρχηγούς των Αγράφων Μπακόλα και Βαρνακιώτη. Φρόντισε να επιδείξει από την αρχή τις διοικητικές του ικανότη¬τες, λειτουργώντας ρηξικέλευθα και με πνεύμα και¬νοτόμο.
Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης εισήγαγε πρώτος δημο¬κρατικούς θεσμούς αυτοδιοίκησης στον χώρο τον ο¬ποίο εξουσίαζε. Προωθούσε τους ικανότερους πολε¬μιστές, παραμερίζοντας τελείως τον παράγοντα «κληρονομικότητα» και την καταγωγή καθενός. Ο Ιω¬άννης Βλαχογιάννης έγραψε ότι προωθούσε μάλλον τους νεαρούς, που κατάγονταν από πτωχές οικογέ¬νειες. Παράλληλα, ο Καραϊσκάκης ίδρυσε «τράπεζαν οικονομικήν των εσόδων και των εξόδων», μέσω της οποίας γινόταν με διαφάνεια η διαχείριση των εισφο¬ρών των κατοίκων και της λείας από τις μάχες. Ο ιστο¬ρικός Τάσος Βουρνάς χαρακτήρισε τον Γεώργιο Κα¬ραϊσκάκη «γνήσιο τέκνο του επαναστατημένου ελλη¬νικού λαού, που υπηρέτησε στις ομάδες του Κατσα¬ντώνη και έτσι ανατράφηκε μέσα στις πιο γνήσιες πα¬ραδόσεις της κλεφτουριάς».

Οπωσδήποτε, η σημαντικότερη προσφορά του Γε¬ωργίου Καραϊσκάκη αφορά τα πεπραγμένα στη διάρ¬κεια της Επανάστασης του 1821. Ούτε αυτός διέφυγε από τη μοίρα των κλεφταρματολών, που τους ήθελε να πέφτουν όρθιοι, στη μάχη. Ο θάνατος του στο Φά¬ληρο της Αττικής επισφράγισε την ηρωική του πο¬ρεία, τοποθετώντας των μεταξύ των κορυφαίων μορ¬φών της εθνεγερσίας.

Μία άλλη ένδοξη οικογένεια που ανέδειξε μια α¬κόμη κορυφαία φυσιογνωμία, ήταν οι Γραμματικοί. Εδρασαν στον Παρνασσό κατά τον 18ο αιώνα. Κοιτίδα και έδρα τους ήταν το χωριό Μουσενϊτσα της Παρ-νασσίδας. Τελευταίος επίγονος των Γραμματικών υ¬πήρξε ο Αθανάσιος Διάκος. Παππούς του ήταν ο κα¬πετάνιος Αθανάσιος Γραμματικός και πατέρας του ο Νικόλαος. Ο παππούς του Αθανασίου Διάκου, Αθανάσιος Γραμματικός, έγραψε τη δική του ιστορία στον Παρνασσό. Ο γηραιός Γραμματικός υπήρξε ονομα¬στός κλέφτης της περιοχής, μαθαίνοντας από μικρός την πολεμική τέχνη στο ένοπλο σώμα του καπετάνιου Κωνσταντάρα. Το 1802, σε ηλικία 16 ετών, ο εγγονός του Αθανάσιος χειροτονήθηκε από τον δεσπότη του Λιδωρικίου διάκος, γεγονός που του χάρισε το επίθε¬το με το οποίο πέρασε στην αθανασία. Αφορμή για να πετάξει ο νεαρός Αθανάσιος το ράσο ήταν η δολοφο¬νία του Φερχάτ μπέη των Σαλώνων (Αμφισσας) από τα χέρια του. Στα 18 του χρόνια συντάχθηκε στο σώμα του Σκαλτσοδήμου και γρήγορα κατέληξε να γίνει πρωτοπαλλήκαρο. Η αντιπάθεια του Διάκου προς τους Τούρκους εξελίχθηκε σε ασίγαστο και ανεξέλε¬γκτο μίσος, όταν αυτοί δολοφόνησαν τον πατέρα του και τον αδελφό του. Ο γερο-Γραμματικός και ο γιος του Αποστόλης συνελήφθησαν με την κατηγορία ότι στη στάνη τους περιέθαλπαν κλέφτες. Οι Τούρκοι τους έκλεισαν στις φυλακές της Υπάτης, όπου μαρτύ¬ρησαν από τα βασανιστήρια. Ο Αθανάσιος Διάκος, θρηνώντας πατέρα και αδελφό, ορκίστηκε τότε να εκδικηθεί.

Περί το 1810 το ένοπλο σώμα του Σκαλτσοδήμου και του Διάκου φαίνεται πως είχε αναλάβει έντονη δράση, οι δε Τούρκοι δεν ήταν σε θέση να το εξοντώ¬σουν. Τους δελέασαν τότε, προσφέροντας τους το αρματολίκι του Λιδωρικίου, το οποίο μοιράστηκαν Διάκος και Σκαλτσοδήμος. Ακολούθησαν όμως προ¬στριβές μεταξύ τους και το 1814 ο Διάκος εγκατέλει¬ψε τη Φωκίδα και βρέθηκε στα Ιωάννινα. ΄Ηταν η περίοδος που ο Αλή πασάς επιδείκνυε σαφείς τάσεις αυτονόμησης από την Οθωμανική αυτοκρατορία. Εχοντας ανάγκη τους Ελληνες καπετάνιους για την αντιμετώπιση του σουλτάνου, προσεταιρίστηκε αρκε¬τούς από αυτούς, ανάμεσα τους και τον Διάκο. Στην Αυλή του Αλή πασά βρίσκονταν εκείνη την περίοδο ο Ανδρούτσος, ο Καραϊσκάκης και αρκετοί άλλοι, τους οποίους ο Διάκος είχε την ευκαιρία να γνωρίσει προ¬σωπικά. Ο Αλή πασάς, εκτιμώντας τις πολεμικές αρετές του, πρότεινε στον Αθανάσιο Διάκο να ενταχθεί στο επίλεκτο σώμα του. Εκείνος όμως αρνήθηκε, Αργότερα εγκατέλειψε τα Ιωάννινα και επανήλθε στα παλαιά ρουμελιώτικα λημέρια του. Ξεκίνησε ένοπλη δράση στην ορεινή Βοιωτία, προκαλώντας πολλά προβλήματα στους εντόπιους μπέηδες. ΄Οταν, το 1816, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος ανέλαβε τη διοίκηση στο αρματολίκι της Λιβαδειάς, τοποθέτησε τον Διάκο μεταξύ των πρωτοπαλληκάρων του.

΄Οταν εκδηλώθηκε ανοικτά η σύγκρουση ανάμεσα στην Υψηλή Πύλη και τον ανεξέλεγκτο πλέον Αλή πα¬σά, ο Αθανάσιος Διάκος κλήθηκε να αναλάβει την προστασία των Οθωμανών αξιωματούχων της Λιβα¬δειάς, διοικώντας το αρματολίκι της περιοχής. Επιβε¬βαιώνεται έτσι και στη δική του περίπτωση το φαινόμενο της μεταπήδησης από τον ρόλο του κλέφτη σε αυτόν του αρματολού και αντίστροφα.

Το 1820 ο Αθανάσιος Διάκος και ο Οδυσσέας Ανδρούτσος μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρεία από τον Αθανάσιο Ζαρείφη. Οι δύο τους έδωσαν από κοινού τον μυστικό όρκο στη Φιλική Εταιρεία και την πατρί¬δα. Και τον τήρησαν ακέραιο, προσφέροντας τη ζωή τους για την ελευθερία του υπόδουλου έθνους. Λίγο πριν την Επανάσταση ο Διάκος ήταν κατ’ ουσίαν κυ¬ρίαρχος στο αρματολίκι της Λιβαδειάς, ενώ ο Ανδρού¬τσος είχε ήδη αποσυρθεί στα ορεινά, ετοιμάζοντας τις δυνάμεις του για τον Αγώνα. Στις 25 Μαρτίου 1821 ο Διάκος κινήθηκε γρήγορα και αποφασιστικά. Συνεκάλεσε τους οπλαρχηγούς της Βοιωτίας σε σύσκεψη και πέντε ημέρες αργότερα προσέβαλε τη Λιβαδειά, την οποία απελευθέρωσε την 1η Απριλίου. Την ημέρα εκείνη στη Βοιωτική πρωτεύουσα όλοι οι κάτοικοι συ¬γκεντρώθηκαν στον ναό της Αγίας Παρασκευής, όπου ο ίδιος ο Αθανάσιος Διάκος ύψωσε τη σημαία του Αγώνα. Στη συνέχεια, μαζί με τον εξάδελφο του Αντώ¬νη Κοντουσόπουλο και το πρωτοπαλλήκαρό του Βα¬σίλη Μπούσγο, ο Διάκος ελευθέρωσε τη Θή6α και κι¬νήθηκε προς τη Λοκρίδα, όπου κατέλαβε και την Ατα¬λάντη.

Η μοναδική όσο και ηρωική πορεία του Αθανασίου Διάκου κατέληξε με δραματικό τρόπο στη θυσία και από εκεί στην αθανασία. Ηταν 23 Απριλίου 1821, όταν, μετά την εποποιία της Αλαμάνας, ξεψύχησε στα χέρια των Τούρκων δημίων. Ο πρόωρος θάνατος του στέρη¬σε τον Αγώνα, που μόλις είχε αρχίσει, από έναν ικανό και νεότατο καπετάνιο

_________________
Ει Κύριος μεθ ημών, ουδείς καθ ημών

Ω ξήν, αγγέλεις Λακεδαιμονίοις, ότι τήδε κείμεθα, τοις κείνων ρήμασι (αεί) πειθόμενοι!


Top
 Profile  
 
 Post subject: Re: ΑΡΜΑΤΩΛΟΙ ΚΑΙ ΚΛΕΦΤΕΣ
Unread postPosted: 19 Mar 2010, 13:05 
Forum Legend
Forum Legend

Joined: 30 Oct 2007, 09:47
Posts: 1331
Location: Εδεσσα
Has thanked: 0 time
Have thanks: 5 time
Highscores: 19
ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Αναμφίβολα, η συμβολή των κλεφταρματολών στην επιβίωση του υπόδουλου Ελληνισμού υπήρξε θεμελιώδης. Αυτοί εφήρμοσαν στην πράξη την αντί¬σταση, καθολική και διαχρονική, σε βάρος των κατα¬κτητών. Αυτοί διατήρησαν υψωμένα τα λάβαρα του α¬γώνα και έστησαν νέες Θερμοπύλες, συχνά επιλέγο¬ντας να γίνουν ολοκαύτωμα παρά να προσκυνήσουν. Με τα κατορθώματα τους, που έφθαναν μέχρι αυτο¬θυσίας, παρακίνησαν ακόμη και τους καθαρόαιμους ληστές, που δεν λειτουργούσαν με εθνικά κίνητρα, να συμπράξουν σταδιακά, κτυπώντας και αυτοί τον δυνάστη.

Λίγο πριν το 1821 πολλοί ληστές είχαν πλέον ανα¬πτύξει κάποια εθνική συνείδηση, που δεν αντανα¬κλούσε τόσο μία αμιγή αυτογνωσία σχετικά με τη φυ¬λή και το ένδοξο παρελθόν, όσο - και κυρίως αυτό – μίσος για τους Τούρκους και ό,τι αυτοί, ως δυνάστες, α¬ντιπροσώπευαν. Στα πρόσωπα των ενόπλων του χει¬μαζόμενου γένους ο απλός ραγιάς διεϊδε την ελπίδα, στηρίχθηκε, έμεινε ζωντανός. Στη συνείδηση του λα¬ού οι ένοπλοι αγωνιστές του υπόδουλου γένους εξυ¬ψώθηκαν, τραγουδήθηκαν, υμνήθηκαν μαζί με τα βουνά και τις περιοχές με τις οποίες συνδέθηκαν.

Κορυφαίο σημείο αναφοράς, με πολλαπλούς συμ¬βολισμούς, αναδείχθηκε ο ΄Ολυμπος και τα αρματολί¬κια του. ΄Οπως γλαφυρά γράφτηκε, «διαρκούσης της φοβερός δουλείας καθ' ην ετουρκοκρατείτο απ'ά¬κρου εις άκρον ο Ελληνισμός, ο ΄Ολυμπος ήταν η Αγία Κιβωτός, το καταφύγιο... Εκεί κατέφυγεν η ελευθε¬ρία, εκεί εγεννήθησαν και εγαλουχήθησαν οι κλέ¬φτες και οι αρματολοί... Εκείθεν οι ημίθεοι τουρκο¬φάγοι αγνάντευαν την δουλωμένην Κωνσταντινούπολιν, κλαίοντες».

Ο δεύτερος παράγοντας επιβίωσης του Ελληνι¬σμού, πλάι στην ένοπλη αντίσταση την οποία εκπρο¬σώπησαν επάξια κλέφτες και αρματολοί, ήταν η Εκκλησία. Αυτό αφορά ως εκτίμηση μία συνολική θε¬ώρηση του ρόλου της, παρά τις επιμέρους αρνητικές εξαιρέσεις. Τα λόγια του ιστοριοδίφη Γεωργίου Τερ¬τσέτη, του δικαστή που αρνήθηκε να καταδικάσει τον Κολοκοτρώνη, συμπυκνώνουν την προσφορά της Εκκλησίας στη διατή¬ρηση της εθνικής επιβίωσης: «Η άλλη αιτία της σωτηρίας του ελληνικού έθνους (μετά τους αγώνες κλεφτών και αρματολών) ήταν η Εκκλη¬σία. Χάριν αυτής το ΄Εθνος δεν εχάθη στην αιχμαλω¬σία, δεν εχώνευσε εις τα σπλάχνα του νικητού. ίο αιχμάλωτο γένος ηύρε καταφύγιο εις το Αγιον Βήμα των Εκκλησιών, εις την Αγίαν Τράπεζαν. Εκεί ετελού-ντο τα μυστήρια της πίστης, εκεί και το μυστήριο της υπάρξεως του ελληνικού έθνους».

΄Οσον αφορά την εισφορά σε αγώνες και αίμα των κλεφταρματολών, διαφαίνεται στα κείμενα της εποχής, αλλά και μεταγενέστερα, το ίδιο πάντα συναίσθημα: θαυμασμός για αυτούς και τίποτα λιγότε¬ρο. Τον θαυμασμό αυτό για τους κλέφτες εξέφρασε λίγο πριν την Επανάσταση, ο Ανώνυμος της «Ελληνι¬κής Νομαρχίας», του περίφημου εκείνου εγκολπίου του Ελληνισμού, που εκδόθηκε το 1806: «Σήμερον εις όλην την Ελλόδαν ευρίσκονται περισσότεροι από 10.000 από αυτούς (εννοεί κλέφτες πολεμιστές στα βουνά). Πού εσπούδαξαν τακτική για να αντιστέ¬κονται στο πλή&ος των Τούρκων και πάντα να τους κούν; Η ανδρείο τους δεν γίνεται να διηγηθεί, η αγά¬πη τους για την ελευ&ερία δεν γίνεται να περιγρα¬φεί».
Και συνεχίζει το γλαφυρό κείμενο, αναφερόμενο στη σκληρή ζωή των κλεφτών; «Συχνά, όταν δεν συ¬ναντούν εχ&ρούς για να πάρουν με την νίκη τα όσα τους είναι αναγκαία, ζουν δυο και τρεις ημέρες με νε¬ρό και χόρτα. Καθένας (κλέφτης) αξίζει δέκα ξένους αρχιστράτηγους για την εξυπνάδα τους στον νου και για τις πολεμικές εφευρέσεις. Για την αγάπη τους προς την ελευ&ερία όμως και για την μεγαλοψυχία τους δεν είναι δυνατόν να τους παρομοιάσουμε με κανέναν από τους τωρινούς αρχιστράτηγους».

Το κείμενο της «Ελληνικής Νομαρχίας», εκτός από την υπερβολή την οποία γεννά ο ενθουσιασμός, καταδεικνύει ό,τι προαναφέρθηκε: ότι λίγο πριν το 1821 οι κλέφτες δρούσαν ήδη ως άτακτος, εθνικού χαρακτήρα όμως, στρατός. Καπετάνιοι και παλληκάρια είχαν ενστερνιστεί πλήρως την αποστολή του: την εκδίωξη του κατακτητή, την επίτευξη του ποθούμε¬νου, την ίδια την ελευθερία.

Ο εθνομάρτυρας και οραματιστής της ελευθε¬ρίας των λαών της ΝΑ Ευρώπης, Ρήγας Βελεστινλής, στους κλέφτες και αρματολούς προσέ6λεπε. Στον «Υμνο Πατριωτικό της Ελλάδος και όλης της Γραικίας» ο Ρήγας ανέφερε ονομαστικά δεκάδες καπετά¬νιους, καλώντας τους πολλούς και ανώνυμους πολε¬μιστές να ακολουθήσουν το παράδειγμα τους. Ο Ρή¬γας Φεραίος ονόμασε τους Ελληνες ενόπλους «σταυ¬ραετούς του Ολύμπου» και «ξεφτέρια των Αγράφων». Η εκτίμηση και ο θαυμασμός προς αυτούς και ό,τι αντιπροσώπευαν προερχόταν αδιάκριτα από όλους, ε¬πωνύμους και ανωνύμους. Οι πολεμιστές του έθνους εισέπρατταν τα ίδια ακριβώς συναισθήματα αγάπης από όλους, από τους επιφανέστερους λογίους μέχρι τον απλό λαό.

Ο Νικόλαος Κασομούλης, που, όπως και ο Κων¬σταντίνος Κούμας, έζησε από κοντά τους κλέφτες και τους αρματολούς, τους χαρακτήρισε «τουρκοφά¬γους» και προορισμένους «να αναλάβουν την σωτη¬ρία του Εθνους».

Προβαίνοντας σε μία συνολική αποτίμηση, θα συ¬μπεραίναμε με ασφάλεια ότι κλέφτες και αρματολοί, από κοινού με την Εκκλησία και τους κοινοτικούς θε¬σμούς, συναποτέλεσαν τους Βασικούς συντελεστές επιβίωσης του υπόδουλου γένους μέσα στο 6αθύ σκοτάδι της σκλαβιάς. Οπως εύγλωττα και εύλογα υ¬ποστήριξε ο Θεσσαλός ιστορικός Λάζαρος Αρσενίου, δίχως κλέφτες και αρματολούς και ενώ οι εξισλαμι¬σμοί είχαν προσλάβει μαζική μορφή στις πεδινές πε¬ριοχές της χώρας, δεν γνωρίζουμε τι είδους θολή κα¬τάσταση θα είχε διαμορφωθεί σε βάρος οπωσδήποτε του Ελληνισμού.

Αξίζει να σημειωθεί, εδώ στο τέλος, μία «λεπτομέ¬ρεια» που σημειολογικά έχει τη δική της ιδιαίτερη α¬ξία. Ο πρώτος πυροβολισμός της Επανάστασης του 1821 ρίφθηκε από έναν παλαιό κλέφτη, τον καπετάνιο Σουλιώτη. Το πραγματικό του όνομα ήταν Νικόλαος Χριστοδούλου και ήταν αυτός που στις 14 Μαρτίου 1821 φόνευσε τρεις Τούρκους φοροεισπράκτορες κο¬ντά στο χωριό Αγρίδι των Καλαβρύτων. Η πορεία προς την εθνεγερσία είχε πλέον αρχίσει, σαν το ποτάμι που δεν γυρνά πλέον πίσω. Η ώρα που θα έσπαζαν οι αλυ¬σίδες της σκλαβιάς είχε σημάνει.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
(1) Λάζαρος Αρσενίου: Η ΘΕΣΣΑΛΙΑ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ,
Εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα 1984.
(2) Ιωάννης Βασδραβέλλης: ΑΡΜΑΤΟΛΟΙ ΚΑΙ ΚΛΕΦΤΕΣ ΕΙΣ ΤΗΝ
ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΝ, Θεσσαλονίκη 1970.
(3) Ιωάννης Βλαχογιάννης: ΚΛΕΦΤΕΣ ΤΟΥ ΜΩΡΗΑ, 1715 - 1820,
Αθήναι 1935.
(4) Νικόλαος Ζιάγκος: ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΗ ΗΠΕΙΡΟΣ,
Αθήνα 1974.
(5) ΙΜΧΑ - Ιδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου: ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ
ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ ΣΕΡΒΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΥΣ
ΑΓΩΝΕΣ, 1804 - 1830, εκδ. ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 1979.
(6) Τάκης Κανδηλώρος: 0 ΑΡΜΑΤΩΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ,
1500 - 1821, Αθήναι 1924.
(7) Νικόλαος Κασομούλης: ΕΝΘΥΜΗΜΑΤΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΑ ΤΗΣ
ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ, Α&ήναι 1939.
(8) Δημήτρης Κιτσίκης: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ
ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ, εκδ. Εστία, Α9ήνα 1996.
(9) Δημήτριος Μπότσαρης: ΑΓΩΝΕΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, Αθήναι 1973.
(10) Ηλίας Οικονομόπουλος: ΑΡΜΑΤΟΛΟΙ ΚΑΙ ΚΛΕΦΤΑΙ,
Αθήναι 1902.
(11) Κωνσταντίνος Παπαρρηγόηουλος: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ
ΕΘΝΟΥΣ, εκδ. Γαλαξίας, Αθήναι 1971.
(12) Χριστόφορος Περραιβός: ΠΟΛΕΜΙΚΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ,
Εκδ. Βεργίνα, Αθήνα 1997.
(13) Κωνσταντίνος Σά&ας: ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΗ ΕΛΛΑΣ,
Αθήναι 1869.
(14) Κωνσταντίνος Σάθας: ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΙ ΕΝ ΤΗ ΔΥΣΕΙ
ΚΑΙ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΑΚΤΙΚΗΣ, Αθήναι 1885.
(15) Μιχάλης Σακελλαρίου: Η ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ
ΔΕΥΤΕΡΑΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΝ (1715 - 1821), εκδ. Ερμής,
Αθήνα 2000.
(16) Ιωάννης Χατζηφώτης: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ, εκδ. Παπαδήμας, Αθήνα 2001.

_________________
Ει Κύριος μεθ ημών, ουδείς καθ ημών

Ω ξήν, αγγέλεις Λακεδαιμονίοις, ότι τήδε κείμεθα, τοις κείνων ρήμασι (αεί) πειθόμενοι!


Top
 Profile  
 
 Post subject: Re: ΑΡΜΑΤΩΛΟΙ ΚΑΙ ΚΛΕΦΤΕΣ
Unread postPosted: 19 Mar 2010, 13:07 
Forum Legend
Forum Legend

Joined: 30 Oct 2007, 09:47
Posts: 1331
Location: Εδεσσα
Has thanked: 0 time
Have thanks: 5 time
Highscores: 19
Το ανωτέρο πόνημα, είναι το βιβλίο

"ΑΡΜΑΤΩΛΟΙ ΚΑΙ ΚΛΕΦΤΕΣ, ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ΣΚΛΑΒΩΜΕΝΟΥ ΓΕΝΟΥΣ"

TOY Σταύρου Καρκαλέτση, ιστορικού

_________________
Ει Κύριος μεθ ημών, ουδείς καθ ημών

Ω ξήν, αγγέλεις Λακεδαιμονίοις, ότι τήδε κείμεθα, τοις κείνων ρήμασι (αεί) πειθόμενοι!


Top
 Profile  
 
 Post subject: Re: ΑΡΜΑΤΩΛΟΙ ΚΑΙ ΚΛΕΦΤΕΣ
Unread postPosted: 19 Mar 2010, 15:21 
Forum Master
Forum Master

Joined: 11 Sep 2009, 11:06
Posts: 2007
Location: Pyrgos
Has thanked: 21 time
Have thanks: 167 time
πέστα ορέ αετέ μπάς και ξυπνήσει κανείς

_________________
Οι θεοί είναι ανθρωποί αθάνατοι
οι έλληνες θεοί θνητοί


Αριστοτέλης

Image


Top
 Profile  
 
 Post subject: Re: ΑΡΜΑΤΩΛΟΙ ΚΑΙ ΚΛΕΦΤΕΣ
Unread postPosted: 19 Mar 2010, 16:53 
Advanced Member
Advanced Member
User avatar

Joined: 14 Jan 2009, 15:55
Posts: 893
Location: -=Athens=-
Has thanked: 0 time
Have thanks: 16 time
Μπράβο ρε Αετέ!!!

_________________
-="Ελλην" σημαίνει Φώς καί Πνεύμα. Σημαίνει Ανθρωπος καί Εξανθρωπιστής. Σημαίνει Αρετή καί Κάλος κι Ανδρεία. Σημαίνει Ελευθερία καί Δίκαιον καί σεβασμό Ετεροδόξων. "Ελλην" σημαίνει Αρμονία καί Ηθος καί Ερως γιά τήν Φύση καί τόν Κόσμο. Βαρύ τό φορτίο τής κληρονομιάς ενός τέτοιου ονόματος καί λίγοι έχουν τό δικαίωμα νά τό φέρουν.''=-

-="ΟΥΚ ΑΙΣΧΥΝΩ ΤΑ ΙΕΡΑ ΟΠΛΑ ΟΥΔΕ ΛΕΙΨΩ ΤΟΝ ΠΑΡΑΣΤΑΤΗΝ ΟΠΟΥ ΑΝ ΣΤΟΙΧΗΣΩ ΑΜΥΝΩ ΔΕ ΚΑΙ ΥΠΕΡ ΙΕΡΩΝ ΚΑΙ ΟΣΙΩΝ ΚΑΙ ΟΥΚ ΕΛΑΤΤΩ ΠΑΡΑΔΩΣΩ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ, ΠΛΕΙΩ ΔΕ ΚΑΙ ΑΡΕΙΩ.''=-

-=BOYS DONT FORGET THAT BEST YOUR POST COUNT THE BIGGER YOUR PENIS GETS=-

Image
Image


Top
 Profile  
 
Display posts from previous:  Sort by  
Post a new topicPost a reply Page 1 of 1   [ 15 posts ]


Who is online

Users browsing this forum: No registered users and 0 guests


You cannot post new topics in this forum
You cannot reply to topics in this forum
You cannot edit your posts in this forum
You cannot delete your posts in this forum
You cannot post attachments in this forum

Search for:
Jump to:  
cron
suspicion-preferred