Εστία. Θεότητα της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, πρωτότοκο παιδί του Κρόνου και της Ρέας. Θεωρούνταν προστάτιδα του σπιτιού και της οικογένειας. Είχε ορκιστεί να παραμείνει παρθένα και αρνήθηκε τις προτάσεις γάμου του Πο-σειδώνα και του Απόλλωνα. Ήταν από τις πιο σεβαστές θεές και την τιμούσαν πε-ρισσότερο απ’ όλους τους θεούς. Όσοι έφευγαν για να ιδρύσουν αποικίες έπαιρ-ναν τη φλόγα από το βωμό της που βρισκόταν στο πρυτανείο της πόλης σε ξεχω-ριστή αίθουσα και όπου έκαιε άσβηστη φωτιά. Το σβήσιμο της φωτιάς αυτής το θεωρούσαν ως κακό οιωνό για την πόλη. Προς τιμή της θυσίαζαν δαμάλια ενός χρόνου, της πρόσφεραν τους πρώτους καρπούς της γης και της έκαναν σπονδές από νερό, κρασί και λάδι.
Την τιμούσαν επίσης στους Δελφούς, όπου ο βωμός της θεωρούνταν κέ-ντρο της Ελλάδας και όλου του κόσμου.
Οι Ρωμαίοι τιμούσαν ιδιαίτερα την Εστία με το όνομα Vesta. Είχαν χτίσει προς τιμή της ιερό κυκλικού σχήματος που περιέβαλλε βωμό, όπου έκαιγε άσβη-στη φωτιά. Τη διατήρηση της άσβηστης φωτιάς είχαν αναλάβει παρθένες ιέρειες, οι Εστιάδες.
Έπαιρνε την θερμότητα από τον ήλιο και ήλεγχε τις κινήσεις των ουρανίων σωμάτων.
Φαέθων. Μυθικός γιός του ήλιου και της Κλυμένης. Στην προσπάθειά του να οδηγήσει το άρμα του πατέρα του μόνος του, έχασε τον έλεγχο, προκαλώντας καταστροφές στην γή, οπότε ο Δίας αναγκάστηκε να τον σκοτώσει με κεραυνό, ανάβοντας παράλληλα τέτοια φωτιά, που έπειτα δημιούργησε κατακλυσμό για να στην σβήσει.
Αιθέρας. Ο Αιθέρας, γιός της Γαίας και αδερφός της ημέρας, συμβόλιζε για τους αρχαίους το πάνω μέρος της ατμόσφαιρας, που αποτελεί το πιο καθαρό μέ-ρος του αέρα. Αστραφτερός και λαμπερός, με διάφανες φτερούγες, ακτινοβολούσε το θείο φως του προς όλες τις κατευθύνσεις. Ήταν χαμογελαστός και πανέμορφος με τεράστιο σώμα, μα με αρμονικά μέλη και κατάλευκο δέρμα. Άπλωσε τα τερά-στια σκέλη του σ' ολόκληρο το σύμπαν και σκόρπισε τη λάμψη του στο θεοσκότει-νο Χάος.
Ημέρα. Η Ημέρα, κόρη της Γαίας και αδερφή του Αιθέρα συμβόλιζε φυσικά τη μέρα, το τμήμα του εικοσιτετραώρου που είναι λουσμένο στο φως και διαδέχε-ται διαρκώς τη νύχτα. Λαμπρή, κατάξανθη, πανώρια κόρη με κατάλευκες φτερού-γες και αστραποβόλο βλέμμα.
ΑΝΕΜΟΙ
Ισχυρές οι πνοές των ανέμων στην Ησιόδεια Θεογονία. Στο έπος αυτό, ό-που καταγράφεται η γένεση των θεών και η δημιουργία από αυτούς του κόσμου, οι φυσικές δυνάμεις, όπως οι άνεμοι, δεν είναι παρά προσωποποιημένες θεότητες, γόνοι θεών, που γεννούν κι αυτοί με τη σειρά τους άλλα δαιμονικά όντα. "Κι' η Αυ-γή με τον Αστραίο γέννησε τους δυνατόκαδους ανέμους και τον ξαστερωτή τον Ζέφυρο και τον γοργόδρομο βορέα και τον Νότο, ερωτικά με τον θεό σαν πλάγια-σεν η θέαινα" (Ησίοδ. Θεογονία 378 - 380, μεταφρ. Π. Λεκατσά).
Αλλά αν στον Ησίοδο είναι συχνός ο λόγος για τους ανέμους, τι θα λέγαμε για τα ομηρικά έπη! Εκεί όπου οι άνεμοι αντιβουίζουν στα δάση, ανταριάζουν το πέλαγος ή αρπάζουν ξαφνικά τους θνητούς για να τους οδηγήσουν στον άλλο κό-σμο.
Στους τρεις ανέμους του Ησιόδου, τον Ζέφυρο, τον Βορέα και τον Νότο, προσθέτει ο Όμηρος και τον Εύρο (Οδύσσεια, ε 295 - 96), που είναι ανατολικός, ή νοτιοανατολικός, όπως χαρακτηρίζεται στο "Ωρολόγιον του Ανδρόνικου του Κυρ-ρήστου" (Πύργος των Ανέμων). Στο οικοδόμημα αυτό της ρωμαικής Αγοράς στην Αθήνα, του δεύτερου τέταρτου του 1ου αι. π.χ. ή κατ' άλλους του ύστερου 2ου αι. π.χ., εικονίζονται και επιγράφονται όχι μόνο οι κύριοι άνεμοι αλλά και οι ενδιάμε-σοι. Όπως ήταν φυσικό, η ονοματολογία των ανέμων τα ονόματα με μυθοπλασίες.
Ο Ζέφυρος, ο Βορέας, ο Νότος εξουσίαζαν με τη δυναμική παρουσία τους και δρούσαν ευεργετικά αλλά και συχνά κακόβουλα απέναντι στους ανθρώπους.
Υπήρχαν όμως και άλλοι συναφείς δαίμονες, όπως οι βορεάδες, οι Αρπυιες, ο Τυ-φώνας.
Από του τυφώνα τη σπορά πάλι άνεμοι διάφοροι, που δεν κατονομάζονται στο έπος, ήταν ο φόβος και ο τρόμος των θνητών (Ησίοδ. Θεογ. 869 - 880).
Με ιεροτελεστίες και μαγικές πρακτικές προσπαθούσαν να εξευμενίσουν του ανέ-μους οι αρχαίοι και όριζαν ειδικούς λειτουργούς για το σκοπό αυτό. Στην Αττική ήταν οι "Ευδάνεμοι", στην Κόρινθο, οι "Ανεμοκοίται". Ακόμη και για τον Εμπεδοκλή παραδίδεται ότι προέβη σε μαγικές πράξεις για την κατάπαυση των "ετήσιων" (Δι-ογ. Λαέρτ. 8,2,60). Αλλά και στη μυκηναϊκή εποχή το ίδιο θα συνέβαινε, αφού μαρτυρείτε ήδη από τότε το αξίωμα της "ιέρειας των ανέμων".Ο περιηγητής Παυ-σανίας, αναφέρει επίσης ότι στην Τιτάνη, κοντά στην Κόρινθο, υπήρχε βωμός των ανέμων, όπου ο ιερέας "ανά παν έτος θύει, δρα δε και άλλα απόρρητα ες βόθρους τέσσαρας, ημερούμενος των πνευμάτων". Ο Ηρόδοτος (7. 178) πάλι μας πληρο-φορεί ότι στη θυία, στους Δελφούς, ιδρύθηκε κατά τη διάρκεια των περσικών πο-λέμων ιερό των ανέμων, όπου οι κάτοικοι τους πρόσφεραν θυσίες, έπειτα από χρησμό που τους δόθηκε, ότι οι άνεμοι θα γίνουν σύμμαχοι των Ελλήνων στον αγώνα τους κατά των Περσών. Έχουν φωνή οι άνεμοι και γρηγοράδα γι' αυτό και τους φαντάζονταν φτερωτούς και έτσι τους εικόνιζαν. Τους φαντάζονταν όμως και σαν άλογα φτερωτά που γεννούσαν κιόλας άλλα μυθικά άλογα, όπως γέννησε ο Ζέφυρος με την Αρπυια Ποδάγρη τον Ξάνθο και τον Βαλίο. Αλλά και τα άλογα των Διοσκούρων, ο φλόγεος και Αρπαγός, γόνοι δικοί της λογίζονταν. Άλλωστε και ο ποσειδώνας, κύριος των ανέμων, έπαιρνε πολύ συχνά τη μορφή ίππου στους μύ-θους. Τους ανέμους τους εξαπολύουν ή τους καταπραΰνουν ο Ποσειδώνας, ο Δί-ας, η Αθηνά. Ο Παυσανίας (4,35,

αναφέρει ναό της "Αθηνάς Ανεμώτιδος" στη Μεθώνη. Το προσωνύμιο της αυτό γράφει, της το έδωσε, ο μυθικός ήρωας Διομή-δης, γιατί η θεά εισάκουσε τη δέηση του να ησυχάσουν οι άνεμοι που έπνεαν εκεί με ασυνήθιστη ορμή και παράκαιρα και ρήμαζαν τη χώρα. Ο Δίας "νεφεληγερέτης" και "υέτιος", είχε ορίσει "ταμία" των ανέμων τον Αίολο, που έπαυε ή σήκωνε κατά βούληση τους ανέμους, για αυτό και ο Αίολος, όταν κατευόδωσε απ το νησί του τον Οδυσσέα, του ΄δωσε ένα ασκί όπου μέσα του είχε φυλακίσει όλων των λογιών τους ανέμους και όρισε μόνο ο Ζέφυρος να παραπέμψει, ούριος, τα καράβια. Άλ-λοτε ωστόσο, ο ίδιος αυτός άνεμος, ο Ζέφυρος, ήταν δυσμενής απέναντι στον Ο-δυσσέα. Μαζί με τον Νότο, τον Εύρο και τον Βορέα διέλυσαν, με προσταγή του Ποσειδώνα, τη σχεδία του, αυτήν που είχε μαστορέψει στο νησί της καλυψώς για να γυρίσει στην πατρίδα, κι ότι απόμεινε από το πλεούμενο, με τον Οδυσσέα γα-ντζωμένο πάνω του, το κυλούσαν εδώ και εκεί τα θεόρατα κύματα (οδ. 5, 295 κ.ε.). Αλλά και η Άρτεμη δεν ήταν που κρατούσε τα καράβια των Ελλήνων στην Αυλίδα και δεν έστελνε άνεμο ευνοϊκό, ώστε να αποπλεύσουν για την Τροία και δεν ήταν η Ιφιγένεια το εξιλαστήριο θύμα που έσβησε το θυμό της.
Αίολος. Όνομα με το οποίο αναφέρονται τρία πρόσωπα στην ελληνική μυ-θολογία:
1) Γιος του Έλληνα και της νύμφης Ορεστιάδας, αδελφός του Δώρου και του Ξούθου. Αναφέρεται ως ο γενάρχης της φυλής των Αιολέων και ως ο πρώτος βασιλιάς της Θεσσαλίας με έδρα τη Μαγνησία. Πήρε γυναίκα του την Εναρέτη, κό-ρη του Διαμάχου, και με αυτήν απόχτησε πολλούς γιους και κόρες.
2) Γιος του Ιππότη και της Μελανίππης, δισέγγονος του προηγουμένου, ο οποίος σε πολλές μυθικές παραδόσεις ταυτίζεται με τον 3ο Αίολο.
3) Ο βασιλιάς της «Αιολίδος νήσου», τον οποίο ο Δίας είχε διορίσει ταμία των ανέμων. Κατά την παράδοση, το νησί του ήταν πλωτό και τριγυρισμένο από ένα πανύψηλο χάλκινο τείχος. Στο νησί αυτό ζούσε ευτυχισμένος ο Αίολος με τη γυναίκα του Αμφιθέα και τα δώδεκα παιδιά τους, τους ανέμους. Κατά την «Οδύσ-σεια», φιλοξενήθηκαν στο «πλωτό νησί» ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του και, ό-ταν έφευγαν, ο Αίολος τους χάρισε έναν ασκό, όπου είχε κλείσει όλους τους ανέ-μους, εκτός από το Ζέφυρο, τον Ούριο. Όταν όμως οι περίεργοι σύντροφοι του Οδυσσέα άνοιξαν τον ασκό (πιστεύοντας πως περιέχει χρυσό), εξαπολύθηκαν οι άνεμοι και έφεραν το πλοίο πίσω στο νησί του Αιόλου. Η μεταγενέστερη παράδο-ση τοποθετεί το νησί του Αιόλου ακίνητο στο σύμπλεγμα των νησιών Λίπαρι, που λέγονται και νησιά του Αιόλου, στη νότια Τυρρηνική θάλασσα.
Σύμφωνα με άλλη παράδοση, ο τρίτος αυτός Αίολος ήταν ένας από τους δί-δυμους γιους του Ποσειδώνα και της Μελανίππης ή Άρνης (ο άλλος είναι ο Βοιω-τός), που εγκαταστάθηκε σ’ ένα μικρό νησί του Τυρρηνικού πελάγους, όπου ζούσε πάντα με την αγάπη των θεών και δίδαξε στους ανθρώπους την τέχνη των ιστίων. Γενικά, οι γενεαλογικές παραδόσεις του Αιόλου είναι πολύ συγκεχυμένες μεταξύ τους και δεν μπορεί να κάνει κανείς εύκολα τη διάκριση των προσώπων και των μύθων τους. Στην Ελλάδα ο Αίολος δε θεωρήθηκε ποτέ θεός· γι’ αυτό και δεν υ-πάρχουν πουθενά ιερά του. Ο θεωρούμενος ως ναός του Αιόλου στην αρχή της οδού Αιόλου στην Αθήνα είναι το ρολόι του Ανδρόνικου Κυρρήστου, που ονομά-στηκε ναός του Αιόλου ίσως επειδή στολίζεται με παραστάσεις των ανέμων. Στην αρχαία Ρώμη, ο Αίολος λατρευόταν πάντα ως θεός, όπως αναφέρει ο Βιργίλιος και άλλοι ποιητές.
Βορέας. Για τον Βορέα, τον βόρειο άνεμο που κατέβαινε από τη Θράκη κι έφερνε το χαλάζι και το χιόνι (ομ. ιλ. Ο 170 - 171. Τ 357 - 358), έλεγαν πως όταν είδε τις φοράδες του Εριχθόνιου, του γιου του Δάρδανου, στην Τροία τις πόθησε και αφού πήρε τη μορφή του ίππου, πλάγιασε μαζί τους. Από την ένωση αυτή γεν-νήθηκαν δώδεκα πουλάρια που έτρεχαν σαν τον άνεμο, θαρρείς, πετούσαν πάνω από γη και πέλαγο χωρίς να τα αγγίζουν (ομ. Ιλ. Υ. 219 - 229). Κάποτε πάλι, όταν ο Βορέας βρέθηκε στην Αττική, η μοίρα το 'φερε να απαντήσει την Ωρείθυια, τη θυ-γατέρα του βασιλιά της Αθήνας Ερεχθέα, να παίζει με τις φίλες της ή σύμφωνα με άλλες παραλλαγές, να χορεύει, ή να μαζεύει λουλούδια. Αμέσως τότε την ερωτεύ-τηκε. Πού ακριβώς την πρωτοείδε κανείς δεν ήξερε να πει με βεβαιότητα, άλλοι πί-στευαν στις πηγές του Κηφισού, άλλοι στην περιοχή της ακρόπολης. Όπου κι αν ήταν πάντως, ένα ήταν βέβαιο, πως όρμησε στη συντροφιά των κοριτσιών, άρπα-ξε την Ωρείθυια και πετώντας τη μετέφερε στη μακρινή πατρίδα του. Από το γάμο τουε γεννήθηκαν δύο γιοι, ο Ζήτης και ο Κάλαϊς και δύο θυγατέρες, η κλεοπάτρα και η Χιόνη. Η Κλεοπάτρα παντρεύτηκε το Φινέα, βασιλιά στη Θράκη, ενώ τη Χιό-νη την αγάπησε ο Ποσειδώνας και μαζί απέκτησαν τον Εύμολπο.
Η ξαφνική δημοτικότητα του μύθου της απαγωγής της Ωρείθυιας κατά τις αρχές του 5ου αι. π.χ. οφείλεται σε μια παράδοση που αναφέρει ο Ηρόδοτος (7, 189). Κατά τους Περσικούς πολέμους και πριν από τη μάχη στο Αρτεμίσιο, το 480 π.χ., δόθηκε στους Αθηναίους χρησμός να ζητήσουν τη βοήθεια του "γαμβρού" τους. Οι Αθηναίοι, στην προσπάθεια τους να ερμηνεύσουν τον θεϊκό λόγο, θυμή-θηκαν πως, παλιά, ο Βορέας είχε αρπάξει την αθηναία βασιλοκόρη Ωρείθυια και επομένως αυτός και δεν αμφέβαλλαν καθόλου, ήταν το πρόσωπο που υπαινισσό-ταν ο χρησμός. Γι' αυτό και ικέτεψαν τη βοήθεια αυτού και της Ωρείθυιας για να α-ντιμετωπίσουν τον εχθρό. Πραγματικά ξέσπασε τότε ένας δυνατός βόρειος άνεμος που κράτησε τρείς ολάκαιρες μέρες και κατέστρεψε 400 πλοία του περσικού στό-λου. Ευγνώμονες μετά τη νίκη τους οι Αθηναίοι ίδρυσαν ιερό στον Βορέα στις ό-χθες του Ιλισσού. Για ανάλογες περιπτώσεις ιδρύθηκαν ιερά του και σε άλλα μέρη (Παυσανίας 8. 36.6).
Ζέφυρος. Ο Ζέφυρος είναι δυτικός άνεμος. Σύζυγος της Ιριδας, της προ-σωποποίησης του ουράνιου τόξου, απέκτησε, έλεγαν, από αυτήν τον Έρωτα. Ω-στόσο και από την Αρπυια Ποδάγρη απέκτησε ο Ζέφυρος παιδιά, όταν έσμιξε ε-ρωτικά μαζί της σ' ένα λιβάδι κοντά στο ρεύμα του μεγάλου ωκεανού. Κι ήταν τα παιδιά τους δυο θαυμαστά άλογα, ο Ξάνθος και ο Βαλίος, που έτρεχαν σαν τον άνεμο (Ομηρος, Ιλιάδα π 148 - 151). Τα άλογα αυτά κληρονόμησε ο Αχιλέας από τον πατέρα τον Πηλέα, χάρισμα γαμήλιο σ' αυτόν του Ποσειδώνα. Του Ζέφυρου και του Βορέα τη συνδρομή επικαλείται ο Αχιλλέας για να ανάψουν με την πνοή τους τη νεκρική πυρά του φίλου του, του Πάτροκλου που έπεσε στην Τροία (Ομηρ. Ιλ. Ψ. 192 - 218). Την ικεσία του ήρωα την άκουσε η Ίρις και φτερωτή καθώς ήταν, έφτασε μεμιάς στα ανάκτορα του Ζέφυρου, όπου απάντησε και τους άλλους ανέ-μους συναγμένους σε κοινό συμπόσιο. Μόλις άκουσαν ο Ζέφυρος και Βορέας το μήνυμα της, "επεκτάθηκαν με θόρυβο, ταράζοντας τα σύγνεφα έμπροσθεν τους. Και ως διάβαιναν το πέλαγος απ' την σφοδρή πνοή τους σηκώνονταν τα κύματα και αμ' έφθασαν στην Τροία, έπεσαν μέσα στην πυρά κι εβρόντα ευθύς η φλόγα. Και ολονυκτίς απ' την πυράν, κι οι δύο φυσομανώντας τες φλόγες σήκωναν ψηλά" (ομηρ.ιλ.ψ. 212 - 218, μετάφρ. Ιάκ. Πολυλά). Για τον Ζέφυρο ιστορούσαν ακόμα πως αγάπησε τον Υάκινθο, τον γιο του Αμύκλα, του βασιλιά της Λακωνίας και δι-σέγγονο του Δία και της Ταϋγέτης, της θυγατέρας του Ατλαντα. Όμως τον Υάκινθο, τον γιο του Αμύκλα. Του βασιλιά της Λακωνίας και δισέγγονο του Δία και της Ταϋ-γέτης, της θυγατέρας του Ατλαντα. Όμως τον Υάκινθο αγαπούσε και ο Απόλλω-νας. Κυριευμένος καθώς ήταν ο Ζέφυρος από το πάθος του , όταν κάποτε είδε τον αγαπημένο του να αθλείται στην παλαίστρα με την συντροφιά του θεού, έχασε το νου του, φύσηξε δυνατά και ο δίσκος που έριξε ο Απόλλωνας, ξεφεύγοντας απ' τον στόχο του, έπεσε με ορμή στο κεφάλι του αγαπημένου του. Έτσι χάθηκε το παλικάρι (Ευριπίδης, Ελένη 1469 - 1474).
Μεταγενέστερες πηγές (Ovid. Fast. 5, 195 - 206) διασώζουν την παράδοση πως ο Ζέφυρος κυνήγησε τη νύμφη Χλωρίδα (Φλώρα) κι από τον έρωτα τους γεν-νήθηκαν όλα τα λουλούδια της άνοιξης. Ο Ζέφυρος, γρήγορος όσο και ο Βορέας, ήταν άλλοτε καταστροφικός, άλλοτε απαλός και καλοδεχούμενος και δρόσιζε αιώ-νια τόπους παραδείσιους, όπως ήταν οι κήποι του Αλκίνοου και τα Ηλύσια πεδία (ομ. Οδ. 7, 112 κ.ε. και 4, 563 - 568). Η λατρεία του Ζέφυρου στην Αθήνα επιβε-βαιώνετε από βωμό που του είχαν στήσει όχι μακριά από τα τείχη της πόλης, στην Ιερά Οδό (Παυς. 1, 37, 2).
Απηλιώτης ή Αργέστης. Προσωποποίηση του Ανατολικού ανέμου, γιός της Ηούς και του Αστραίου, Αδελφός του Βορέα, του Ζέφυρου, του Νότου και του Εωσφόρου.
Εύρος. Προσωποποίηση του Νοτιοανατολικού ανέμου, γιός του Αστραίου και της Ηούς.
Νότος. Προσωποποίηση του ομώνυμου ανέμου, γιός του Αστραίου και της Ηούς.
Λήψ. Προσωποποίηση του Νοτιοδυτικού ανέμου, γιός του Αστραίου και της Ηούς.
Μέσης. Προσωποποίηση του Βορειοανατολικού ανέμου, γιός του Αστραίου και της Ηούς.
Σκύρων. Προσωποποίηση του Βορειοδυτικού ανέμου, γιός του Αστραίου και της Ηούς.
Βορεάδες. Οι Βορεάδες, οι φτερωτοί γιοι του Βορέα Ζήτης και Κάλαϊς, κα-τέρχονταν ορμητικοί απ' τον αιθέρα, όπως ο πατέρας τους. Το πιο σημαντικό ίσως γεγονός της μυθικής ζωής τους ήταν ότι πήραν κι αυτοί μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία μαζί με ονομαστούς ήρωες. Στον δρόμο για την Κολχίδα συνάντησαν στη θράκη τις φτερωτές Αρπυιες που άρπαζαν την τροφή του Φινέα, του τυφλού μάντη και της Σαλμυδησσού, ή τη βρόμιζαν τόσο, ώστε ο δύστυχος δεν μπορούσε πια να τη γευτεί. Ο Ζήτης και ο Κάλαϊς άρχισαν τότε να τις καταδιώκουν πέρα από στεριές και θάλασσες ώσπου στο τέλος τις πρόφτασαν στα νησιά Πλωτές, δυτικά της Πελοποννήσου και τις έπεισαν να φύγουν μακριά. Έτσι γλίτωσε ο Φινέας από τη βασανιστική παρουσία τους. Οι Βορεάδες μετά απ' αυτά "έστρεψαν" πάλι προς το μέρος απ' όπου ξεκίνησαν γι' αυτό και τα νησιά Πλωτές, έλεγαν, πως από τότε ονομάστηκαν Στροφάδες. Ωστόσο, γύρω απ' το θέμα της σωτηρίας του Φινέα υ-πάρχουν και άλλες διηγήσεις, με παραλλάσσουσα την κατάληξη της καταδίωξης των Αρπυιών από τους Βορεάδες, όπου από τους πρωταγωνιστές επιζούν ή πε-θαίνουν άλλοτε άλλοι. Μάλιστα κατά μία εκδοχή οι Βορεάδες φονεύθηκαν από τον Ηρακλή στην Τήνο (Απολλ. Ροδ. 1, 1300 - 1309). Θυγατέρα του Βορέα, σύμφωνα με ύστερη μυθική εκδοχή, ήταν και η Αύρα και ήταν αυτή που έφερε στον Αρη το άγελμα του θανάτου της θυγατέρας του, της Αμαζόνας Πενθεσίλειας, στην Τροία. Στον πληθυντικό οι Αύρες ήταν προσωποποιήσεις των ήπιων, δροσερών ανέμων. Υπάρχουν και άλλες, μεταγενέστερες, πληροφορίες για την Αύρα. Μια από αυτές ήταν πως προκάλεσε αναίτια τη ζήλια και το θάνατο της Πρόκριδας, της αδελφής της Ωρείθυιας. Κι αυτό, γιατί η Πρόκριδα τη θεώρησε αντίζηλό της στην αγάπη της για τον Κέφαλο όταν τον άκουσε στο δάσος να καλεί την αύρα να τον αναζωογο-νήσει από την κούραση του κυνηγιού. Εκεί βρήκε τραγικό θάνατο η Πρόκριδα από το ακόντιο του ίδιου του Κέφαλου που την πέρασε για αγρίμι, κρυμμένη καθώς ή-ταν στις φυλλωσιές για να τον παρακολουθήσει.
Άρπυιες
Οι φτερωτές Άρπυιες, ήταν και αυτές, όπως οι Βορεάδες, δαίμονες του ανέ-μου. Αυτό άλλωστε υπαινίσσονται και τα ονόματα που τους αποδίδει ο Ησίοδος: Αελλώ και Ωκυπέτη, αφού η πρώτη ταυτίζεται με την άελλα, τον ανεμοστρόβιλο και η δεύτερη είναι εκείνη που πετά γρήγορα. Θυγατέρες του Θαύμαντα και της Ωκεα-νίδας Ηλέκτρας. Στον Όμηρο ο αριθμός τους είναι ακαθόριστος. Οι Άρπυιες είχαν την καταστροφική δύναμη της θύελλας και μ΄αυτήν ταυτίζονται στον Όμηρο. Προ-καλούσαν τρόμο στους ανθρώπους γιατί τους άρπαζαν αυτούς και τα υπάρχοντά τους (Ομ. Οδ.. α. 241.ξ. 371), όπως άλλωστε δηλώνει και το όνομά τους, (Άρπυιες - ανερέπτομαι - αρπάζω). Έτσι άρπαξαν και τις θυγατέρες του Πανδάρεου και τις πήγαν δούλες στις Ερινύες(Ομ. Οδ. υ 66-78). Ως θεότητες του ανέμου σχετίζονται άμεσα με τον κόσμο των νεκρών, αφού όποιον θνητό άρπαζαν εκείνος δεν γύριζε ξανά πίσω. Γι΄ αυτό και η Πηνελόπη, απελπισμένη από την πολύχρονη απουσία του άνδρα της, του Οδυσσέα, παρακαλεί να την πάρουν οι θύελλες για να σωθεί από τα βάσανα της ζωής της (Ομ. Οδ. υ 79).
Τις Άρπυιες, όπως ήδη αναφέραμε, νίκησαν οι φτερωτοί γιοί του Βορέα, οι Βορεάδες, Κάλαϊς και Ζήτης.
Η φαντασία των αρχαίων Ελλήνων τις ήθελε φτεροφόρες, με νύχια γυπαε-τού και φρικιαστική όψη, να διασχίζουν τους αιθέρες και να οδηγούν τους ανθρώ-πους στο θάνατο. Τα ονόματά τους αναφέρονται στους ορμητικούς ανέμους, τους ανεμοστρόβιλους, την θύελλα, την τρικυμία και την ταχύτητα: Αελλώ ή Νικοθέα, Αελλόπους, Ίσιδα, Κελαινώ, Ποδάργη, Ωκυπέτη.
Σύμφωνα με ένα μύθο, οι Άρπυιες αχρήστευαν καθημερινά την τροφή του μάντη Φινέα στο θρακικό Βόσπορο και για το λόγο αυτόν καταδιώχτηκαν από τους Αργοναύτες Ζήτη και Κάλαη και ζήτησαν καταφύγιο στην Κρήτη ή, σύμφωνα με άλλη εκδοχή, στη Δύση.
Ο Τυφώνας. Όταν οι θεοί του Ολύμπου νίκησαν στην Τιτανομαχία και τη Γιγαντομαχία κι έριξαν τους Τιτάνες στα Τάρταρα και αφάνισαν τους Γίγαντες, η Γη, για να πάρει εκδίκηση για τα παιδιά της, ενώθηκε με τον Τάρταρο και γέννησε, στερνό αντίπαλο των Ολυμπίων, τον Τυφώνα. Τέρας ήταν ο Τυφώνας με χέρια δυνατά και ακάματα πόδια. Από τους ώμους του φύτρωναν εκατό κεφάλια φιδιού που πέταγαν έξω τις γλώσσες τους και γλείφονταν. Τα κεφάλια του λαμποκοπού-σαν από τη φλόγα των ματιών τους, ενώ από τα στόματά τους έβγαιναν λογιών λογιών φωνές που ξεσήκωναν απερίγραπτη βοή. Στην αναμέτρησή τους με τον Δία ήταν ο θεός από τη μια με τις αστραπές, τις βροντές και τους κεραυνούς του κι αυτός από την άλλη με τους μανιασμένους ανέμους και τις φλόγες. Μέσα στην κο-σμογονική αυτή αν